2017-08-24 02:31:13
Φωτογραφία για John A. Scott, Η ενότητα του Ομήρου, Κεφάλαιο H' (τελευταίο), H Ιλιάς και η Οδύσσεια
[Ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος επικός ποιητής διότι η πολύπλοκη ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιεί φανερώνει ότι εξελίχθηκε επί σειρά γενεών. Αγνοούμε όμως, την οφειλή του Ομήρου προς τους παλαιοτέρους επικούς ποιητές ως προς τη διαμόρφωση της πλοκής και γενικότερα την ποιητική επεξεργασία αφ’ ου τα έργα τους χάθηκαν. Εν τούτοις, μελετώντας προσεκτικώς τα σπαράγματα του Επικού Κύκλου και τους μεταγενεστέρους Έλληνες ποιητές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Όμηρος εισήγαγε αρκετές καινοτομίες οι οποίες απουσιάζουν από τα ανωτέρω αλλά απαντούν και στα δύο ομηρικά έπη. Για παράδειγμα, ο Όμηρος δεν διηγείται ολόκληρο τον πόλεμο της Τροίας ή ολόκληρο τον νόστο του Οδυσσέως αλλά μερικές εβδομάδες από τα μεγάλα αυτά μυθικά θέματα, περί το ήμισυ κάθε έπους έχει συντεθεί σε ευθύ λόγο ώστε πολλά χωρία τους μπορούν να αποτελέσουν θεατρικά έργα χωρίς μεγάλες τροποποιήσεις, κάθε ποίημα περιγράφει αντικείμενα υπέροχης τελειότητος μέσω της εντυπώσεως που προκαλούν σε όσους τα βλέπουν (και όχι περιγράφοντας λεπτομερώς τα ίδια), η κορύφωση αμφοτέρων των ποιημάτων τοποθετείται στην εικοστή δεύτερη ραψωδία και όχι στην τελευταία, κ.α
. Κάθε λογοτεχνική περίοδος έχει τις δικές της προτιμήσεις και κάθε παρόμοια περίοδος είναι σύντομη. Η αρχή της ακμής της τραγωδίας συμπίπτει με τη γέννηση του Σοφοκλέους και το τέλος της περίπου με τον θάνατό του. Αν ζούσε σήμερα ο Θερβάντες δεν θα έγραφε τον «Δον Κιχώτη» διότι είναι διαφορετικό το γούστο των συγχρόνων αναγνωστών. Δεν αποτελεί σύμπτωση ότι η Σαπφώ και ο Αλκαίος συνέθεσαν λυρική ποίηση την ίδια εποχή. Έτσι και ο Όμηρος, αν ζούσε τον 4ο αιώνα, θα ήταν μάλλον είτε ρήτορας είτε φιλόσοφος. Τα δύο ομηρικά έπη αποτελούν, απ’ όσο γνωρίζουμε, μακράν τα μεγαλύτερα ελληνικά ποιήματα, προέρχονται δηλαδή από μια περίοδο η οποία αρεσκόταν στα μακρά έπη, η οποία περίοδος (όπως όλες) πρέπει να ήταν σύντομη. Επίσης, πλην όσων ήδη αναφέραμε, η κλίμακα στην οποία έχουν συλληφθεί και συντεθεί τα δύο αυτά έπη, είναι μεγαλειώδης και τα ξεχωρίζει από το σύνολο της ελληνικής γραμματείας. Τα στοιχεία για την ενότητα της Ιλιάδος και της Οδύσσειας είναι τόσο ισχυρά ώστε είμαστε υποχρεωμένοι να αξιώσουμε έναν μόνον θείο Όμηρο].

~~~~~~~~~~

Δεν γνωρίζουμε τίποτε για τις πηγές του Ομήρου ή για τα πρότυπα τα οποία ακολούθησε – αν υπήρχαν πρότυπα να ακολουθήσει. Ούτε ένας στίχος, ούτε μια αξιόπιστη παραπομπή σε οιοδήποτε προγενέστερο λογοτεχνικό έργο δεν έχει σωθεί. Εντοπίζεται ένας πιθανός υπαινιγμός στην αργοναυτική εκστρατεία [μ 69-72] αλλά όλα τα ποιήματα που την εξιστορούν είναι πολύ μεταγενέστερα του Ομήρου και ίσως βασίζονται σε στοιχεία που άντλησαν από τον Όμηρο και όχι από την προγενέστερή του ποίηση. Οι ιστορίες του Μελεάγρου [Ι 529-599], των νεανικών ετών του Νέστορος [Λ 670-762], των Αμαζόνων [Γ 188-189, Ζ 186] και οι υπόλοιπες, ίσως επιδέχονται παρόμοια ερμηνεία.

    Υφίσταται, λοιπόν, μόνον ανεπαρκές υλικό, και αυτό μάλιστα τόσο αμφίβολο, από το οποίο καλούμαστε να ανακατασκευάσουμε την προομηρική ποίηση. Και όμως, πρέπει να υπήρχαν ποιητές πριν από τον Όμηρο. Η Ιλιάς και η Οδύσσεια δεν φανερώνουν σημάδια πειραματισμού ή δισταγμού στη διαμόρφωση μιας δύστροπης γλώσσης σε ένα απαιτητικό ποιητικό μέτρο. Η χάρη και ευκολία με την οποία οι λέξεις του Ομήρου απαντούν στον δακτυλικό ρυθμό μπορούσε να επιτευχθεί μόνον έπειτα από πολλά έτη ποιητικής εξελίξεως. Το μέτρο χρησιμοποιεί έναν μακρύ και δύσκολο στίχο, έναν στίχο πολύ διαφορετικό αυτού των πρωτόγονων τραγουδιών. Η γλώσσα είναι τόσο πλούσια και περίπλοκη ώστε ο Όμηρος περιέχει στα ποιήματά του την κληρονομία πολλών γενεών ποιητών. Είναι αμφίβολο αν ο μεγαλοπρεπής στίχος του Milton υπήρξε περισσότερο απομακρυσμένος από την καθημερινή γλώσσα της εποχής του Cromwell όσο η γλώσσα του Ομήρου αυτής του καθημερινού ανθρώπου των παλαιών εκείνων ημερών. Το απλό γεγονός ότι απαντούν πέντε διαφορετικοί τύποι του απαρεμφάτου «εἶναι» (εἶναι, ἔμμεναι, ἔμεναι, ἔμμεν, ἔμεν) και τέσσερις τύποι της κυρίας προθέσεως «ἐν» (ἐν, ἐνί, εἰν, εἰνί), και όλοι οι τύποι σε διαφορετικό μέτρο, φανερώνει ότι ο ποιητής δεν χρησιμοποιούσε την καθημερινή γλώσσα του λαού αλλά μια ποιητική γλώσσα στην οποία οι διάφοροι αυτοί τύποι είχαν διατηρηθεί.

