2017-06-18 09:31:05
Φωτογραφία για ΚΥΡΙΑΚΗ Β' ΜΑΤΘΑΙΟΥ 2017
ΘΕΙΑ H ΠΡΟΕΛΕΥΣΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

                Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αὐγουστίνου Καντιώτου

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ «περιπατῶν (ὁ Ἰησοῦς) παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας…»(Ματθ. 4,18)

ΤΟ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁμιλεῖ γιὰ ψαρᾶδες, φτωχαδάκια ποὺ ἔμεναν γύρω ἀπὸ τὴ λίμνη τῆς Γαλιλαίας σὲ μικρὲς καλύβες. Ξυπνούσανε τὴ νύχτα, ῥίχνανε τὰ δίχτυα τους, πότε πιάνανε πότε δὲν πιάνανε ψάρια, τὰ πουλούσανε, κ᾿ ἔτσι ζούσανε τὶς φτωχιὲς οἰκογένειές των. Μεροδούλι μεροφάϊ.

* * *

Ποιός πρόσεχε αὐτοὺς τοὺς ψαρᾶδες; Κανείς. Τί εἶπα; κανείς; Λάθος. Τοὺς πρόσεξε ἕνας! Κι ἅμα σὲ προσέχῃ αὐτὸς ὁ ΕΝΑΣ, ἂς μὴ σὲ προσέξῃ ὁ κόσμος ὅλος. Ὅλο τὸ ντουνιᾶ νά ᾿χῃς μαζί σου, ἅμα δὲν ἔχῃς τὸ μεγαλοδύναμο, τὸ Θεό, τίποτα δὲ᾿ μπορεῖ νὰ κατορθώσῃς. Ἐνῷ λοιπὸν κανείς δὲν τοὺς πρόσεχε, τοὺς πρόσεξε τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ. Ἀπόδειξις, ὅτι πῆγε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ στὰ χωριά. Πήγαινε συχνὰ καὶ τοὺς δίδασκε.


Ἄλλη τρανὴ ἀπόδειξις εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς διάλεξε τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τοὺς ψαρᾶδες. Ὅταν ἀπεφάσισε νὰ ἐκλέξῃ τρόπον τινὰ τὸ ἐπιτελεῖο του, τοὺς ἀποστόλους του, ποῦ πῆγε παρακαλῶ; Τὸ Εὐαγγέλιο τὸ σημειώνει, κ᾿ ἔχει μεγάλη σημασία. Τρεῖς ἦταν τότε οἱ μεγάλες πόλεις στὸν κόσμο· ἡ Ῥώμη, ἡ Ἀθήνα, καὶ τὰ Ἰεροσόλυμα. Ὁ Χριστὸς δὲν πῆγε οὔτε στὴ Ῥώμη, οὔτε στὴν Ἀθήνα, οὔτε στὰ Ἰεροσόλυμα. Δὲν διάλεξε οὔτε στρατηγούς, οὔτε βασιλεῖς, οὔτε φιλοσόφους καὶ ῥήτορες, οὔτε γραμματεῖς καὶ φαρισαίους. Γιατί; Ἂν διάλεγε ῥήτορες καὶ φιλοσόφους, θὰ λέγανε· Νίκησε γιατὶ εἶχε κοντά του γραμματισμένους. Ἂν διάλεγε στρατηγοὺς καὶ βασιλεῖς, πάλι θὰ λέγανε· Νίκησε τὸ σπαθί. Καὶ ἂν διάλεγε πλουσίους, θὰ λέγανε· Νίκησε ὁ παρᾶς, τὸ χρῆμα. Αὐτοὶ ποὺ διάλεξε ὁ Χριστὸς ἦταν ἄοπλοι, οὔτε σουγιᾶ δὲν εχανε. Ἕνα σουγιᾶ μόνο εἶχε ὁ Πέτρος· κι ὅταν τὸν ἔβγαλε τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης κ᾿ ἔκοψε τὸ αὐτὶ τοῦ Μάλχου, ὁ Χριστὸς τὸν μάλωσε καὶ τοῦ εἶπε· Ἄ, σὲ παρακαλῶ «βάλε τὸ σουγιᾶ στὸ θηκάρι» (Ἰωάν. 18,11)· ἐμεῖς δὲν πολεμοῦμε μὲ τέτοια ὅπλα, διαφορετικὰ εἶνε τὰ ὅπλα τῆς πίστεως Λοιπὸν οἱ ἀπόστολοι ἤτανε ἄοπλοι, φτωχοὶ – πάμπτωχοι, καὶ ἀγράμματοι· δὲν ἦταν εἰς θέσιν οὔτε τὴν ὑπογραφή τους νὰ βάλουν. Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς κατὰ κόσμον τιποτένιους, αὐτούς διάλεξε.

―Ἐμεῖς, μᾶς ρωτᾶνε πολλὲς φορὲς οἱ γραμματισμένοι, βγάλαμε πανεπιστήμιο· πῶς νὰ πιστέψουμε ὅτι ὁ χριστιανισμὸς εἶνε πράγματι ἀπὸ τὸ Θεό;

Ἀπαντοῦμε μὲ μιὰ λέξι· δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο. Οἱ ἀπόστολοι! Κανένας ἄλλος (οὔτε ἱδρυτὴς θρησκείας, οὔτε ἱδρυτὴς αὐτοκρατορίας, οὔτε ἄλλος ἀπὸ ᾿κείνους ποὺ δημιούργησαν μεγάλα ἔργα), κανένας δὲν διάλεξε τόσο ταπεινοὺς συνεργάτες. Ἂν οἱ ἀπόστολοι δὲν εἶχαν τὴ δύναμι ἀπὸ τὸ Θεό, ἦταν ἀδύνατον νὰ κατηχήσουν τὸν κόσμο. Ἑπομένως ἡ θρησκεία μας εἶνε ἀπὸ τὸ Θεό.

Πῆγε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὰ χωριουδάκια, διάλεξε αὐτούς, τοὺς ἔκανε μαθητὰς καὶ ἀποστόλους, καὶ δι᾿ αὐτῶν κατήρτισε τὸ σχέδιο τῆς ἐκχριστιανίσεως ὅλου τοῦ κόσμου.

