2018-05-14 00:00:23
Φωτογραφία για 10631 - Μοναχός Ησύχιος Γρηγοριάτης (1896 - 14 Μαΐου 1999)
Μοναχός Ησύχιος 

Γρηγοριάτης 

[Σύντομο βιογραφικό]

Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου

Ἕνας ἄλλος ἀκάματος ἐργάτης τῆς Μονῆς καί τῆς προσευχῆς, τῆς θυσίας καί τῆς ἀγάπης, εἶναι ὁ Γέρο-῾Ησύχιος. ῎Εχει κερδίσει τήν ἐκτίμησι καί συμπάθεια ὅλων τῶν νεωτέρων Πατέρων, οἱ ὁποῖοι διαβλέπουν στήν ἀσκητική φωτεινή μορφή του, τόν μοναχό τῆς ὑπομονῆς, τῆς ταπεινώσεως, τῆς μετανοίας, τῆς ἀγάπης, τῆς κοπιαστικῆς ἐργασίας μέχρι τά ὑστερνά του χρόνια. 

Εὐχαριστοῦμε τόν Θεό καί τήν Καθηγουμένη τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, Κυρία Θεοτόκο, διότι προνόησαν νά μᾶς προβάλουν στό μοναχικό μας διάβα ὁδοδεῖκτες γιά τήν ἀπρόσκοπτη πορεία μας πρός τόν Οὐρανό.

Νοιώθουμε καί ἐμεῖς σιγουριά καί ἀσφάλεια στόν ἀγῶνα μας, στήν ἐπιτέλεσι τῶν λειτουργικῶν καθηκόντων μας, στή διαφύλαξι τῶν πατροπαραδότων τυπικῶν μας, διότι ἐλάβαμε ζῶσα τήν παράδοσι ἀπό ἁγίους Πατέρες. Μέ αὐτούς ἐδῶ ἀδελφικά διαβιώνουμε, αὐτούς ἀκολουθοῦμε στήν προσκύνησι τῶν ἱερῶν εἰκόνων, στήν μετάληψι τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, στίς ἐργασίες καί στά διακονήματα τῆς Μονῆς.


Στά διοικητικά προβλήματα αὐτούς συμβουλευόμεθα, ἀπό τίς συμβουλές τους στηριζόμεθα, στήν προσευχή τους ἐλπίζουμε καί ἐμεῖς οἱ ἀρχάριοι καί ἀδόκιμοι, νά ἐλεηθοῦμε καί φωτισθοῦμε.

῎Ισως τώρα νά μή καταλαβαίνουμε πλήρως τήν ἀξία τους καί τήν προσφορά τους, διότι ἀγνοοῦμε ὡς νεώτεροι τό ἔργο τους στό παρελθόν. Ἴσως ἀποροῦμε γιά τυχόν ἀνθρώπινες ἐλλείψεις καί ἀδυναμίες τους, ὅμως ἡ ἀληθινή ἀξιολόγησις τῆς παρουσίας τους θά γίνη, ὅταν αὐτοί θά ἔχουν ἀπέλθουν ἀπ᾿ ἐδῶ. 

Ἄν καί ὁ πανδαμάτορας χρόνος, θά μᾶς ἀναγκάσῃ νά τούς ξεχάσουμε, ὅμως ἐπιθυμοῦμε νά μείνουν τοὐλάχιστον γραμμένα στό χαρτί οἱ ἀγῶνες καί οἱ ἐμπειρίες τους γιά τήν ἰδική μας μελλοντική προκοπή. ῎Ετσι θά τούς ἔχουμε ἀνάμεσά μας, ὅσα χρόνια καί ἄν περάσουν. Τούς χρειαζόμεθα μέχρι τόν θάνατόν μας. Εἶναι οἱ Πατέρες μας πού μᾶς μετέφεραν τήν παράδοσι σταδιακά τῶν μεγάλων ῾Οσίων καί ἀσκητῶν, τόσο τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ὅσο καί τῶν ἄλλων μοναχικῶν συγκροτημάτων τῆς Ὀρθοδόξου 'Εκκλησίας μας.

Ας ἔλθουμε ὅμως ταπεινοί προσκυνητές καί μαθητές σ᾿ αὐτούς τούς διδασκάλους μας γιά νά προσκυνήσουμε τήν Χάριν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού μέ ἰδρῶτα καί αἷμα ἀπέκτησαν καί νά διδαχθοῦμε πῶς νά σωθοῦμε.

Κτυπῶ τήν πόρτα τοῦ Γέρο-῾Ησυχίου λέγοντας:

Δι' εὐχῶν τῶν ῾Αγίων Πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς.