    Η σύγκριση της γλώσσης αυτής με κάθε πεζό έργο, όσο πρώιμο και σε οιαδήποτε διάλεκτο, θα καταδείξει τον απαράμιλλο ποιητικό της χαρακτήρα. Αυτό το ποιητικό καλούπι δεν μπορεί να αποτελεί έργο ενός ανδρός ή αποτέλεσμα ευρείας χρήσεως της ποιητικής αδείας. Κανείς δεν επιτρέπει την κακή χρήση ή κακή προφορά της γλώσσης του, εν τούτοις ακούει με μεγάλη ευχαρίστηση παλαιούς ή ποιητικούς τύπους. Η δική μας χρήση σπανίων και παλαιών λέξεων στην ποίηση και στη λατρεία φανερώνει μια ομοιότητα με τις ποιητικές επιβιώσεις στον Όμηρο.

    Το μόνον που μπορούμε με βεβαιότητα να πούμε για τους ποιητής που έζησαν πριν από τον Όμηρο, είναι ότι τον εφοδίασαν με μια γλώσσα κατάλληλη για το μέτρο και το θέμα των μεγάλων του ποιημάτων. Το διάστημα μεταξύ της Ιλιάδος και της Οδύσσειας δεν μπορεί να είναι μεγάλο κρίνοντας από τη γλώσσα και τον πολιτισμό που αμφότερα απεικονίζουν καθώς επίσης και από την παραγωγή άλλων μεγάλων λογοτεχνικών έργων, άλλων εποχών και άλλων τόπων. Η κοινωνία δεν παραμένει ικανοποιημένη για πολύ καιρό με κανένα λογοτεχνικό είδος, όσο υπέροχο και αν είναι. Ο ενθουσιασμός ο οποίος προσκαλεί και ανταμείβει κάθε είδος ευφυΐας, γρήγορα εξατμίζεται.

    Αν ο Όμηρος ζούσε στο τέλος του 6ου αιώνος θα ήταν μάλλον λυρικός ποιητής, μια γενεά αργότερα δραματικός ενώ στην επόμενη γενεά κωμικός, φιλόσοφος ή ρήτωρ. Ο Αισχύλος, «ο πρώτος ο οποίος προήγαγε την τραγωδία στον βαθμό της πραγματικής λογοτεχνίας»[1] ήταν μικρότερος από τριάντα ετών όταν γεννήθηκε ο Σοφοκλής ενώ με τον θάνατο του Σοφοκλέους η ελληνική τραγωδία είχε ολοκληρώσει τη δημιουργική διαδρομή της. Η κρατική και θρησκευτική υποστήριξη του δράματος του επέτρεψαν να επιβιώσει για πολλά χρόνια αλλά, παρά την υποστήριξη αυτή, η παραγωγή ελληνικών τραγωδιών ως πραγματική λογοτεχνία πρακτικώς συμπίπτει με τον βία ενός μόνου ανδρός, του Σοφοκλέους. Με τον ίδιο τρόπο, η παλαιά, μέση και νέα κωμωδία είχαν μια λαμπρή αλλά σύντομη σταδιοδρομία. Επίσης οι γενεαλογίες του Φερεκύδου, ο οποίος φημίζεται ως ο πρώτος άνδρας στην Αθήνα ο οποίος χρησιμοποίησε τον πεζό λόγο στη λογοτεχνία, δεν απέχουν ούτε μία γενεά από την ιστορία του Θουκυδίδου, του σπουδαιοτέρου όλων των ιστορικών.

    Δεν σταμάτησαν να γεννώνται άνθρωποι ικανοί να γράφουν λυρική ποίηση μετά τους Περσικούς Πολέμους, δεν σταμάτησαν ποιητές ικανοί στη δραματική πλοκή να εμφανίζονται μετά την εποχή του Περικλέους· η άποψη και η παρόρμηση των ανθρώπων ήταν πλέον διαφορετικές. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ότι ο Milton, αν ζούσε σήμερα, θα έγραφε τον «Χαμένο Παράδεισο» ή ο Θερβάντες τον «Δον Κιχώτη» ή ο Δάντης θα επεξεργαζόταν εκ νέου τα προβλήματα της «Κολάσεως». Δεν γνωρίζουμε κανέναν άνθρωπο ο οποίος θα μπορούσε σε δύο διαφορετικούς αιώνες να εμπνευστεί παρόμοια αριστουργήματα αυθεντικής μεγαλοφυΐας. Η περίοδος που μπορούσε να εμπνεύσει σύντομα τραγούδια ίσως διήρκεσε επί μακρόν, αλλά η επιρροή η οποία δημιούργησε τα μακρά επικά ποιήματα θα ήταν οπωσδήποτε πολύ σύντομη.

    Η παράδοση ότι οι Όμηρος και Ησίοδος κάποτε συναγωνίστηκαν για το βραβείο της ποιητικής τελειότητος και ότι ο Ησίοδος νίκησε, είναι ίσως ένας ακόμη τρόπος να λεχθεί ότι οι Έλληνες γρήγορα κουράστηκαν από τη δημιουργική εργασία της φαντασίας και προτίμησαν για μια εποχή τις περισσότερο πρακτικές περιγραφές του καθημερινού βίου και τις ήσυχες αλλά πεζές θεολογικές ιστορίες. Η απόλυτη κατάρρευση του δημιουργικού επικού πνεύματος όπως φαίνεται στην ποίηση του Επικού Κύκλου, αν βασίσουμε τη γνώμη μας για την ποιότητα των ποιημάτων αυτών στη γνώμη των αρχαίων πηγών, φανερώνουν ότι ο Όμηρος δεν είχε διαδόχους. Η Ιλιάς και η Οδύσσεια αντιπροσωπεύουν τον χρυσό αιώνα της επικής ποιήσεως – και οι χρυσοί αιώνες είναι πάντα βραχείς.

