2020-12-11 11:28:56
Φωτογραφία για Novartis: Χωρίς δικαίωμα ερωτήσεων η εισαγγελέας Θεοδώρου


Χωρίς αιτιολογία η πλειοψηφία του Δικαστικού Συμβουλίου την απομόνωσε από την ανακριτική διαδικασία - Ποιοι δικαστές ψήφισαν χωρίς επιχειρήματα υπέρ του διακοσμητικού ρόλου της και ποιοι υπέρ του ενεργού εισαγγελικού ρόλου της

Χωρίς αιτιολογία-σκεπτικό η πλειοψηφία του Δικαστικού Συμβουλίου του Ειδικού Δικαστηρίου του νόμου περί ευθύνης υπουργών που έρευνα την σκευωρία της Novartis, αποφάσισε ότι η εισαγγελέας Βασιλική Θεοδώρου κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων και κατηγορουμένων, δεν έχει δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων, ενώ αντίθετα η μειοψηφία θεμελιώνει την άποψή της.

Προηγουμένως, η εισαγγελέας του Δικαστικού Συμβουλίου κυρία Θεοδώρου είχε ήδη συνταυτιστεί με την άποψή της μειοψηφίας στην σχετική πρότασή της στην οποία μάλιστα προς υποστήριξη των θέσεών της επικαλείται τη νομολογία και 13 νομικούς συγγραφείς.

Υπενθυμίζεται ότι με οριακή πλειοψηφία (3-2) το Δικαστικό Συμβούλιο του Ειδικού Δικαστηρίου του νόμου περί ευθύνης υπουργών, μετά την άσκηση από την Βουλή της ποινικής δίωξης σε βάρος του πρώην αναπληρωτή υπουργού Δικαιοσύνης Δημήτρη Παπαγγελόπουλου, εξέδωσε το υπ΄ αριθμ
. 2/2020 βούλευμά του, με το οποίο αποφάσισε ότι η κυρία Θεοδώρου κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων και κατηγορουμένων, δεν έχει δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων και ουσιαστικά θα είναι ένας απλώς παρατηρητής.

Στην πλευρά της πλειοψηφίας ήταν η πρόεδρος του Δικαστικού Συμβουλίου, αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαιτζή, το μέλος και αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας (πρόεδρος του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ) Δημήτριος Σκαλτζούνης και το επίσης μέλος του συμβουλίου, αρεοπαγίτης Πηνελόπη Παρτσαλίδου – Κομηνού.

Από την άλλη πλευρά της μειοψηφίας ήταν η αρεοπαγίτης Όλγα Σχετάκη-Μπονάτου και ο σύμβουλος Επικρατείας Βασίλειος Ανδρουλάκης.

Ειδικότερα, κατά την ημέρα εξέτασης (6.11.2020) του μάρτυρα πρώην πρόεδρου του ΠΑΣΟΚ Ευάγγελου Βενιζέλου, η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου και εισαγγελέας του Δικαστικού Συμβουλίου κυρία Θεοδώρου, απευθύνθηκε στην ανακρίτρια Κωνσταντίνα Αλεβιζοπούλου, προκειμένου να διευκρινιστεί από τον μάρτυρα κάποιο σημείο της κατάθεσής του.

Όμως, η κυρία Αλεβιζοπούλου της είπε σύμφωνα με απόλυτα εξακριβωμένες πληροφορίες, ότι «ο εισαγγελέας δεν μπορεί να έχει ουδεμία ανάμειξη στην ανάκριση , ήτοι να υποβάλλει ερωτήσεις, διευκρινήσεις δια μέσου της ανακρίτριας, αλλά μόνο τυπική παράσταση».

Κατόπιν αυτού, όπως αναφέρεται στο επίμαχο βούλευμα, «ενόψει του ότι δεν υπάρχει σχετική νομολογία πρέπει το ζήτημα να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστικού Συμβουλίου κατόπιν διαφωνίας». Έτσι, η κατάθεση του κ. Βενιζέλου διακόπηκε και τελικά θα συνεχιστεί αύριο.