Ὁ Χριστὸς λοιπὸν πέρασε τὴ ζωή του στὰ χωριά. Δὲν εἶνε μικρὸ δίδαγμα αὐτό. Μποροῦσε νὰ γεννηθῇ μέσ᾿ στὴν Ἀθήνα κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολι, ἢ στὴ Ῥώμη κάτω ἀπὸ τὸ Καπιτώλιο, ἢ στὴν Αἴγυπτο κάτω ἀπὸ τὶς πυραμίδες. Ποῦ γεννήθηκε; – ὅλα ἔχουν σημασία. Σ᾿ ἕνα χωριό, στὴ Βηθλεέμ. Ποῦ πέρασε τὰ περισσότερα χρόνια του; Στὸ χειρότερο χωριό, τὴ Ναζαρέτ, ἕναν ἀγκαθότοπο. Γι᾿ αὐτὸ περιπαικτικὰ τὸν λέγανε Ναζωραῖο, καὶ αὐτὸ γράψανε καὶ πάνω στὸ σταυρό του· «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» (Ἰωάν. 19,19).

Τί σημαίνουν αὐτά; Ὁ Χριστὸς προτίμησε νὰ ἐκλέξῃ μαθητὰς ἀπὸ τὰ χωριά. Προτίμησε νὰ ζήσῃ τὰ περισσότερα χρόνια τῆς ζωῆς του σ᾿ ἕνα χωριὸ ἄξεστο κ᾿ ἐλεεινό. Προτίμησε ὡς ὄνομά του τὸ Ναζωραῖος – οὔτε Ἀθηναῖος οὔτε Ῥωμαῖος. Ἔδειξε ἔτσι, ὅτι ἀγαπάει τὰ χωριά, ἀγαπάει τὸν βίο τῆς ὑπαίθρου.

Χαρακτηριστικὸ εἶνε καὶ τὸ ἑξῆς. Κανένας τσοπάνος, κανένας ψαρᾶς, κανένας χωρικὸς δὲν τὸν κάρφωσε. Αὐτοὶ ἀφήνανε ἀλέτρια καὶ δίχτυα καὶ τρέχανε νὰ τὸν ἀκούσουν. Σὰν τὸ παιδάκι ποὺ βυζαίνει τὸ βυζὶ τῆς μάνας του, σὰν τὴ μέλισσα ποὺ κάθεται πάνω στὸν ἀνθό, σὰν τὸ διψασμένο ἐλάφι ποὺ τρέχει στὴν πηγή, ἔτσι αὐτοὶ τρέχανε κοντά του καὶ λέγανε· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46).

Ποιοί τὸν πολέμησαν; – ἔχει σημασία αὐτό. Οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι· αὐτοὶ ποὺ κάθονταν μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα, αὐτοὶ πού ᾿χαν τὰ χρήματα. Ἄλλοτε πήρανε πέτρες νὰ τὸν πετροβολήσουν, ἄλλοτε πήρανε σχοινιὰ νὰ τὸν δέσουν, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι «ἐξέστη», τρελλάθηκε (Μᾶρκ. 3,21). Αὐτὴ ἦταν ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνωτέρων λεγομένων τάξεων ἀπέναντί του. Δὲ᾿ σταυρώθηκε ὁ Χριστὸς σὲ χωριό· στὴν πρωτεύουσα, ἔξω ἀπ᾿ τὰ Ἰεροσόλυμα σταυρώθηκε. Αὐτὸ ἔχει σημασία.

Γι᾿ αὐτὸ τὰ χωριὰ εἶνε εὐλογημένα. Τὰ εὐλόγησε ἐκεῖνος τότε, ὅταν ξυπόλητος περνοῦσε βουνὰ καὶ λαγκάδια γιὰ νὰ τὰ ἐπισκεφθῇ. Κι ὅπως τότε τὰ εὐλόγησε, ἔτσι καὶ μέχρι σήμερα. Ὁ Χριστὸς εὐλόγησε, εὐλογεῖ καὶ θὰ εὐλογῇ τὸ χωριό. Γιατί; Γιὰ δύο λόγους·

Πρῶτον, διότι οἱ χωρικοὶ εἶνε ἡ βάσις τῆς κοινωνίας. Δὲν τὸ καταλάβαμε ἐμεῖς οἱ Νεοέλληνες αὐτό. Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀναγνώριζαν, ὅτι θεμέλιο μιᾶς εὐημερούσης κοινωνίας εἶνε ἡ γεωργία. Τὰ προϊόντα τῶν γεωργῶν καὶ τῶν ψαράδων καὶ τῶν βοσκῶν εἶνε στὸ τραπέζι καὶ τοῦ πλουσιωτέρου ἀνθρώπου. Ἂν παύσουν αὐτοὶ νὰ ἐφοδιάζουν, πῶς θὰ ζήσουν οἱ λεγόμενες ἀνώτερες τάξεις; Εὐλογημένα λοιπὸν τὰ χέρια τους. Ἔχουν τὴν εὐλογία τοῦ Χριστοῦ, γιατὶ καὶ αὐτὸς ἔτσι ἔζησε.

Δεύτερον· εὐλογημένα τὰ χωριά, διότι ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουν λιγώτερο. Δὲ᾿ λέμε ὅτι στὰ χωριὰ κατοικοῦν ἄγγελοι· ὄχι. Ἀλλ᾿ ἂν πάρουμε ζυγαριὰ καὶ ζυγίσουμε, θὰ δοῦμε ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ποὺ κάνουν οἱ τσοπαναραῖοι καὶ οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ ψαρᾶδες καὶ ὅλοι ἐν γένει οἱ χωρικοί, εἶνε πολὺ ἐλαφρότερα ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ κάνουν στὶς πόλεις, ποὺ κατήντησαν Σόδομα καὶ Γόμορρα!