    Οι Έλληνες όλων των εποχών υπερηφανεύονταν ιδιαιτέρως για το συγγραφικό τους έργο. Ο Ησίοδος, ο αρχαιότερος ποιητής μετά τον Όμηρο, μας πληροφορεί ότι [«Θεογονία» 22, 25]:

αἵ νύ ποθ᾽ Ἡσίοδον καλὴν ἐδίδαξαν ἀοιδήν Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες…[2]

προσφέροντας στον κόσμο το δικό του όνομα. Ο Αλκμάν μας λέει [απ. 25]:

ἔπη δέ γε και μέλος Ἀλκμὰν

εἶρε…[3]

Ο Θέογνις στην αρχή του ποιήματός του σημειώνει [22-23]:

…Θεύγνιδός ἐστιν ἔπη

τοῦ Μεγαρέως…[4]

Ο Εκαταίος, ο Ηρόδοτος, όπως επίσης ο Θουκυδίδης, καθένας ξεκινά την ιστορία του με το δικό του όνομα και ρητή αναφορά στη δική του συγγραφή. Ο Φειδίας λέγεται ότι απεικόνισε τον εαυτό του στην ασπίδα την οποία κατασκεύασε για το άγαλμα της Αθηνάς ενώ σε αγάλματα, αναθήματα και ζωγραφισμένα αγγεία συχνά αναφερόταν το όνομα του δημιουργού, ακόμη μαζί με το όνομα του πατρός του και της πόλεώς του. Αυτή η επιθυμία για δόξα καθιστούσε περιττή την προσφορά πολυτίμων επάθλων στους μεγάλους αγώνες – η φιλοδοξία για προσωπική φήμη αποτελούσε επαρκές κίνητρο. Αυτό το πάθος για προσωπική δόξα ώθησε κάθε έναν από τους Έλληνες ήρωες της Σαλαμίνος να ψηφίσουν τον εαυτό τους ως εκείνον ο οποίος συνέβαλε τα μέγιστα στην ελληνική επικράτηση [Ηρόδοτος Η΄, 123]. Οι Έλληνες σε όλα αυτά τα χαρακτηριστικά διέφεραν εντελώς των ανατολικών γειτόνων τους ώστε κανένα συμπέρασμα σχετικώς με τις ανατολικές ρίζες των χαρακτηριστικών αυτών, πλην όσων παράγονται από σύγκριση, δεν διαθέτει κάποια αξία. Ο διαπρεπής ασιανολόγος ΚαθηγητήςJastrow, γράφει[5]:

Η συγγραφική πατρότητα δεν διέθετε ιδιαίτερη αξία στην αρχαία Ανατολή. Η ελληνική κουλτούρα με την έμφαση που προσέδιδε στην ατομικότητα μπορεί να λεχθεί ότι εφεύρε την ιδέα της συγγραφικής πατρότητος όσον αφορά την αξίωση του ιδιώτου ως προς το πνευματικό του προϊόν. Δεν υφίσταται συγκεκριμένη λέξη για τον συγγραφέα στην αρχαία εβραϊκή αλλά μόνον ένας όρος ο οποίος κατά κανόνα αποδίδεται ως «γραφεύς» και μπορεί να χρησιμοποιηθεί αδιακρίτως για έναν γραμματέα ο οποίος καταγράφει το κείμενο που του υπαγορεύουν, για αυτόν ο οποίος αντιγράφει ή συλλέγει αυτό που κάποιος άλλος συνέθεσε, όπως επίσης και για όποιον γράφει κάποιο πρωτότυπο κείμενο.

    Ένα επί πλέον αποτέλεσμα της εν λόγω μεθόδου λογοτεχνικής παραγωγής στην αρχαία Ανατολή ήταν ότι κανένα βιβλίο δεν δημιουργούταν από ένα μόνον χέρι. Ένα βιβλίο αποτελούσε πάντα συμπίλημα, μεγάλωνε από εποχή σε εποχή, όπως περίπου μια ιστορία μεγαλώνει κάθε φορά που επαναλαμβάνεται.

    Οι Έλληνες ζούσαν σε έναν διαφορετικό κόσμο από τον κόσμο αυτόν της Ανατολής στον οποίο ο «γραφεύς» ήταν απλώς αυτός ο οποίος γράφει. Στην ελληνική η λέξη «ποιητής» σημαίνει «δημιουργός», αυτός ο οποίος παράγει κάτι αξιόλογο. Η ίδια η λέξη φανερώνει τη μεγάλη εκτίμηση που απολάμβανε ο ποιητής. Αν και τα βιβλία της Ανατολής εμπλουτίζονταν και μεταβάλλονταν από εποχή σε εποχή, κάθε λογοτεχνικό ή μη επιστημονικό έργο των Ελλήνων το οποίο γνωρίζουμε σήμερα, είτε ολοκληρώθηκε από τον συγγραφέα του είτε έμεινε για πάντα ημιτελές. Έργα φιλοσοφίας δεν ήταν ασυνήθιστο να καταγράφονται από τους μαθητές στο πνεύμα με το οποίο αυτά δόθηκαν από τα χείλη του δασκάλου, αλλά αυτό δεν εφαρμοζόταν στην υψηλή λογοτεχνία. Ο Θουκυδίδης πέθανε αφήνοντας την ιστορία του ημιτελή και ο Ξενοφών ανέλαβε να διηγηθεί την ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου για την περίοδο που δεν κάλυψε ο Θουκυδίδης. Αλλά επρόκειτο για τα ιδικά του «Ελληνικά», δεν προσπάθησε να συμπληρώσει ή μεταβάλει ό,τι έγραψε ο Θουκυδίδης.

    Η διαχρονικότητα του ελληνικού χαρακτήρος καθιστά ιδιαιτέρως απίθανο ότι ο ποιητής ο οποίος συνέθεσε τη σκηνή του αποχωρισμού μεταξύ Έκτορος και Ανδρομάχης, τους λόγους της πρεσβείας, τα λύτρα για το σώμα του Έκτορος, το ταξίδι του Τηλεμάχου ή τις περιπλανήσεις του Οδυσσέως, θα ήταν πρόθυμος να αρνηθεί την ιδική του φήμη για τη δόξα ενός άλλου ή ότι θα τροποποιούσε την ποίηση που είχε ήδη συντεθεί από άλλον προκειμένου να κατορθώσει να διαφύγει από τη δόξα την οποία θα του προσέφεραν οι ιδικές του μεγάλες δημιουργίες. Η διάσημη απάρνηση από τον Sir Philip Sidney του νερού το οποίο τόσο λαχταρούσε στην αγωνία του[6], θα αποτελούσε απροκάλυπτο δείγμα εγωισμού συγκρινόμενη με τον άνδρα ο οποίος προσέφερε αυτές τις μεγάλες ποιητικές σκηνές στον Όμηρο και γλίστρησε αθόρυβα μακριά με τέτοια μυστικότητα ώστε το δώρο του παρέμεινε απαρατήρητο για περίπου τρεις χιλιάδες έτη. Ο Sir Philip αντιλαμβανόταν ότι τουλάχιστον δύο πρόσωπα γνώριζαν την απάρνησή του, ο άνδρας που ήπιε το νερό και ο άνδρας που το μετέφερε, αλλά ο ποιητής ο οποίος προσέφερε όλη αυτήν τη δόξα στον Όμηρο δεν είχε αυτήν την ικανοποιήση – ό,τι δημιούργησε έπρεπε να μην αποκαλυφθεί. Και ο άνδρας ο οποίος έπραξε αυτό ήταν ένας ενσυνείδητος Έλληνας!

