2017-12-05 23:00:26
Φωτογραφία για Το ανολοκλήρωτό μου διήγημα
Το ανολοκλήρωτό μου διήγημα έρχεται και τρυπώνει στο κρεβάτι μου τη νύχτα. Τεντώνεται, απλώνεται και ροχαλίζει, αλλάζει πλευρό, τραβάει το πάπλωμα και με ανοίγει. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ντύνεται Ροζ Πάνθηρας, πετάγεται στην κουζίνα να φάει λίγο ρυζόγαλο και μέχρι που να ξανανυστάξει τριγυρνάει πέρα δώθε στο δωμάτιο με ένα μαλλί γριάς στο χέρι, για να επανακάμψει νωρίς νωρίς τα ξημερώματα παρέα με τους πιο σκοτεινούς μου εφιάλτες.

Και κάθε πρωί το βρίσκω να χουζουρεύει στο κεφάλι μου, να τρίβει τα νυσταγμένα μάτια του κι αμέσως να τινάζεται στο πάτωμα και να με σπρώχνει με το ζόρι στο γραφείο. Με τα πρώτα τικι-τίκι σαν να ξυπνάει από τον λήθαργο και αρχίζει το κρυφτό πίσω από τις λέξεις, προβάλλει πού και πού το κεφαλάκι του ανάμεσα στις παραγράφους και προς το τέλος του κειμένου μού βγάζει κοροϊδευτικά τη γλώσσα.

Τις περισσότερες βέβαια φορές φοβάμαι να το αφήσω μονάχο του στο σπίτι και εξ ανάγκης το παίρνω μαζί μου στη δουλειά
. Επιβιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο, ανοίγουμε την γκαραζόπορτα, βάζουμε μπρος και ξεκινάμε. Αλλά από το πρώτο ακόμη χιλιόμετρο της διαδρομής βλέπω το στίγμα μου να εξασθενεί στο ναβιγκέιτορ και μετά από λίγο να χάνεται τελείως. Ένας απροσδιόριστος φόβος νιώθω τότε να με κυριεύει και ανασκουμπώνομαι στο κάθισμα, σφίγγω πιο γερά με τα χέρια το τιμόνι και στρέφω δεξιά αριστερά ανήσυχος το κεφάλι για να δω.

Αίφνης ο μακεδονικός κάμπος της μικρής μου διαδρομής μεταμορφώνεται άλλοτε στον Μώλο των Ιωαννίνων ή στο ποτάμι της Φλώρινας ή στους καταρράκτες της Εδέσσης και άλλοτε σε νεκρή φύση μιας σουρεαλιστικής τοπιογραφίας για δημόσιες ή ιδιωτικές αιματοχυσίες.

Με το που φτάνω βέβαια στο σχολείο το ανολοκλήρωτό μου διήγημα σαν να τρομάζει από την βαριά καγκελόπορτα, την τσιμεντένια αυλή και την πρωινή παράταξη των μαθητών και αποσύρεται αμέσως στο πίσω μέρος του εγκεφάλου μου. Αρνούμενο πεισματικά να ξαναπαρουσιαστεί μπροστά μου, να καθίσει στο πρώτο θρανίο μπροστά ακριβώς από τον πίνακα και να κάνει μαζί με τους άλλους μαθητές μου ιστορία, έκθεση, φιλοσοφία και κυρίως λογοτεχνία.

Όσο κι αν παίρνω το πιο γραφειοκρατικό μου ύφος για να το φοβερίζω με παιδαγωγικές ευθύνες, δημοσιοϋπαλληλικούς κώδικες και εκπαιδευτικά καθήκοντα. Ελπίζοντας κατά βάθος ότι θα σταματήσει να γρατζουνάει το μυαλό μου με την έμμονη ιδέα για μια ζωή που δεν είναι εδώ αλλά είναι αλλού, χωρίς όμως να ξέρω ακόμη πού ακριβώς είναι, και ότι θα πάψει, επιτέλους, να μου κάνει κοροϊδευτικές γκριμάτσες, να μου βγάζει τη γλώσσα και να σχηματίζει με τα χέρια κερατάκια μέσα από τα αδιάφορα και κουρασμένα βλέμματα των πιο υποψιασμένων μαθητών μου. Έτσι που από την αρχή μέχρι το τέλος της διδακτικής ώρας να ’μαι τσιτωμένος στο διδασκαλικό μου έδρανο για να προλάβω τις καινούριες του αυθάδειες και αταξίες σαν τους ξινούς δασκάλους της χούντας που ήταν συνέχεια με μια μαγκούρα στο χέρι.