Ἀμήν. Ποιός εἶναι; Ἐλᾶτε μέσα.

Εὐλογεῖτε, πάτερ ῾Ησύχιε, τί κάνετε;

Κάτι τσουβάλια, πάτερ, μοῦ δώσανε νά ράψω.

-Καλά, εἶσαι 94 ἐτῶν κι ἀκόμη βλέπεις νά ράβης τσουβάλια;

-Ἔχω κι ἐγώ τό διακόνημά μου. Δέν μπορῶ τώρα νά κάνω τίποτε περισσότερο.

-Θά ἤθελες, Γέροντα Ἡσύχιε νά μοῦ ἔλεγες κάτι σχετικό μέ τήν ζωή σου, γιά νά μάθουμε κι ἐμεῖς οἱ νεώτεροι κάτι ἀπό τούς μοναχικούς σας ἀγῶνες πρός ὠφέλειά μας; 

-Νά σ᾿ ἀκούσω τί θέλεις νά μέ ρωτήσης.

-Ἀπό ποῦ κατάγεσαι καί πῶς ἀπεφάσισες νά γίνῃς καλόγερος, πάτερ;

Γεννήθηκα στό χωριό Σαπρίκι Τρυφιλλίας τῆς Πελοποννήσου ἀπό γονεῖς φτωχούς καί λίγο εὐσεβεῖς τό 1896. ῎Ημουν τό δέκατο καί τελευταῖο παιδί τοῦ σπιτιοῦ μας, ἀπό τήν δεύτερη γυναῖκα τοῦ πατέρα μου, ἡ ὁποία ἔκανε τέσσαρα παιδιά. Τό κοσμικό μου ὄνομα ἦταν Νικόλαος Λαμπίρης τοῦ Ἀντωνίου. 

Οἱ γονεῖς μου ἦταν ἄνθρωποι ὀλιγογράμματοι, ἄνθρωποι τοῦ βουνοῦ καί τοῦ χωραφιοῦ. Μαζί τους ἐπήγαινα κι ἐγώ στίς δουλειές, γ᾿ αὐτό μόνο τέσσερεις τάξεις ἐπῆγα στό σχολεῖο. Συχνά μέ συμβούλευαν: «Κλέφτη καί ψεύτη νά μή σέ ποῦνε. Νά κάνῃς τό Σταυρό σου συχνά καί μέ τό τσαπί νά μᾶς ἀκολουθῇς στίς δουλειές». ῎Ημουν τότε ὀκτώ ἐτῶν, ὅταν πρωτάκουσα αὐτή τήν συμβουλή τους.

῞Οταν ἐμεγάλωσα, ἦλθε καιρός καί ἐπῆγα στό στρατό. ῾Υπηρέτησα περί τά ἕξι χρόνια, καί ἤμουν παρών σ᾿ ὅλες τίς μάχες καί στήν ἧττα τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατά τήν Μικρασιατική καταστροφή. Ἀρρώστησα στό στρατό πολύ ἄσχημα καί μέ πῆγαν στό Νοσοκομεῖο. 

Οἱ γιατροί μέ ἀπεφάσισαν γιά θάνατο τήν ὀγδόη ἡμέρα. Τήν 12η ἐπήγαινα καλλίτερα καί βλέπω ἐκείνη τήν νύκτα ἕνα ὄνειρο. Εἶδα τόν θεῖο μου μέ φουστανέλλες καί ἐγώ ἔτρεχα κοντά του νά τόν φθάσω. Τότε παρουσιάσθηκαν δύο στρατιῶται καί μοῦ εἶπαν: «Ποῦ πᾶς ἐσύ; γύρισε πίσω». Εὑρισκόμουν τότε σέ κωματώδη κατάστασι.

Οἱ γιατροί μοῦ ἔκοψαν δύο παῒδια ἀπό τήν πλάτη καί ἡ ἰατρική ἐπιτροπή μέ ἔβγαλε ὑγιῆ καί συνέχισα τόν στρατό. Στήν δύσκολο αὐτή περίοδο τῆς σωματικῆς μου ὑγείας, ὑποσχέθηκα στήν Παναγία νά γίνω καλά καί νά τῆς ἀνάψω μία λαμπάδα, ὅσο εἶναι τό μπόϊ μου. Ἀκόμη τῆς εἶπα, "ἐάν γυρίσω ζωντανός ἀπό τό στρατό, θά γίνω καλόγερος».

῞Οταν μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παναγίας μας, ἐπῆρα ἀπολυτήριο ἀπό τό στρατό, ἐπῆγα στήν Ἀθήνα καί δούλεψα σ᾿ ἕνα σιδηρουργεῖο πού ἔκοβε πέταλα.