    Η Ιλιάς και η Οδύσσεια δεν υπήρξαν ποτέ ανώνυμες, δεν αναφέρονται ποτέ σαν έργα κάποιου αγνώστου ποιητού και ποτέ δεν αποδόθηκαν σε κάποιον άλλον ποιητή πλην του Ομήρου. Η θεωρία ότι η Ιλιάς και η Οδύσσεια αποτελούν την ανώνυμη δημιουργία μιας μακράς εποχής, παραδοσιακά τραγούδια τα οποία δημιουργήθηκαν από πολλούς βάρδους επί σειρά ετών, καθιστά αδύνατη την κατανόηση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής λογοτεχνίας, συγχέοντας τον Εβραίο αντιγραφέα-γραφέα με τον δημιουργικό Έλληνα ποιητή τον οποίο εκθείαζαν οι σύγχρονοί του. Ακριβώς αυτή η σύγχυση όμως, δημιούργησε το έργο τουMurray, Rise of the Greek epic.

    Κανείς ποιητής δεν έθεσε ποτέ σε μεγαλύτερη εκτίμηση τη δική του ποίηση απ’ ό,τι ο Όμηρος την Ιλιάδα και την Οδύσσεια. Λέει για την Πηνελόπη ότι η δόξα της αρετής της δεν θα χαθεί ποτέ γιατί οι θεοί θα διατηρήσουν τη φήμη της σε ένα όμορφο τραγούδι [ω 196-198]. Ο Οδυσσεύς λέει στους Φαίακες ότι βρίσκεται στη σκέψη όλων των ανδρών και ότι η δόξα του έχει αγγίξει τον ουρανό [ι 19-20]. Η Ελένη παρηγορεί τον εαυτό της με την πεποίθηση ότι, στο κάτω-κάτω, ίσως ο τρωικός πόλεμος με όλες του τις συμφορές σχεδιάστηκε από τον Δία προκειμένου αυτή και όσοι υπέφεραν περισσότερο να αποτελέσουν τραγούδι ανάμεσα στις γενεές οι οποίες δεν έχουν ακόμη γεννηθεί [Ζ 357-358] ενώ ο Αλκίνοος, όταν παρατηρεί τα συναισθήματα τα οποία ο Οδυσσεύς αδυνατεί να κρύψει κάθε φορά που ακούει την ιστορία και τις συμφορές τις οποίες υπέστησαν οι Τρώες και οι Αργείοι, προσπαθεί να τον παρηγορήσει λέγοντας [η 579-580]:

τὸν δὲ θεοὶ μὲν τεῦξαν, ἐπεκλώσαντο δ᾽ ὄλεθρον

ἀνθρώποις, ἵνα ᾖσι καὶ ἐσσομένοισιν ἀοιδή[7].

Η Μούσα του Milton, τη συνδρομή της οποίας ζητά για το έργο του [I, 14-15]:

…that with no middle flight intends to soar

above the Aonian mount…[8]

φαίνεται απολύτως συνειδητοποιημένη. Αλλά ο Milton δεν επισημαίνει ότι ο άνθρωπος απώλεσε τη χαρά της Εδέμ προκειμένου να κερδίσει το δώρο της αθανασίας στην ποίηση του «Χαμένου Παραδείσου».

    Δεν είναι μόνον οι χαρακτήρες τους οποίους προανέφερα που προσδοκούν να τραγουδηθεί η δόξα τους, αλλά ο Αγαμέμνων αναφέρει στους άνδρες του την καταισχύνη η οποία θα τους συνοδεύει τα επόμενα έτη αν αποτύχουν να κυριεύσουν την Τροία [Β 119-122], ο Κάλχας προφητεύει ότι οι οιωνοί δείχνουν φήμη η οποία ποτέ δεν θα πεθάνει[9] και ο Έκτωρ, όταν αντιλαμβάνεται ότι η Αθηνά τον παρέσυρε στην καταστροφή, δεν καταρρέει αλλά βρίσκει νέα δύναμη στην απόφασή του να πράξει κάποιο έξοχο έργο, ένα έργο το οποίο θα θυμούνται οι μελλοντικές γενεές των ανθρώπων [Χ 304-305]. Ένας ποιητής ο οποίος απεικονίζει τους πάσχοντες από τον πόλεμο να θεωρούν ως ανταμοιβή όλων αυτών των δεινών την αθανασία την οποία τους προσφέρει το τραγούδι του, δύσκολα θα απέκρουε παρόμοια αθανασία για τον εαυτό του.

    Αυτός ο ενσυνείδητος ατομικισμός ο οποίος διαπερνά την ελληνική κουλτούρα, δεν είναι περισσότερο φανερός στον Πίνδαρο, ο οποίος απεικονίζει τον εαυτό του σαν αετό[10], το ιερό πτηνό του Διός, απ’ ό,τι στον Αισχύλο ο οποίος, ατάραχος από την ήττα σε έναν δραματικό αγώνα, είπε υπερήφανα ότι [Αθήναιος Η΄, 347e]:

…χρόνῳ τὰς τραγῳδίας ἀνατιθέναι…[11],

στο παρακάτω επίγραμμα του γλύπτου [IG II2 9611.3]:

Πραξιτέλους ἤνθουν λαοξόος οὔτι χερείων…[12]

ή σε αυτό ενός υλοτόμου [IG I3 1361.4-5]:

…καὶ μὰ Δί’ οὐκ εἶδον

ἐμαυτõ ἀμείνω ὑλοτόμον…[13]

Κανείς άνδρας δεν υπήρξε περισσότερο ολοκληρωμένος Έλληνας από τον δημιουργό της Ιλιάδος και της Οδύσσειας· και αυτός, επίσης, πρέπει να κατείχετο από το ελληνικό πάθος για προσωπική δόξα.

    Τα επιχειρήματα εναντίον της ιστορικότητος του Ομήρου ίσως φαίνονται δικαιολογημένα από το γεγονός ότι το όνομά του δεν απαντά στα γραπτά κανενός Έλληνος συγγραφέως έως το μέσον του 6ου αιώνος ή θεωρητικώς τριακόσια έτη μετά την εποχή του ποιητού (η υποτιθέμενη αναφορά στον Όμηρο από τον Καλλίνο βασίζεται σε διόρθωση η ορθότητα της οποίας είναι μάλλον απίθανη)[14]. Το διάστημα αυτό των τριών αιώνων φαίνεται σαν σημαντικό κενό στην ομηρική παράδοση, εν τούτοις δεν σώθηκαν παρά ελάχιστα έργα από την εποχή μεταξύ Ομήρου και Ξενοφάνους, ο οποίος υπήρξε ο πρώτος που ανέφερε το όνομα του Ομήρου. Επίσης, τα έργα αυτά είναι εξαιρετικώς αποσπασματικά διότι διασώθηκαν από γραμματικούς και ρήτορες οι οποίοι επιθυμούσαν να προσφέρουν παραδείγματα κάποιου γραμματικού κανόνος ή από ανθολόγους οι οποίοι συνέλλεγαν διάφορα αποσπάσματα.