Ωστόσο, η κυρία Θεοδώρου υπέβαλλε γραπτή πρόταση προς το Δικαστικό Συμβούλιο επί της διαφωνίας που είχε ανακύψει. Στην πρόταση αυτή, επικαλούμενη το άρθρο 30 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και το άρθρο 88 του Συντάγματος τάσσεται υπέρ της άποψης ότι έχει δικαίωμα να υποβάλλει ερωτήσεις στους μάρτυρες και τους κατηγορούμενους μέσω της ανακρίτριας.

Σε άλλο σημείο η κυρία Θεοδώρου, επισημαίνει ότι «μια απλή και μόνο διακοσμητικού χαρακτήρα παρουσία του εισαγγελέα, κατά τη διεξαγωγή ανακριτικών πράξεων, είναι απολύτως ασυμβίβαστη» με τις συνταγματικές διατάξεις και τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Σύμφωνα με το νομοθέτη, υπογραμμίζει η εισαγγελική λειτουργός, η παράσταση του εισαγγελέα κατά την εξέταση μάρτυρα πρέπει να είναι «ενεργός και ουσιαστική στην αναζήτηση της αλήθειας και όχι απλά τυπική, ως οιονεί επόπτη του ανακριτή ή απλού παρατηρητή».

Δεν αρκείται σε αυτά, η κυρία θεοδώρου, προσθέτει ότι ο εισαγγελέας, κατά την ανακριτική διαδικασία, έχει δικαίωμα και καθήκον να θέτει δια του ανακριτή ερωτήσεις στους μάρτυρες και κατηγορούμενους, ενώ μπορεί να ζητήσει από τον ανακριτή «την κατ΄ αντιπαράσταση εξέταση μαρτύρων», αλλά και την διενέργεια νέων ανακριτικών πράξεων.

Καταλήγει η αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, ότι «αν ο εισαγγελέας στερηθεί του δικαιώματός του για αυτοπρόσωπη και ενεργό συμμετοχή στην ανακριτική διαδικασία προκαλείται απόλυτη ακυρότητα».

Η πλειοψηφία, αναφερόμενη μόνο στην διατύπωση της διάταξης του άρθρου 30 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, κατέληξε ότι ο εισαγγελέας «δεν δύναται να έχει ανάμειξη, όπως να υποβάλλει ερωτήσεις ή να κάνει υποδείξεις στον ανακριτή κατά τις ανακριτικές πράξεις».

Η πλευρά της μειοψηφίας, υποστήριξε, μεταξύ των άλλων, ότι ο εισαγγελέας «μπορεί να υποβάλλει απλώς αιτήσεις ή προτάσεις, όπως π.χ. να υποβληθούν ορισμένες ερωτήσεις στον εξεταζόμενο μάρτυρα ή τον απολογούμενο κατηγορούμενο ή να ζητήσει να καταχωρηθούν στην σχετική έκθεση ορισμένες παρατηρήσεις».

Το βούλευμα, καταλήγει ότι «η ανακύψασα διαφωνία πρέπει να αρθεί υπέρ της ανακρίτριας, η οποία είναι και η μόνη (θεσμικώς) αρμόδια για την επιτέλεση του ανακριτικού έργου, αφού κατά την πλειοψηφούσα άποψη ο εισαγγελέας κατά την διενέργεια των ανακριτικών πράξεων (απλώς) παρευρίσκεται (παρίσταται), αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να υποβάλλει έστω και διευκρινιστικές ερωτήσεις απευθείας ή μέσω του ανακριτή».

Τέλος, το «δια ταύτα» του βουλεύματος αναφέρει ότι κατά πλειοψηφία αποφαίνεται ότι «ο παρευρισκόμενος (παριστάμενος) εισαγγελέας κατά την διενέργεια του ανακριτικού έργου, όπως συγκεκριμένα κατά την ανακριτική πράξη της εξέτασης μάρτυρα, δεν έχει τη δικονομική ευχέρεια, να υποβάλλει ερωτήσεις σ΄ αυτόν, είτε ευθέως είτε δια μέσου του ανακριτή ή σε κάθε περίπτωση να ζητήσει μέσω του ανακριτή να παράσχει ο μάρτυρας διευκρινίσεις επί του περιεχομένου της κατάθεσής του». anatakti
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