Και μόνο όταν χτυπάει το κουδούνι σκάει λιγάκι το χειλάκι μου, ενόσω βλέπω το ανολοκλήρωτό μου διήγημα να πετάγεται αμέσως έξω από την τάξη και να τρέχει για να κάνει ένα τσιγάρο και ας το ’χω κόψει εδώ και χρόνια ή να ψάχνει στην κουζίνα μια καθαρή κούπα για καφέ και να σαχλαμαρίζει στο γραφείο διδασκόντων μαζί με τους άλλους συναδέλφους.

Με το που τελειώνω το ωράριο το βρίσκω ξανά μπροστά μου, να βιάζεται πάλι για να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, να ανάψει το κλιματιστικό, να βάλει μπρος και να γυρίσει αμέσως σπίτι. Από τους ίδιους βεβαίως μακεδονικούς κάμπους αλλά αυτή τη φορά χωρίς τον Μώλο των Ιωαννίνων, το ποτάμι της Φλώρινας, τους καταρράκτες της Εδέσσης και τις σουρεαλιστικές τοπιογραφίες των δημόσιων ή ιδιωτικών αιματοχυσιών μου. Είναι δε εκείνες ακριβώς οι στιγμές που το ανολοκλήρωτό μου διήγημα δεν θα ντρεπότανε καθόλου να ανταλλάξει τις πιο αδιαπραγμάτευτες αισθητικές μου αξίες και τις πιο αταλάντευτες λογοτεχνικές μου αρχές με μια χοιρινή μπριζόλα στα κάρβουνα, συνοδευμένη από καυτερή πιπεριά της μάνας μου και κατσικίσια φέτα της περιοχής, μαζί ασφαλώς με τον καναπέ του σαλονιού και το αναμμένο τζάκι για τον μεσημεριανό μου ύπνο.

Και όταν με το καλό ξανασηκώνομαι από τον καναπέ με την ελπίδα ότι δεν έχω να διορθώσω γραπτά των μαθητών μου ή να ετοιμάσω σημειώσεις για το μάθημα της άλλης μέρας, πιάνω και υπολογίζω τις ημέρες με τα δάχτυλα του αριστερού χεριού σαν να ’μουν μαθητούδι του δημοτικού.

Αν δεν είμαι τυχερός αναγκάζομαι να πάρω ένα βιβλίο και να κάτσω δίπλα στο τζάκι μαζί με το ανολοκλήρωτο διήγημά μου μέχρι αργά το βράδυ. Αν όμως έχω την τύχη να πέσω στη μέρα παρά μέρα για το καθιερωμένο τσίπουρό μου, τότε το ανολοκλήρωτο διήγημά μου γίνεται ύστερα από τρία ποτήρια τσίπουρο το αλκοολικό μου διήγημα.

Και αρχίζει να αγαπάει όλον τον κόσμο και αρχίζει να πικραίνεται για όλο τον κόσμο και αρχίζει να θέλει να αλλάξει όλον τον κόσμο, για να βρεθεί στον πάτο του τρίτου ποτηριού μπρος στις μεγαλύτερες σιωπές που το ζυγώνουν, στις μεγαλύτερες μοναξιές που το κυκλώνουν και στις μεγαλύτερες προδοσίες που το αλώνουν.

Αλλά τότε ακριβώς το ανολοκλήρωτό μου διήγημα σηκώνεται από τη θέση του τρεκλίζοντας και με πιάνει προστατευτικά από το χέρι, για να με ξεντύσει απ’ όλες τις ψευδαισθήσεις, απ’ όλες τις προσδοκίες και από όλες τις αναμνήσεις και να με βάλει νωρίς νωρίς για ύπνο.

Παρ’ όλη δε τη ζαλάδα και τη σύγχυσή μου το νιώθω μετά από λίγο να ανασηκώνει το πάπλωμα και να τρυπώνει ξανά μαζί μου στο κρεβάτι. Και πριν να με πάρει για τα καλά ο ύπνος η ίδια πάντα σκέψη με γεμίζει με ανακούφιση και ευγνωμοσύνη, ότι το πιο ωραίο θαύμα της γραφής είναι τούτη ακριβώς η καινούρια γραφή που ανθεί αγέννητη εντός μου μέχρι πολύ νωρίς, τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας.

Και μια καινούρια μέρα αρχίζει.

Πηγή: artinews

Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης
olalathos
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