Στὶς μεγαλουπόλεις, μαζὶ μὲ τὸ λυσσασμένο κυνηγητὸ τοῦ χρήματος, ὑπάρχει μελαγχολία ποὺ ὁδηγεῖ σὲ αὐτοκτονίες, ὑπάρχει ἐγκληματικότης καὶ ἀνασφάλεια. Στὰ χωριὰ ὑπάρχει περισσότερη ἀνθρωπιά, καὶ ἐν καιρῷ πολέμου μεγαλύτερη ἀσφάλεια. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε, ὅτι θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ τὰ βουνὰ τῆς ὑπαίθρου θὰ μᾶς σώσουν· στὶς σπηλιὲς θὰ πᾶνε οἱ ἄνθρωποι.

Ἐμεῖς προσευχόμεθα καὶ λέμε· Μακριά ὁ πόλεμος! Εἶνε φρικτὸ πρᾶγμα. Καὶ ἂν γίνῃ πόλεμος, αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ εἶνε ὅπως τὰ παλιὰ τὰ χρόνια. Θὰ πέσουν «φιάλαι» τῆς Ἀποκαλύψεως (Ἀπ. 16,1-4,8,10,12,17), ἀτομικὲς βόμβες. Καὶ δὲ᾿ θὰ πέσουν στὴν ὕπαιθρο· θὰ πέσουν στὶς μεγάλες πολιτεῖες· «Ἔπεσεν, ἔπεσε Βαβυλὼν ἡ μεγάλη…» (ἔ.ἀ. 14,8· 18,2). Ὑπὸ τὴν «Βαβυλῶνα» ἐννοοῦνται οἱ μεγάλες πόλεις. Διότι αὐτὲς ἁμάρτησαν πάρα πολύ. Ἐκεῖ ἡ ἀθεΐα, ἐκεῖ ἡ φιλαργυρία, ἐκεῖ ἡ ἀδικία, ἐκεῖ ἡ διαφθορά, ἐκεῖ ἡ μόδα καὶ ἡ ἀναισχυντία. Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς εἶπε· «Ὅταν δῆτε τὶς γυναῖκες νὰ περπατοῦν γυμνὲς στὸ δρόμο, τότε ἦρθε τὸ τέλος τοῦ κόσμου». Καὶ τώρα περπατοῦν γυμνές. Γιατί ἀφήσαμε τὴ δική μας ὡραία ἐνδυμασία, καὶ ἀντιγράφουμε μόδες διεφθαρμένων λαῶν;

* * *

Τελείωσα, ἀγαπητοί μου. Συνοψίζω καὶ λέγω, ὅτι ὁ Χριστὸς πῆγε στὸ χωριό· διάλεξε τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τοὺς ψαρᾶδες· εὐλόγησε, εὐλογεῖ καὶ θὰ εὐλογῇ τὰ χωριὰ γιὰ τοὺς λόγους ποὺ επαμε. Γι᾿ αὐτὸ λέγω τώρα σὲ ὅσους κατοικοῦν στὴν ὕπαιθρο·

Ἀγαπητὰ παιδιὰ τῆς πατρίδος καὶ τῆς πίστεως· κλεῖστε τ᾿ αὐτιά σας στὶς φωνὲς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ σατανᾶ. Μείνετε πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι στὸ Θεό, καὶ ὁ Χριστὸς θὰ εἶνε μαζί σας. Καὶ ἂν ὅλοι γονατίσουν καὶ προσκυνήσουν τὸν διάβολο, ἕνας ἐσὺ νὰ μείνῃς, νὰ μὴ γονατίσῃς!

Δὲν θὰ νικήσῃ ἡ ἀθεΐα! Ὑπάρχει μέσα στὴν Ἀποκάλυψι προφητεία. Ὁ Ἰωάννης εἶδε νὰ παλεύουν διάφορα θηρία. Στὸ τέλος ὅμως δὲ᾿ νίκησε κανένα ἀπὸ αὐτά. Ποιός νίκησε; Νίκησε τὸ ἀρνίον! (βλ. Ἀπ. 17,14). Τὸ ἀρνίον θὰ νικήσῃ τὰ θηρία; Ναί! Τὸ ἀρνίον θὰ νικήσῃ καὶ τὴν ἀρκούδα καὶ τὴν τίγρι καὶ ὅλα. Τὸ δὲ ἀρνίον εἶνε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἁλιεῖς ἀνθρώπων

«Δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων»

Μὲ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα σήμερα μεταφερθήκαμε σὲ μιὰ ἀκρογιαλιὰ τῆς λίμνης Γεννησαρέτ. Κάποιοι ψαράδες ἔριχναν δίχτυα στὴ θάλασσα, δυὸ ἀδέλφια, ὁ Σίμων καὶ ὁ Ἀνδρέας, καὶ ἄλλα δύο, οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης. 

Ἦταν μιὰ συνηθισμένη ἡμέρα, ποὺ ὅμως τὴν ἔκανε πολὺ διαφορετικὴ ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου. Οἱ ἁπλοϊκοὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι γνώριζαν τὸν Κύριο καὶ εἶχαν συζητήσει μαζί Του. Ἀλλὰ τώρα ὁ Κύριος τοὺς ἀπευθύνει κλήση ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως: «Ἀκολουθῆστε με ὡς μαθητές μου, κι Ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω τὴ Χάρι νὰ ἁλιεύετε ἀνθρώπους ἀντὶ γιὰ ψάρια». Κι ἐκεῖνοι τὰ ἄφησαν ὅλα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν. Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε γιατί ὁ Κύριος κάλεσε τέτοιους ἁπλοὺς ἀνθρώπους στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

1. Ἐκλεκτὰ σκεύη τῆς Χάριτος οἱ ταπεινοὶ

Ὁ Κύριος ζητοῦσε μαθητές, ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου οἱ ὁποῖοι, ἀπερίσπαστοι ἀπὸ κάθε ἄλλη μέριμνα, θὰ ἐκπαιδεύον­ταν κοντά Του γιὰ νὰ γίνουν Ἀπόστολοι· δηλαδὴ αὐθεντικοὶ κήρυκες τοῦ Εὐαγγελίου, ἀξιόπιστοι μάρτυρες τῆς ζωῆς καὶ τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου Του, στύλοι τῆς Ἐκκλησίας Του. Θὰ ἀποστέλλονταν νὰ ἀλλάξουν τὸν κόσμο, ἕτοιμοι νὰ ὑπομείνουν ἀκόμη καὶ τὸν θάνατο γιὰ τὸν Κύριο καὶ τὸ Εὐαγγέλιο.