    Οι παλαιότεροι συγγραφείς των οποίων αξιόλογο μέρος του έργου τους διασώθηκε, αναφέρουν συχνά το όνομα του ποιητού. Οι Πίνδαρος και Σιμωνίδης παραπέμπουν σε αυτόν και χρησιμοποιούν το όνομα του Ομήρου ενώ στα πρωιμότερα πεζά έργα που διασώθηκαν απαντά επίσης συχνά το όνομα του Ομήρου. Κανείς από τους παλαιούς αυτούς συγγραφείς δεν αναφέρεται σε αυτόν σαν να αποτελούσε κάποια άγνωστη ή σκιώδη προσωπικότητα αλλά ως τον συγγραφέα τον οποίο όλοι γνώριζαν και στον οποίο η Ελλάς όφειλε περισσότερο από οιονδήποτε άλλον τη θεολογία και τον πολιτισμό της.

    Ο πρώτος ελεγειακός ποιητής του οποίου το όνομα είναι γνωστό ήταν ο Καλλίνος, ο οποίος πιθανώς έζησε στην αρχή του 7ου αιώνος. Το πρώτο όνομα ποιητού ερωτικής ελεγείας το οποίο σώθηκε είναι του Μιμνέρμου, ο οποίος επίσης έζησε τον 7ο αιώνα. Παραδόξως, το όνομα κανενός εξ αυτών δεν απαντά σε κανέναν Έλληνα συγγραφέα πριν από τον Στράβωνα, ο οποίος έζησε τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα. Επομένως, ούτε ο Καλλίνος ούτε ο Μίμνερμος αναφέρονται σε κανένα ελληνικό έργο για περίπου επτακόσια έτη μετά την εποχή τους, μια περίοδο περίπου δύο φορές μεγαλύτερη από τον Όμηρο έως αυτόν που πρώτος κατέγραψε το όνομά του. Και όμως, οι κριτικοί εκείνοι που αμφιβάλλουν περισσότερο για την ύπαρξη του Ομήρου, δεν αμφιβάλλον εξ ίσου για την ύπαρξη των Καλλίνου και Μιμνέρμου. Πόσο απολύτως εσφαλμένα τα επιχειρήματα από τη σιωπή μπορούν να αποδειχθούν φαίνεται από το γεγονός ότι το όνομα του Chaucer δεν αναφέρεται ούτε στην ποίηση του Milton ούτε σε αυτήν του Σαίξπηρ, έστω και αν το ποιητικό τους έργο είναι πολύ μεγαλύτερο σε όγκο από όλη την ποίηση που διασώθηκε από τον Όμηρο έως τον Πίνδαρο.

    Αν και είναι δύσκολο να καθορίσουμε το μέρος από την πλοκή και τη διήγηση των επών το οποίο ο Όμηρος οφείλει στους προγενεστέρους ποιητές, υπάρχουν ορισμένα γνωρίσματα ή χαρακτηριστικά τα οποία πρέπει να αποτελούν δικές του καινοτομίες. Αυτά βρίσκονται σε αμφότερα τα ομηρικά ποιήματα αλλά σε κανένα άλλο έργο, στο μέτρο βέβαια που μπορούμε να κρίνουμε, εκτός από κείμενα τα οποία έχουν επηρεαστεί άμεσα από τον Όμηρο.

    Ο ποιητής επιλέγοντας ένα πολεμικό θέμα για την Ιλιάδα του δεν εξιστορεί ολόκληρο τον πόλεμο αλλά ένα σύντομο περιστατικό του λίγο πριν από την ολοκλήρωσή του, εξ ου και η διήγηση της Ιλιάδος καλύπτει λίγο περισσότερες από επτά εβδομάδες ενώ η μάχη δεν διαρκεί περισσότερες από τέσσερις ημέρες[15]. Είκοσι μία ημέρες καλύπτει η πρώτη ραψωδία του ποιήματος, όσες και η τελευταία, σχεδόν όλες εκ των οποίων περνούν χωρίς κάποιο γεγονός. Για παράδειγμα, στην Α [53] αναφέρεται ότι ο λοιμός διήρκεσε εννέα ημέρες ενώ στην Ω [784] εννέα ημέρες χρειάστηκαν προκειμένου να προετοιμαστεί η πυρά του Έκτορος.

    Στην Οδύσσεια ο Όμηρος διηγείται μια ιστορία περιπλανήσεων και περιπετειών η οποία μπορεί να διήρκεσε πολλά χρόνια αλλά περιόρισε το θέμα του στην εξιστόρηση των τελευταίων ημερών ώστε ολόκληρη η πλοκή της Οδύσσειας ξετυλίγεται σε περίπου σαράντα ημέρες, εκ των οποίων δεκαεπτά καταλαμβάνουν μόλις έναν στίχο ο οποίος αναφέρει ότι έπλεε επί δεκαεπτά ημέρες [ε 278] ενώ σε έναν άλλον στίχο [ε 262] αναφέρεται ότι κατασκεύασε τη σχεδία του σε τέσσερις ημέρες. Επομένως, οι ημέρες κατά τη διάρκεια των οποίων αναφέρεται πράγματι κάποιο γεγονός είναι λιγότερες από είκοσι και δεν απέχουν πολύ από τις ημέρες όπου καταγράφονται γεγονότα στην Ιλιάδα.

    Αυτή η υπέροχη επίδειξη ποιητικής οικονομίας περιορίζοντας την πλοκή σε λίγες σημαντικές ημέρες, φαίνεται ότι δεν υπήρχε σε κανένα άλλο ποίημα του Επικού Κύκλου αν μπορούμε να εμπιστευτούμε την αυθεντία του Αριστοτέλους ο οποίος αντιπαρέβαλε την Ιλιάδα και την Οδύσσεια ως προς το σημείο αυτό με όλα τα υπόλοιπα έπη [«Περί ποιητικής» 23]. Δεν παρουσιάζεται σε κανέναν από τους μεταγενεστέρους Έλληνες επικούς ποιητές, όπως οι Ησίοδος, Απολλώνιος Ρόδιος και Κόιντος Σμυρναίος ούτε στον Βιργίλιο το ποίημα του οποίου καλύπτει γεγονότα ετών. Ο Βιργίλιος ξεκάθαρα ακολούθησε τη χρονογραφική προσέγγιση των ποιητών του Κύκλου παρά τη μέθοδο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Επίσης, δεν χρησιμοποιείται στον «Χαμένο Παράδεισο» του Milton.

    Η πρώτη λέξη της Ιλιάδος είναι «μῆνιν» και η πρώτη λέξη της Οδύσσειας «ἄνδρα» ώστε κάθε ποίημα φανερώνει το θέμα του ήδη από την πρώτη λέξη. Η ιστορία της Ιλιάδος δεν εξαρτάται από τον χαρακτήρα του Αχιλλέως αλλά από την οργή του, μια οργή η οποία παραμερίζει ακόμη και τον ήρωα από μεγάλο μέρος του ποιήματος. Στην Οδύσσεια όμως, ο ίδιος ο ήρωας αποτελεί συνεχώς το επίκεντρο του ποιήματος και είναι εξ ίσου σημαντικός όταν απουσιάζει όσο όταν είναι παρών.