Γνωρίσθηκα μέ κάποιο εὐσεβῆ νέο πού ἔμενε στόν Πειραιᾶ καί μία ἡμέρα μοῦ εἶπε: «Φεύγω Νῖκο γιά τό ῞Αγιο ῎Ορος νά γίνω καλόγερος, διότι μοῦ εἶπαν, ὅτι ἐάν ἕνα δάκρυ χύσω γιά τίς ἁμαρτίες μου, συγχωροῦνται ὅλες».

Θέλω καί ἐγώ νά γίνω τοῦ εἶπα. ῎Ετσι ξεκινήσαμε μαζί καί μέ τό βαπόρι ἐφθάσαμε στήν Θεσσαλονίκη. Τότε ἦταν ἡ 10η Αὐγούστου 1924 καί εἶχα ἡλικία 27 ἐτῶν. Μέσα στό πλοῖο ἦταν ἕνας ταξιδιώτης πού μετέφερε διάφορα ψιλικά πραγματάκια στό ῞Αγιον ῎Ορος γιά νά ἀγοράσουν οἱ Μοναχοί, ὅ,τι εἶχαν ἀνάγκη, ὅπως ὑπῆρχε ἐδῶ ἡ συνήθεια. Μᾶς ἐρώτησε: «ποῦ πᾶτε βρέ παιδιά; Πᾶμε γιά Μοναχοί στό ῞Αγιον ῎Ορος. Καλή ἀπόφασι ἐλάβατε καί μακάρι νά τήν τελειώσετε. Σέ ποιά Μονή  θά πᾶτε; ῞Οπου θά βροῦμε καλλίτερα εἴπαμε.

Σᾶς συνιστῶ νά πᾶτε στήν Μονή Γρηγορίου. Εἶναι καλό κοινόβιο. Τί σημαίνει κοινόβιο; τόν ἐρώτησα ἐγώ: 

-Κοινόβιο σημαίνει ὅτι τρώγουν ὅλοι οἱ Μοναχοί μαζί σάν μία οἰκογένεια, ἔχουν ῾Ηγούμενο πού κάνουν ὅλοι ὑπακοή καί ἔχουν ἀγάπη, εἰρήνη καί ὁμόνοια.

-Ἐκεῖ θά πάω ἐγώ, τούς εἶπα.

῞Οταν ἦλθα στό Μοναστήρι εὑρῆκα 70 Μοναχούς καί 14 δοκίμους. Ἀνάμεσά τους ἐδέσποζε ἡ πραεῖα μορφή τοῦ Γέρονός μου καί ἡγουμένου παπᾶ Θανάση.

Στά πρῶτα χρόνια ὑπηρετούσαμε ἐμεῖς οἱ δόκιμοι στά μετόχια, ἔξω στό κόσμο. Ἐγώ ταλαιπωρήθηκα πολύ, διότι ἐκεῖ δέν εὕρισκα στοργή καί πατρική ἀγάπη ἀπό τούς ἄλλους πατέρας. Συνεχῶς μέ ἔστελναν σέ δουλειές καί μάλιστα μέ αὐστηρότητα. Θυμᾶμαι, ἐπήγαινα στά ὑπόγεια τοῦ Μετοχίου Βούλτσιστα γιά νά πάρω κρασί ἀπό τά βαρέλια καί εὕρισκα τήν εὐκαιρία νά κλάψω γιά τό πόνο καί τήν μοναξιά μου. Πολλοί δόκιμοι, μακριά ἀπό τό Μοναστήρι, ἔφευγαν γιά τόν κόσμο. Ἐγώ ἐνθυμούμην τήν ὑπόσχεσι πού ἔδωσα στήν Παναγία μας καί ἔκανα μεγάλη ὑπομονή.

-Σέ τί ἄλλα διακονήματα ὑπηρετήσατε, πάτερ ῾Ησύχιε;

῎Ηξερα ἀπό γεωργικές δουλειές, γι᾿ αὐτό μ᾿ ἔβαζαν συνήθως σ᾿ αὐτές. ῎Ετσι ὑπηρέτησα 11 χρόνια στό ἀμπέλι, 15 χρόνια στό Κονάκι τῶν Καρυῶν ὡς Κοναξῆς, 16 χρόνια στό κῆπο καί σέ ἄλλες δουλειές τῆς Μονῆς. Δυστυχῶς ὅμως, ἐμένα μέ ἔφαγε ἡ φλυαρία καί τά ἀστεῖα καί δέν ἐκμεταλλεύθηκα τόν καιρό αὐτόν. Ἀρετή δέν ἀπέκτησα, ἀλλά τό διακόνημά μου δέν τό ἄφησα καί μακάρι νά δούλευα γιά τήν ψυχή μου, ὅπως δούλεψα γιά τά διακονήματα.