Ἀλλὰ αὐτὴ τὴ μοναδικὴ ἀποστολὴ δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ τὴν φέρουν σὲ πέρας ἄνθρωποι. Καμία ἀνθρώπινη δύναμη δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ κερδίσει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, νὰ τοὺς πείσει νὰ ἐγκαταλείψουν τὶς συνήθειές τους, νὰ ἀφήσουν τὴ ζωὴ τῶν παθῶν καὶ νὰ ζήσουν ζωὴ ὑψηλή, τὴ ζωὴ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς ἁγιότητος. Αὐτὸ τὸ ἔργο θὰ τὸ ἐπιτελοῦσε οὐσιαστικὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ἁπλῶς ἔπρεπε νὰ βρεθοῦν ἄνθρωποι κατάλληλοι νὰ γίνουν φορεῖς τῆς θείας Χάριτος.

Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος δὲν πῆγε στὰ παλάτια τῆς ἐποχῆς νὰ καλέσει πρίγκιπες ἐκπαιδευμένους νὰ ἐξουσιάζουν λαούς, οὔτε κατέφυγε στὶς σχολὲς τῶν ραββίνων, τὶς θεολογικὲς σχολὲς τῆς ἐποχῆς, γιὰ νὰ ζητήσει τοὺς καλύτερους γνῶστες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Δὲν ζήτησε ἀνθρώπους μὲ ἱκανότητες, γνωριμίες, χρήματα· ζήτησε ἀνθρώπους μὲ ἁπλὴ καὶ ταπεινὴ καρδιά, μὲ καθαρότητα καὶ εὐθεία προαίρεση, ὅπως ἦταν αὐτοὶ οἱ Γαλιλαῖοι ψαράδες. Γιατὶ σὲ τέτοιες καρδιὲς ἀναπαύεται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, καὶ τέτοιοι ἄνθρωποι γίνονται ἐκλεκτὰ σκεύη τῆς Χάριτος, ἄξιοι νὰ φανερώνουν μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο τους τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.

2. Οἱ Ἅγιοι δοξάζουν τὴν Ἐκκλησία

Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν δὲν καταξιώνεται ὅταν διαφημίζεται ἀπὸ τὰ Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης, οὔτε ὅταν τιμᾶται μὲ προνόμια καὶ ἰδιαίτερες ἐξουσίες. Οὔτε εὐημερεῖ ὅταν ἔχει πιστοὺς μὲ ἐξαιρετικὲς ἱκανότητες καὶ σπουδές, μὲ θέσεις στὰ Ὑπουργεῖα ἢ μὲ μεγάλες περιουσίες ποὺ θὰ μποροῦν νὰ κάνουν δωρεές. Ἡ Ἐκκλησία προοδεύει ὅταν ἔχει μέλη ταπεινά, δεκτικά. Τότε ἡ θεία Χάρις κατασκηνώνει σ᾿ αὐτούς, τοὺς καθιστᾶ θεοφόρους καὶ μέσῳ αὐτῶν ἐπιτελεῖ μεγάλα καὶ θαυμαστά.

Ἕνας ἀγράμματος μοναχός, ὁ Μέγας Ἀντώνιος, μὲ τὴ φλόγα του γιὰ τὸν Χριστὸ «ἐπόλισε τὰς ἐρήμους», ἔκανε τὶς ἐρήμους πόλεις, ἐνέπνευσε χιλιάδες πιστοὺς νὰ γίνουν μοναχοί· ἐνῶ ἀντίθετα ἕνας μορφωμένος καὶ ἱκανότατος ἱερέας, ὁ Ἄρειος, τάραξε τὴν Ἐκκλησία καὶ ἔγινε πρόξενος ἀπωλείας πολλῶν ψυχῶν. Δύο ὀλιγογράμματοι ἀσκητὲς τῆς ἐποχῆς μας, ὁ ὅσιος Παΐσιος καὶ ὁ ὅσιος Πορφύριος, δόξασαν τόσο πολὺ τὴν Ὀρθόδοξη πίστη, ὠφέλησαν τόσες ψυχές, ὅσες δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ ὠφελήσουν πολλοὶ ταλαντοῦχοι συγγραφεῖς, σπουδασμένοι θεολόγοι καὶ ἱκανοὶ ἱεροκήρυκες.

Αὐτὸ βέβαια δὲν σημαίνει ὅτι ἡ εὐφυΐα, ἡ μόρφωση καὶ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἀν­θρώπινο προσὸν εἶναι κακό. Ὅλα δῶρα τοῦ Θεοῦ εἶναι, καὶ ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔχει, τὰ ἀξιοποιεῖ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο ὅταν τὰ χρησιμοποιεῖ ταπεινά, ὑποτασσόμενος στὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχουν ἐξάλλου καὶ μορφωμένοι Ἅγιοι, ὅπως οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, ἢ πρόσφατα ὁ ἅγιος Νεκτάριος καὶ ὁ ὅσιος Ἰουστίνος Πόποβιτς, ὁ ὁποῖος ἦ­ταν καθηγητὴς Πανεπιστημίου. Ἁπλῶς ἡ πρό­οδος τῆς πίστεως δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ κατὰ κόσμον προσόντα ἀλλὰ πρωτίστως ἀπὸ τὴ Χάρι τοῦ Θεοῦ.