    Φαίνεται ότι ο Όμηρος ήταν ο μόνος πρώιμος επικός ποιητής ο οποίος τόσο ξεκάθαρα καθόρισε το θέμα του εξ αρχής. Ο πρώτος στίχος της «Θηβαΐδος» αναφέρεται ως [απ. 1]:

Ἄργός ἄειδε, θεά, πολυδίψιον, ἔνθεν ἄνακτες…[16]

Η «Θηβαΐς» φαίνεται ότι λίγο ασχολείτο με το ίδιο το Άργος καθώς η κυρίως εξιστόρηση συνδεόταν με τον αγώνα στη Θήβα. Η «Μικρά Ιλιάς» λέγεται ότι ξεκινούσε με αυτόν τον στίχο [απ. 1]:

Ἴλιον ἀείδω καὶ Δαρδανίην εὔπωλον…[17]

Αν δεν είχαμε άλλη πληροφορία πλην αυτού του στίχου για να υποθέσουμε το περιεχόμενο του ποιήματος, δύσκολα θα καταλήγαμε στα διάφορα θέματα που αναφέρονται στην περίληψη του Πρόκλου. Κάθε ένα από τα μεγαλύτερα ποιήματα του Ησιόδου ξεκινά επαινώντας τις Μούσες και δεν προσφέρει καμία ένδειξη των θεμάτων που θα εκτεθούν στα ποιήματα. Ο Απολλώνιος Ροδιος ξεκινά τα «Αργοναυτικά» του με αυτόν τον στίχο [Α΄, 1-2]:

ἀρχόμενος σέο, Φοῖβε, παλαιγενέων κλέα φωτῶν

μνήσομαι…[18]

Ο στίχος δεν προσφέρει τον παραμικρό υπαινιγμό για τους ήρωες ή τα κατορθώματά τους. Ο Κόιντος Σμυρναίος αρχίζει με τον στίχο [Α΄, 1]:

εὖθ᾽ ὑπὸ Πηλείωνι δάμη θεοείκελος Ἕκτωρ…[19]

αφήνοντάς μας στο σκοτάδι για το θέμα που προτίθεται να πραγματευθεί. Όλες αυτές οι εισαγωγές, ή τουλάχιστον οι περισσότερες εξ αυτών, φαίνεται να έχουν επηρεαστεί από τον Όμηρο αλλά είναι εντελώς διαφορετικές από τις δικές του. Ο Οράτιος, «Ars poetica» 137, αντιπαραβάλει τις απλές και σαφείς λέξεις με τις οποίες ο Όμηρος ξεκινά τα ποιήματά του με τις πομπώδεις εισαγωγές των Κυκλικών ποιημάτων:

fortunam Priami cantabo et nobile bellum[20].

Θα αποτελούσε κάτι περισσότερο από σύμπτωση αν οι Ιλιάς και Οδύσσεια είχαν αμφότερες αυτήν την έξοχη εισαγωγή, μια τελειότητα που δεν άγγιξε κανείς άλλος ποιητής. Οι εισαγωγές του Βιργιλίου: «Arma virumquecano»[21] και του Milton: «Of man’s first disobedience»[22], αποτελούν απλώς απομιμήσεις του Ομήρου.

    Σε κάθε ποίημα, ο Όμηρος προσφέρει την εντύπωση ότι η πλοκή είναι πολύ γνωστή. Εν τούτοις, οι λεπτομέρειες είναι τόσο πλήρεις και τα περιγράμματα τόσο καθαρά, ώστε φαίνεται ότι καθένα απ’ αυτά δημιουργεί μια νέα πλοκή και διηγείται μια νέα ιστορία. Φαίνεται σαν να μαθαίνουμε εκ συμπτώσεως την αιτία της οργής, τη σφοδρότητα και τα αποτελέσματά της, όμως την κατανοούμε πλήρως χωρίς τη βοήθεια καμίας λεπτομέρειας που δεν βρίσκεται στην ίδια την Ιλιάδα. Με όμοιο τρόπο μαθαίνουμε ότι ο Οδυσσεύς απουσίαζε είκοσι έτη από την πατρίδα του, ότι σύζυγός του είναι η Πηνελόπη η οποία περιστοιχίζεται από μνηστήρες ενώ το κράτος και η οικία του έχουν περιέλθει σε μια κατάσταση η οποία αντιστοιχεί περίπου σε αυτήν της αναρχίας. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό, προκειμένου να κατανοήσουμε το μικρό χρέος που ο Όμηρος οφείλει στην παράδοση, το γεγονός ότι μπορούμε να παρακολουθήσουμε αμφότερα τα ποιήματα χωρίς καμία υποσημείωση και χωρίς καμία γνώση της προομηρικής παραδόσεως, εκτός αν ο ίδιος ο ποιητής μας προσφέρει τη γνώση αυτή[23].

    Ακόμη και ο πλέον αδιάφορος αναγνώστης του Ομήρου έχει παρατηρήσει πόσο δραματική είναι η ιστορία και πόσο μεγάλο μέρος αφιερώνεται στις ομιλίες των διαφόρων συμμετεχόντων. Κρίνουμε τους χαρακτήρες των διαφόρων προσώπων του Ομήρου, κατά το μεγαλύτερο μέρος, όχι από όσα μας λέει ο ποιητής αλλά από τα λόγια των ιδίων των ανδρών. Περί το ήμισυ της Ιλιάδος και της Οδύσσειας συντέθηκε σε ευθύ λόγο. Η ποίηση του Ομήρου είναι τόσο δραματική ώστε, με ελάχιστη επιμέλεια, εκτενή χωρία της μπορούν να ανέβουν στη σκηνή σχεδόν με τις ίδιες λέξεις του πρωτοτύπου. Στην Οδύσσεια δεν φαίνεται να μειώνεται η συχνότητα του ευθύ λόγου. Πράγματι, στην Ιλιάδα αντιπροσωπεύει κάτι λιγότερο από το ήμισυ του ποιήματος ενώ στην Οδύσσεια λίγο περισσότερο από το ήμισυ.