***

Μιὰ συνηθισμένη μέρα στὴ λίμνη τῆς Γεννησαρὲτ ὁ Θεάνθρωπος πλησίασε κάποιους ἁπλοὺς ψαράδες τὴν ὥρα τῆς δουλειᾶς τους καὶ τοὺς εἶπε: «Δεῦτε ὀπίσω μου». Ἐκεῖνοι ἀμέσως Τὸν ἀκολούθησαν. Τόσο ἁπλά. Δὲν φαίνεται νὰ ἔδωσε κανεὶς ἄλλος ἰδιαίτερη σημασία στὸ περιστατικό. Καὶ ὅμως, ἡ ἡμέρα αὐτὴ τῆς κλήσεώς τους ἐπρόκειτο ν᾿ ἀλλάξει τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Ἡ πίστη μας εἶναι μυστήριο ποὺ κατακτᾶ ἀθόρυβα τὸν κόσμο, εἶναι μυστήριο ποὺ ἐπιτελεῖται στὶς καλοπροαίρετες καρδιές· στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀρνοῦνται ὅλα τὰ ἀνθρώπινα στηρίγματα καὶ μὲ ἁπλότητα ἐμπιστεύον­ται τὸν Θεό. Αὐτὴ τὴν ἁπλότητα, αὐτὴ τὴν ταπείνωση νὰ ποθήσουμε καὶ ἐμεῖς, γιὰ νὰ ζήσουμε τὸν Θεό, γιὰ ν᾿ ἀλλάξει ἡ ζωή μας, γιὰ ν᾿ ἀλλάξει ὁ κόσμος.

ΑΠΟ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Β΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

῾Οἱ δέ εὐθέως ἀφέντες τά δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ᾽  (Ματθ. 4, 20)

Ποιές οἱ προϋποθέσεις τῆς ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ; Στήν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν παίρνουμε τήν ἀπάντηση:

(α) ῾ἀφέντες τά δίκτυα᾽. Μπορεῖ καί ἀκολουθεῖ κανείς τόν Χριστό, ὅταν προβεῖ σέ ἀποταγή ὁποιουδήποτε στοιχείου τόν δένει μέ τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν αὐτό θεωρεῖται, κοσμικά, καλό. Τό ζητούμενο δηλαδή πάντοτε γιά τόν Χριστιανό δέν εἶναι ἄλλο ἀπό αὐτό πού συνιστᾶ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. ῎Αν τό θέλημα ᾽Εκείνου περνᾶ μέσα ἀπό τό ῾ἄφημα᾽ ἀκόμα καί τῆς δουλειᾶς του, τῶν πάντων καλύτερα - ῾ἰδού ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καί ἠκολουθήσαμέν σοι᾽ θά ποῦν ἀλλοῦ οἱ ἀπόστολοι στόν Χριστό – τότε αὐτή εἶναι ἡ προτεραιότητα τοῦ πιστοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ἄν κάτι μέ ῾δένει᾽ παθολογικά μέ τόν κόσμο, ὅσο κι ἄν θεωρεῖται κοντινό καί ἀπαραίτητο σέ μένα, πρέπει νά εἶμαι ἕτοιμος νά τό ἀφήσω. Κι αὐτή ἡ ἀποταγή πού γίνεται πρός χάρη τοῦ Θεοῦ συνιστᾶ καί τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. ᾽Αρκεῖ βεβαίως νά ἔχω τή διάκριση νά καταλαβαίνω κάθε φορά ποιό εἶναι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.

(β) ῾εὐθέως᾽, δηλαδή χωρίς ἀναβολή, ἀμέσως. Ὅταν μέ καλεῖ ὁ Θεός, ὅταν γνωρίζω τό ἅγιο θέλημά Του, ἀλλά ἀναβάλλω τήν ἀνταπόκρισή μου καί τήν ἐφαρμογή αὐτοῦ τοῦ θελήματος στή ζωή μου, ἀπό κεῖ καί πέρα ἀρχίζει ἡ εὐθύνη τῆς ἐναντίωσής μου στόν Θεό. Γίνομαι, κατά κάποιο τρόπο, θεομάχος, συνεπῶς θέτω ἐμπόδιο στήν αἴσθηση τῆς χάρης Του στήν ὕπαρξή μου. Καί συνήθως συμβαίνει τό ἑξῆς: διαρκῶς καί μεταθέτω τήν ἀπόφαση ἀκολουθίας τοῦ Χριστοῦ γιά...ἀργότερα, ἄρα δέν Τόν ἀκολουθῶ ποτέ. ῞Ενα παλιό γνωμικό ἐπισημαίνει: ῾Ἡ ἀναβολή ὁδηγεῖ στή χώρα τοῦ ποτέ᾽. Ἡ κατάσταση αὐτή συνιστᾶ ἕνα ἐκ δεξιῶν λεγόμενο ὅπλο τοῦ διαβόλου. Δέν πολεμᾶ ὁ πονηρός κατευθεῖαν τόν πιστό, μέ ἄρνηση τοῦ Θεοῦ, ἀλλά μέ ἀποδοχή τοῦ θελήματός Του, ἀλλά γιά ἀργότερα. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἡ χριστιανική ζωή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ἀποφασιστικότητας. ῎Ανθρωπος πού ἔχει πειστεῖ γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί γιά τή σωτηρία πού προσφέρει ὡς ζωντανή σχέση μέ τόν Θεό, δέν μπορεῖ νά ἀναβάλλει. ᾽Εκτός ἀπό τούς ἀποστόλους πού ἀνταποκρίθηκαν ἄμεσα, βλέπουμε τήν ἀμεσότητα ἀνταπόκρισης σέ ὅλους τούς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι καί γι᾽ αὐτό ἅγιασαν. ᾽Εν προκειμένῳ ἄς θυμηθοῦμε καί τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος, μετά τή θαυμαστή συνάντησή του μέ τόν ἀναστημένο Χριστό, τήν ὥρα πού δίωκε τούς χριστιανούς στόν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ, ἀμέσως ἀλλάζει ζωή, καί τήν ὁσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, ἡ ὁποία μόλις καί αὐτή συνειδητοποιεῖ τήν κατάντια τῆς ζωῆς της καί ποῦ βρίσκεται ἡ ἀλήθεια, ἀμέσως φεύγει γιά τήν ἔρημο, χωρίς ποτέ νά ἐπιστρέψει στόν κόσμο.

ΔΕΥΤΕ ΟΠΙΣΩ ΜΟΥ

   

Ο Χριστός ξεκίνησε το έργο της σωτηρίας των ανθρώπων επιλέγοντας τους μαθητές που θα Τον ακολουθούσαν σ’  αυτό με την φράση «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ. 4, 19). «Ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Είναι ηγετικός ο λόγος αυτός. Ο Χριστός θα μπει μπροστά και ζητά από τους μαθητές, αλλά και από όσους θέλουν να πιστέψουν σ’  Αυτόν, να Τον ακολουθήσουν. Μπορεί να μη γίνουν όλοι αλιείς ανθρώπων. Ωστόσο προϋπόθεση για την πορεία στην οδό του Ευαγγελίου είναι το να ακολουθούμε τον Χριστό.

          Έρχεται εύλογο το ερώτημα:  γιατί πρέπει να ακολουθήσουμε; δεν μπορούμε μόνοι μας να βρούμε τον δρόμο της αλήθειας; γιατί να ζητά ο Χριστός να αφήσουμε κατά μέρος τα αγαθά μας, την ζωή μας, την ίδια μας την ελευθερία και να πορευτούμε τον δρόμο που Αυτός χαράσσει, ακολουθώντας Τον; Ποιο είναι το νόημα μιας τέτοιας προτροπής σήμερα, οπότε και οι καιροί μας ομνύουν στην αυτοδιάθεση του ανθρώπου; Δεν θέλουμε κανέναν πάνω από το κεφάλι μας. Μπορούμε και μόνοι μας. Γιατί να ακολουθούμε μία οδό η οποία είναι βέβαιο ότι στην ζωή αυτή δεν πρόκειται να μας δώσει ευτυχία, τουλάχιστον με τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος και ο πολιτισμός βλέπουν την ευτυχία;  Διότι αυτά που ζητά ο Χριστός να αφήσουμε κατά μέρος, τα αγαθά μας, την ζωή μας και τον τρόπο της, τους ανθρώπους που αγαπούμε και μας είναι οικείοι, αλλά και την ίδια την ελευθερία μας, για να βρούμε ταυτότητα κοντά στον Χριστό, είναι όλα  όσα οι καιροί μας υπόσχονται ότι δικαιούμαστε για να είμαστε ευτυχισμένοι.

       Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Περνά μέσα από το τι αναζητεί ο καθένας μας. Αν είμαστε ευχαριστημένοι με τα όσα βλέπουμε και θέλουμε μ’  αυτά να ζούμε, γιατί δεν μας ενδιαφέρει να χαράξουμε πορεία αιωνιότητας, τότε θα αρκεστούμε στον χριστιανισμό της συνήθειας. Αυτόν που θα μας κάνει να αισθανόμαστε ότι τόσο μπορούμε. Θα μοιάζουμε με το πλήθος που άκουγε την διδασκαλία του Χριστού επάνω από το πλοιάριο του Πέτρου, χωρίς όμως να είναι σε θέση να Τον ακολουθήσει αυθεντικά. Αν πάλι θεωρούμε ότι το Πρόσωπο του Χριστού και ο λόγος του Ευαγγελίου αντίκεινται στον οραματισμό για μία ζωή με δικαιώματα και απολαύσεις και δεν υπάρχει αιωνιότητα, τότε ούτε καν θα Τον ακούσουμε. Θα είμαστε αδιάφοροι και κάποτε αρνητές. Αν όμως μέσα μας υπάρχει η δίψα για την όντως ζωή, αυτή που θα κάνει την καρδιά μας να πιστέψει ότι έχουμε ψυχή, ότι δεν σταματά η ζωή στην πέτρα του μνήματος, ότι όλα όσα μας ανήκουν στην ουσία δεν μας οδηγούν σε μία μόνιμη χαρά, τότε καταλαβαίνουμε ότι ο δρόμος περνά μέσα από την εκπλήρωση της προτροπής του Χριστού «δεύτε οπίσω μου».

Χάνουμε την ελευθερία μας;  Και ναι και όχι. Ναι, διότι δεν πορευόμαστε σύμφωνα με το θέλημά μας. Όχι διότι μπορούμε να χτίσουμε ένα καινούργιο θέλημα, αυτός της αγάπης και της κοινωνίας με το Πρόσωπο του Χριστού, για το οποίο θα αναλάβουμε την ευθύνη της ζωής μας. Ευθύνη να μην είναι το «έχειν» το κλειδί, αλλά το «αγαπάν».  Να μην είναι η επιθυμία της πρόσκαιρης ηδονής, της αποδοχής από τους άλλους, της εκπλήρωσης των φιλοδοξιών το κλειδί της πορείας μας, αλλά η ταπεινότητα και ο αγώνας να μοιάζουμε τον Χριστό, τους μαθητές Του, τους Αγίους, στην συγχωρητικότητα, στο μοίρασμα, στην αίσθηση ότι ο Χριστός ως αλήθεια είναι το παν στη ζωή μας. Να μπορούμε να δούμε τις σχέσεις μας με τους άλλους όχι στην προοπτική της εξουσίας, αλλά της προσφοράς και της διακονίας. Να είναι η καρδιά μας προσευχόμενη, όχι μόνο γι’  αυτούς που πάσχουν, αλλά, κυρίως, για όσους αισθάνονται ότι δεν βρίσκουν νόημα στην ζωή.  Για όσους έχουν ταυτίσει την ζωή με το «έχειν» και διαπιστώνουν ότι τελικά τίποτε δεν τους ανήκει πραγματικά.