    Κανείς άλλος αρχαίος επικός δεν προσέγγισε τον Όμηρο από αυτήν την άποψη ακόμη και όταν γνώριζε το παράδειγμα του Ομήρου και προσπαθούσε να τον μιμηθεί[24]. Ελάχιστοι χαρακτήρες του Ησιόδου μιλάνε και αυτοί αποτελούν τους πλέον ασήμαντους ενώ τα πενιχρά αποσπάσματα του Επικού Κύκλου φαίνεται να δικαιολογούν την υπόθεση ότι τα ποιήματα αυτά ήταν αφηγηματικά παρά δραματικά. Πρέπει να οφείλεται στη μεγαλοφυΐα του Ομήρου ότι οι χαρακτήρες του αποκαλύπτουν τη φύση τους με τις δικές τους λέξεις και πράξεις παρά με κάποια περιγραφή του ποιητή. Η διαπίστωση αυτή δεν ισχύει για κάποιο συγκεκριμένο χωρίο αλλά για ολόκληρα τα δύο ποιήματα. Ακόμη και στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, την οποία οι κριτικοί περιφρονούν, αφθονούν παρόμοιοι λόγοι που αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα των προσώπων.

   Αμφότερα τα ποιήματα περιγράφουν πράγματα υπέροχης τελειότητος, όχι όμως περιγράφοντας τα ίδια τα πράγματα αλλά μέσω της εντυπώσεως την οποία προκαλούν στους άλλους. Όταν η Ελένη πρωτοεμφανίζεται, ο Όμηρος δεν προσπαθεί να περιγράψει τη γοητεία της. Κατανοούμε πόσο όμορφη είναι από τα λόγια των γηραιών Τρώων, ανδρών τους οποίους δεν αγγίζει ο ενθουσιασμός που προσφέρει η νεανική ηλικία, όταν λένε [Γ 156-158]:

οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐυκνήμιδας Ἀχαιοὺς 

τοιῇδ᾽ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν· 

αἰνῶς ἀθανάτῃσι θεῇς εἰς ὦπα ἔοικεν[25].

Θαυμάζουμε περισσότερο το μεγαλείο του Αγαμέμνονος όταν ακούμε τον Πρίαμο να λέει, κοιτώντας κάτω από τα τείχη της Τροίας [Γ 169-170]:

καλὸν δ᾽ οὕτω ἐγὼν οὔ πω ἴδον ὀφθαλμοῖσιν,

οὐδ᾽ οὕτω γεραρόν· βασιλῆϊ γὰρ ἀνδρὶ ἔοικε[26].

Τα λόγια αυτά πείθουν με την ειλικρίνειά τους τον ακροατή καθώς ο Πρίαμος αγνοεί το γεγονός ότι ρωτούσε για τον Αγαμέμνονα.

    Στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδος, όταν ο Πρίαμος εισέρχεται στη σκηνή ή καλύβα του Αχιλλέως προκειμένου να ικετεύσει για το σώμα του γιού του, ο ποιητής φέρνει τον Πρίαμο, τον πατέρα του ανδρός ο οποίος σκότωσε τον καλλίτερο φίλο του Αχιλλέως, μπροστά από εκείνον τον πολεμιστή ο οποίος του στέρησε τον Έκτορα όπως και άλλους επίσης γιούς του, και με τις λέξεις αυτές περιγράφει τα συναισθήματά τους όπως κοιτούσε ο καθένας το πρόσωπο του εχθρού του [Ω 629-632]:

ἤτοι Δαρδανίδης Πρίαμος θαύμαζ᾽ Ἀχιλῆα

ὅσσος ἔην οἷός τε· θεοῖσι γὰρ ἄντα ἐῴκει·

αὐτὰρ ὃ Δαρδανίδην Πρίαμον θαύμαζεν Ἀχιλλεὺς

εἰσορόων ὄψίν τ᾽ ἀγαθὴν καὶ μῦθον ἀκούων[27].

Πού αλλού η αξιοπρέπεια και η ευγένεια απεικονίστηκαν καλλίτερα απ’ ό,τι σε αυτούς τους στίχους; Το γεγονός ότι ο Πρίαμος μπορούσε να διακρίνει ευγένεια και ομορφιά στον μεγαλύτερο εχθρό του αποτελεί πραγματικό έπαινο, ενώ το γεγονός ότι ο Αχιλλεύς παρατηρούσε με θαυμασμό την αρχοντική παρουσία εκείνου του ανδρός του οποίου τον γιό είχε αποφασίσει να πετάξει στα σκυλιά, προσφέρει την εντύπωση ανυπέρβλητης ομορφιάς πέρα κάθε περιγραφής.

    Όταν οι Τηλέμαχος και Πεισίστρατος, ο υιός του Νέστορος, επισκέπτονται τον Μενέλαο στο μεγαλοπρεπές ανάκτορό του, το ανάκτορο δεν περιγράφεται αλλά κρυφοκοιτάμε την ομορφιά του μέσα από αυτά τα λόγια [δ 43-46]:

…οἱ δὲ ἰδόντες

θαύμαζον κατὰ δῶμα διοτρεφέος βασιλῆος·

ὥς τε γὰρ ἠελίου αἴγλη πέλεν ἠὲ σελήνης

δῶμα καθ᾽ ὑψερεφὲς Μενελάου κυδαλίμοιο[28].

    Η νήσος της Καλυψούς πρέπει να αποτελούσε τοπίο απίστευτης ομορφιάς διότι ο Ερμής, ερχόμενος κατ’ ευθείαν από τον λαμπρό Όλυμπο να προειδοποιήσει τη θεά ότι δεν μπορούσε να κρατά περισσότερο τον Οδυσσέα, ακόμη και αυτός [ε 75]:

ἔνθα στὰς θηεῖτο διάκτορος…[29]

Μόνον αφ’ ου θαύμασαν τα μάτια του τον επίγειο αυτόν παράδεισο συνέχισε την αποστολή του. Ποια ήταν άραγε η γοητεία της νήσου αυτής που μπορούσε να συγκινήσει ακόμη και έναν θεό συνηθισμένο στην ομορφιά του Ολύμπου! Εντυπωσιάζει, λοιπόν, ακόμη περισσότερο η αφοσίωση του Οδυσσέως στην πατρίδα του όταν γνωρίζουμε ότι προτιμούσε όλους τους αγώνες και τους κινδύνους που βρίσκονταν μεταξύ αυτής της νήσου και της Ιθάκης παρά να ζει γαλήνια στη μαγευτική νήσο της Καλυψούς.

    Αντιλαμβανόμαστε σε κάποιο βαθμό την απόλυτη ασχήμια της τερατώδους συζύγου του ανθρωποφάγου Αντιφάτη από τον απλό στίχο [κ 112-113]:

…τὴν δὲ γυναῖκα

εὗρον, ὅσην τ᾽ ὄρεος κορυφήν, κατὰ δ᾽ ἔστυγον αὐτήν[30].