Η ελευθερία μας ξαναβρίσκεται στην έξοδο από το «εγώ» μας. Ο μαθητής του Χριστού χάνοντας κερδίζει. Διότι όταν παραιτείται από τα ίδια, λαμβάνει ως αντίχαρη την χαρά της Βασιλείας. Την δύναμη του Ευαγγελίου. Μία άλλη ποιότητα ζωής, η οποία με βάση τον λόγο και την αγάπη κάνει τον άνθρωπο να αισθάνεται ότι αξίζει να ζει. Διότι τίποτε δε μπορεί να τον νικήσει, καθώς το Ευαγγέλιο δεν είναι ένα ιδεολογικό κήρυγμα, αλλά ο παρών Χριστός στο δικό μας παρόν. Και όταν είμαστε με τον Θεό είμαστε ελεύθεροι από ό,τι μας υποδουλώνει στην ανάγκη. Πραγματικός σκλάβος είναι ο εμπαθής άνθρωπος. Αυτός ο οποίος, στηριγμένος στα πάθη του για να βρει την ευτυχία, καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί χωρίς τα πάθη, χωρίς τον εγωκεντρισμό και συγκρούεται συνεχώς με τους άλλους, που λειτουργούν παραπλήσια. Κάνει έτσι την ζωή έναν στίβο επιβίωσης. Έτσι όμως δεν υπάρχει ελευθερία.

«Δεύτε οπίσω μου» μας λέει και πάλι ο Χριστός. Οι μαθητές άφησαν τα πάντα στην άκρη και Τον ακολούθησαν. Στο Πρόσωπό Του είδαν ό,τι ποθούσε η ύπαρξή τους. Την αλήθεια και την αγάπη. Η ζωή τους όμως ήταν μαζί Του και μεταξύ τους αρχικά και κατόπιν με όλους τους ανθρώπους που αποδέχτηκαν το κήρυγμα. Η αλήθεια και η αγάπη βρίσκονται στην Εκκλησία, στην αυθεντική συνάντηση όσων ακολουθούν τον Χριστό όχι από συνήθεια ή από φόβο, αλλά από αληθινό πόθο αιωνιότητας και χαρά που διαρκεί. Εκεί βρίσκεται η ελευθερία που ξεπερνά τα άγχη και τις φοβίες για να μην χάσουμε όσα μας έχουν απομείνει. Κουρασμένοι από τους κάθε λογής σωτήρες, είτε είναι πρόσωπα είτε ιδέες είτε πολιτισμικά ρεύματα, είτε θεάματα, οι άνθρωποι που ζούμε στην πλήξη των εικόνων ας τολμήσουμε να αναζητήσουμε στην ζωή της Εκκλησίας Αυτόν που μας δείχνει την οδό, την αλήθεια, την ζωή. Ό,τι δηλαδή είναι ο Ίδιος!  

Της Βασίλισσας του Ουρανού η Παράταξη (Σύναξη των Αγιορειτών Πατέρων)

«Τη δευτέρα Κυριακή του Ματθαίου, την μνήμην εορτάζομεν πάντων των Οσίων Πατέρων, των εν Αγίω Όρει του Άθω λαμψάντων».

Όρη ιερά και, άγια υπάρχουν πολλά… Άγιο όρος και θεοβάδιστο, το Σινά. Εκεί δόθηκε από τον ίδιο το Θεό Σαβαώθ ο Νόμος στο δούλο Του τον Μωυσή. Άγιο όρος το Θαβώρ! Εκεί η Μεταμόρφωση του Ιησού υπήρξε για τους Αγίους Αποστόλους μια εμπειρία θεώσεως. Άγιο όρος το Όρος των Ελαιών, απ’ όπου ο Θεάνθρωπος ανελήφθη στους ουρανούς, «ίνα πέμψη τον Παράκλητον τω κόσμω» κ.λπ.

 Όμως εμείς όταν μιλάμε για «Άγιον Όρος», εννοούμε «τον αγιώνυμο Άθω, τον νοητό της Θεοτόκου και ωραίο παράδεισο». Το «Περιβόλι της Παναγίας», όπως απλά τον αποκαλούμε. Άθως. Άγιον Όρος, Περιβόλι της Παναγίας! Ένα βουνό και μια χερσόνησος, που έλαβε το όνομα της απ’ αυτό. Ένα τοπίο ελληνικό, αρκετά όμορφο βέβαια, μα όχι και μοναδικό στις φυσικές ομορφιές. Ένας ζωγράφος, ένας ποιητής, θα μπορούσε να ελκυσθεί ίσως περισσότερο από κάποιες άλλες γωνιές της ελληνικής γης. Κι όμως ο Άθως έχει μια δική του ομορφιά, μυστική, κρυμμένη από τα βέβηλα μάτια εκείνων που ως άφρονες λέγουν «εν τη καρδία αυτών: ουκ έστι Θεός» (Ψαλμ. 13: 1).

Η ομορφιά αυτή, η απρόσιτη σ’ όσους δεν διαθέτουν τις πνευματικές προϋποθέσεις, οφείλεται στα μυρίπνοα άνθη που άνθισαν στις υπώρειες του. Στα κρίνα τα αειθαλή και πανεύοσμα, που φύτρωσαν στις κοιλάδες του. 

Στα δένδρα του τα ουρανομήκη και ευσκιόφυλλα, που αναβλάστησαν στα παράλιά του.

 Στο χορό, θέλω να πω, των Οσίων, των Ομολογητών, των Ιεραρχών και των Μαρτύρων, που στο διάστημα της υπερχιλιόχρονης χριστιανικής ιστορικής πορείας του ανέδειξε! 

Στα ιερά καρδιοστάλακτα δάκρυα τους! Στους αλάλητους στεναγμούς της καρδιάς τους! 

Στις θεοπειθείς ευχές τους! Στην ισάγγελη πολιτεία τους! Στην καλή ομολογία της Πίστεως! Στα τίμια μαρτυρικά αίματά τους!

 Η δεύτερη Κυριακή του Ματθαίου είναι ήμερα μνήμης, τιμής, εορτασμού και πανηγύρεως όλων εκείνων των φιλόθεων ψυχών, που με την κατά Θεόν άσκησή τους στον Άθωνα, με την καλή ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως, ή και το μαρτύριο ακόμη χάριν του Χριστού και της πατρώας ευσέβειας, «ευηρέστησαν Θεώ και ανθρώποις», έκλεισαν τον Ιερό εκείνο τόπο, δόξασαν την Εκκλησία, φώτισαν ολόκληρη την ανθρωπότητα, μας χάρισαν νέα, ακριβή σταθμά και μέτρα πίστεως και ευσέβειας!,..