    Τέτοιο περίλαμπρο υπόδειγμα ποιητικής οικονομίας, περιγράφοντας ασυνήθιστα αντικείμενα από την εντύπωση που προκαλούν στους άλλους, όπως είναι φυσικό σπανίως χρησιμοποιείται, αλλά ο Όμηρος προσφέρει και πολυάριθμες λεπτομερείς περιγραφές, όπως την περιγραφή της ασπίδος του Αγαμέμνονος [Λ 32-40], του άρματος και των ίππων του Ποσειδώνος [Ν 23-37], της ασχήμιας του Θερσίτου [Β 216-219], του ανακτόρου και των κήπων του Αλκινόου [η 84-131], της σπηλιάς του Κύκλωπος [ι 218-223] ή του φρικτού παρουσιαστικού της Σκύλλας [μ 85-100].

    Ο Όμηρος αρεσκόταν στο να αναβάλει την κλιμάκωση του επεισοδίου και επίσης να παρατείνει την αγωνία σε περιπτώσεις μεγάλου σασπένς. Όταν ο Αχιλλεύς επιστρέφει με τη νέα του πανοπλία, περιμένουμε ότι θα σπεύσει στη μάχη προκειμένου να συναντήσει αμέσως και να σκοτώσει τον Έκτορα αλλά ο Οδυσσεύς επεμβαίνει ζητώντας πρώτα να σιτισθούν οι στρατιώτες, πρόταση που προκαλεί συζήτηση και καθυστέρηση [Τ 155 επ.] Όταν επί τέλους φάνηκε ότι όλα τα εμπόδια ξεπεράστηκαν και ο Αχιλλεύς ορμά να εκδικηθεί για τον Πάτροκλο, πλήθος πράξεων αναβάλουν την κλιμάκωση. Ο ήρως πρέπει πρώτα να συναντήσει τον Αινεία και έπειτα τον Λυκάωνα, να αντιμετωπίσει τον θεό του ποταμού αλλά ακόμη και έτσι μόνον μετά από μια ακόμη σειρά καθυστερήσεων έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τον Έκτορα. Ακριβώς όμοιο είναι το σχέδιο στην Οδύσσεια. Όταν ο ήρως επιστρέφει στο παλάτι του βλέποντας με τα ίδια του τα μάτια τη βιαιότητα των μνηστήρων [ρ 462-463], περιμένουμε ότι αμέσως θα διεκδικήσει την εξουσία του λαμβάνοντας εκδίκηση. Προηγείται όμως ο αγώνας με τον ζητιάνο, το πλύσιμο των ποδιών, η ιστορία της ουλής, η περιγραφή του τόξου και πως το απέκτησε, έπειτα οι προσπάθειες να τεντωθεί και μια φαινομενικώς ατέρμονη σειρά καθυστερήσεων· και τότε, επί τέλους, φθάνει η ώρα της εκδικήσεως.

    Αμφότερα τα ποιήματα βρίσκονται σε τέτοια αρμονία στην πληθώρα των γεγονότων τα οποία αναβάλουν την κορύφωση ώστε περίπου ο ίδιος αριθμός γεγονότων μεσολαβεί μεταξύ του χρόνου κατά τον οποίο ο Αχιλλεύς μαθαίνει τον θάνατο του Πατρόκλου αποφασίζοντας να εκδικηθεί τον νεκρό φίλο του και τον φόνο του Έκτορος, με αυτόν μεταξύ της επιστροφής του Οδυσσέως στο παλάτι του και της σφαγής των μνηστήρων. Αυτή η μεγάλη καθυστέρηση σε κάθε ποίημα καλύπτει περί τους 2.200 στίχους. Δεν πρόκειται για απλή σύμπτωση και δεν αποτελεί απομίμηση. Φανερώνει στα δύο ποιήματα τον δημιουργικό παλμό του ενός και ιδίου νου.

    Ο Όμηρος αρέσκεται επίσης στο σημείο του μεγάλου σασπένς να επιμηκύνει την αγωνία. Ο Αχιλλεύς, όταν αντιλαμβάνεται ότι οι Τρώες από στιγμή σε στιγμή θα κάψουν τον στόλο, χτύπησε τους μηρούς του με έντονη συγκίνηση ζητώντας από τον Πάτροκλο να ορμίσει προκειμένου να σώσει τα πλοία, γνωρίζοντας ότι αν καταστραφούν ούτε ο ίδιος ούτε οι Έλληνες θα μπορούσαν να σωθούν [Π 124-129]. Ακριβώς στο σημείο αυτό της βιασύνης και αγωνίας, ο ποιητής διακόπτει τη διήγηση της δράσεως προκειμένου να περιγράψει πως αρματώνεται ο Πάτροκλος. Με μεγάλη λεπτομέρεια περιγράφει κάθε εξάρτημα της πανοπλίας και παραδίδει κατάλογο όλων των αξιωματικών του στρατού με το γενεαλογικό τους δένδρο. Μας λέει πως ο Αχιλλεύς πάει στη σκηνή του και παίρνει ένα κύπελο το οποίο του είχε δώσει η μητέρα του, πως το εξάγνισε και το έπλυνε με καθαρό νερό, ότι πλένει τα χέρια του και απαγγέλει μια προσευχή δεκαέξι στίχων [Π 233-248], μετά την οποία επιστρέφει ήρεμα στη σκηνή του και προσεκτικώς τοποθετεί ξανά το κύπελο στο σεντούκι. Ακριβώς εκατόν πενήντα στίχους μετά τη στιγμή που ο Αχιλλεύς χτύπησε τους μηρούς του, επιτρέπει ο ποιητής στον Πάτροκλο να κινηθεί για να σώσει τα πλοία.

    Στην Οδύσσεια, όταν ο ήρως, προσκολλημένος κάτω από την κοιλία του κριαριού μεταφέρεται μακριά από τη σπηλιά του Κύκλωπος, το τέρας χαϊδεύει το κριάρι και του λέει λόγια πολλά [ι 447-460], ενώ εμείς, όπως και ο Οδυσσεύς, αγωνιούμε. Επίσης, όταν ο Οδυσσεύς επιστρέφει στο παλάτι του μεταμορφωμένος σε ζητιάνο, σχεδιάζει την εκδίκησή του βασιζόμενος στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται ούτε από τα μέλη του υποστατικού του. Αλλά όταν τα πόδια του πλένονται από την ηλικιωμένη Ευρύκλεια, η οποία τον ανέθρεψε όταν ήταν βρέφος, και αναγνωρίζει την παλαιά ουλή [τ 392-393], ακριβώς τη στιγμή που η αγωνία κορυφώνεται αναμένοντας να δούμε αν θα περιπλέξει το σχέδιό του τώρα που γνωρίζει ότι ο ζητιάνος δεν είναι κανείς άλλος από τον επί μακρόν απόντα Οδυσσέα, ο ποιητής μας αφήνει να περιμένουμε καθώς διηγείται τη γέννηση και την παιδική ηλικία του ήρωος, τον λόγο που ονομάστηκε Οδυσσεύς, γιατί επισκέφθηκε τον παππού του, τις λεπτομέρειες του κυνηγιού σε μια από τις επισκέψεις αυτές και τα πάντα σχετικώς με τον αγριόχοιρο που προκ geromorias
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