 Ποιούς να μνημονεύσει πρώτα κανείς και ποιούς έπειτα; Τον Αθανάσιο, δομήτορα, κτήτορα της Λαύρας; Πέτρο τον επώνυμο του Άθω; Γρηγόριο τον Παλαμά, τον στύλο της Ορθοδοξίας; Νήφωνα τον ιεραπόστολο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως; Συμεών τον Νεμάνια, που μετάλλαξε την επίγεια βασιλεία με την ουράνια; Κοσμά τον Πρώτο, τον Ιερομάρτυρα, και τους μαζί με αυτόν προμάχους της Ορθοδοξίας; Κοσμά τον Αιτωλό, τον Ισαπόστολο Φιλοθεΐτη; Μακάριο τον Διονυσιάτη Νεομάρτυρα; Τους διά πνιγμού τελειωθέντες Ιβηρίτες Οσιομάρτυρες; Τους ολοκαυτωθέντες Ζωγραφινούς; Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον απλανή διδάσκαλο της Εκκλησίας; Ή μήπως τους ανώνυμους εκείνους κι άγνωστους -γνωστούς, όμως, πολύ καλά στο Θεό, των οποίων τα ιερά λείψανα «ως βοτάνη ανατέλλουν» σε κάθε γωνιά της αγιορείτικης γης και σκορπούν ευωδία και ιάματα; «Επιλείψει γαρ με διηγούμενον ο χρόνος…» (Εβρ. 11: 32).

 Τί να τιμήσει και τί να θαυμάσει κανείς περισσότερο; Τα δάκρυα της κατανύξεως ή τα αίματα του μαρτυρίου; Τους βαθυκάρδιους στεναγμούς της μετανοίας ή τα βασανιστήρια της ομολογίας; Την πτωχεία για τον Ιησού ή τον πλούτο της αρετής; Το βάθος της ταπεινώσεως ή το ύψος της Θεολογίας; Τους αγώνες κατά των παθών ή τα τρόπαια κατά των αιρέσεων και της ασεβείας; Τη συνέπεια της πράξεως ή τον πλούτο της θεωρίας; Την κατά κόσμον ασημότητα ή την εν Χριστώ μεγαλοσύνη; Το ατημέλητο της σάρκας ή τη λαμπρότητα της ψυχής; Την διά βίου σιωπή ή την κατά το μαρτύριο στεντόρεια ομολογία; Το χαροποιό πένθος ή τον γλυκασμό της θεοπτείας; Την εκκοπή κάθε ψεκτού πάθους ή το «παθείν τα θεία»; Τη νοερά προσευχή ή την με αγάπη διακονία; Την διά Χριστόν σαλότητα (τρέλλα) και μωρία ή την ένθεη σοφία; «Απορεί πάσα γλώσσα ευφημείν προς αξίαν»…

Αλλά η γιορτή των Αγιορειτών Αγίων, πέρα από την απόδοση της πρέπουσας τιμής στους ουρανοβάμονες αυτούς θείους άνδρες και επίγειους αγγέλους, έχει και μια άλλη διάσταση: Είναι ένας καθρέφτης. Ένας αδυσώπητος καθρέφτης για όλους εμάς! Για όλους που φέρουμε το υπεύθυνο όνομα «Χριστιανός Ορθόδοξος», κι ακόμα πιο πολύ για όσους φέρουμε το ίδιο με εκείνους σχήμα…

Αν «τιμή μάρτυρος», κατά τον πολύ τα θεια Χρυσόστομο, είναι η «μίμηση μάρτυρος», και εάν, κατά τον ίδιο, «εορτή είναι των αγαθών έργων η επίδειξη· της ψυχής η ευλάβεια· η προσοχή της ζωής μας», εκείνο στο οποίο μας καλεί ο πανηγυρικός εορτασμός των «του Άθω Πατέρων και αγγέλων εν σώματι», είναι προφανές και πασίδηλο…

Ένα τροπάριο της Λιτής της Ακολουθίας των Αγιορειτών Αγίων που είναι ύμνος και δέηση μαζί, θα ήταν νομίζω η καλύτερη κατακλείδα τούτων των γραμμών: «Όσιοι Πατέρες οι εν τω Όρει τούτω τους ασκητικούς αγώνας ανύσαντες, υμείς εκ νεότητος τον σταυρόν του Κυρίου αράμενοι, δι’ αυτού υμίν ο κόσμος εσταύρωται και αυτοί τω κόσμω· το μεν αισθητώς αυτού χωρισθέντες το δε, και νοητώς αυτώ νεκρωθέντες. Όθεν διπλήν ειδότες την πράξιν του σταυρού, διπλήν και την ανάβασιν προς αυτόν εποιήσατε, διά πράξεως και θεωρίας, εις την ενδεχομένην ανθρώποις ελάσαντες τελειότητα, και νυν εν ουρανοίς συνδοξασθέντες Χριστώ, ως και συμπαθόντες, πρεσβεύσατε υπέρ των ψυχών ημών».

(Όσιοι Πατέρες, σεις αγωνιστήκατε τους ασκητικούς αγώνες σε τούτο το όρος, σεις από τα νιάτα σας σηκώσατε στον ώμο τον Σταυρό του Χριστού και μ’ αυτόν ο κόσμος σταυρώθηκε για σας και σεις για τον κόσμο, μα και νοερά πεθάνατε για τον κόσμο. Λοιπόν διπλή την μάθατε την πρακτική του Σταυρού και διπλά ανεβήκατε στο ύψος του, με την πράξη και με την θεωρία και έτσι φθάσατε στην τελειότητα που μπορεί να φθάσει ο άνθρωπος. Και τώρα που βρίσκεστε στον ουρανό και δοξάζεστε μαζί με το Χριστό, αφού πάθατε και μαρτυρήσατε μαζί του, παρακαλέστε Τον για τη σωτηρία των ψυχών μας.)

Ιωσήφ, Μητροπολίτου Προικοννήσου, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως
kranos
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