-Πῶς θά ἀποκτήσουμε τήν μετάνοια, πάτερ ῾Ησύχιε;

Ἐγώ, ὅταν ἦλθα δέν εἶχα τά βιβλία καί τίς συνάξεις πού ἔχετε τώρα ἐσεῖς. Ἐσεῖς εἶσθε ἅγιοι καί τυχεροί, γιατί ἔχετε Γέροντα πού σᾶς διδάσκει συνεχῶς τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Εἶσθε καί ἐπικίνδυνοι διά τήν ψυχή σας, διότι, ἄν δέν φυλαχθῆτε, θά πέσετε στήν κενοδοξία, τήν φιλαυτία καί τήν φιληδονία. Γιά μένα, νά βαδίζετε ὅπως βαδίζετε. Σᾶς ἔχω ὅλους σωσμένους, μόνο προσοχή νά μή πέσετε στήν κενοδοξία.

Ἐμένα μέ χάλασε ἡ φλυαρία, ὁ θυμός καί ἡ κενοδοξία.῎Εκαμα καμμιά δουλειά καί ἀμέσως ὁ λογισμός, μπράβο, μοῦ ἔλεγε. Τώρα προσπαθῶ νά ἑτοιμασθῶ καί γίνομαι χειρότερος. Τρώγω καί κοιμᾶμαι, τεμπέλικη ζωή. Ἔχετε ἁγίους γονεῖς γι᾿ αὐτό βγήκατε καί ἐσεῖς ἅγιοι. Ἐγώ εἶμαι ἀνάξιος τοῦ Οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Δόξα σοι ὁ Θεός, πού μέ ἔκαμε ἄνθρωπο καί δέν μέ ἔκανε ζῶο. Τό πᾶν εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται ἀπό τούς γονεῖς. (Τά λόγια αὐτά μοῦ τά ἔλεγε μέ δάκρυα στά μάτια του).

Ἀναγκαιότερο ἔργο γιά τήν σωτηρία μας εἶναι ἡ ὑπομονή, ἡ ὑπακοή καί ἡ ἀγάπη. Τό μῖσος καί ἡ ἀκαθαρσία τῶν λογισμῶν καί τῶν παθῶν, χωρίζουν τόν ἄνθρωπον ἀπό τήν Θείαν Κοινωνία. Ἐμένα οἱ παλαιοί Ππατέρες μ᾿ ἀγαποῦσαν ἐπειδή ἤμουν κουτός καί χαζός, καί μέ ἔστελναν πάντοτε στίς δουλειές. ῎Ετσι ψήθηκα ἀπό τά πρῶτα μου χρόνια στήν ὑπακοή καί τήν ὑπομονή, καί τό πῆρα ἀπόφασι πλέον ὅτι ἡ καλογερική ζωή εἶναι θάνατος καί σταύρωσις τοῦ ἑαυτοῦ μας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί τήν σωτηρία μας.

Μετάνοια, ἀδελφάκι μου, σημαίνει: Σκέπτομαι τόν θάνατο καί προσπίπτω μέ δάκρυα καί συντριβή στό Δεσπότη Χριστό νά συγχωρήσῃ τίς ἁμαρτίες μου. ῾Η Χάρις τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται μέσα μας, μέ τό πένθος, τά δάκρυα καί τόν πόνο γιά τίς ἁμαρτίες μας. ῾Ο Μοναχός δέν ἔχει τί νά δώσῃ στό Ἀφεντικό του πού τόν ἔπλασε, γιατί εἶναι φτωχός. Τοῦ ἔδωσε ὅμως ὅ,τι εἶχε. Τοῦ ἔδωσε ὁλόκληρο τόν ἑαυτόν του, τά νειᾶτα του καί αὐτή ἡ προσφορά στόν Θεό, εἶναι ἡ πιό μεγάλη ἐλεημοσύνη τοῦ Μοναχοῦ γιά τό κόσμο.

-Τί σημαίνει Μοναχός, πάτερ ῾Ησύχιε;

Μοναχός σημαίνει νά μή ἔχῃ τίποτα ἐπάνω του, γιά νά πετᾶ ἐλεύθερος ὅποτε θέλει εἰς τόν Οὐρανό μέ τήν προσευχή του. Πώ, πώ τί ἁμαρτία εἶναι νά ἔχουν μερικοί χρήματα καί περιουσίες! Οὔτε πεντάρα δέν πρέπει νά ἔχῃ ἐπάνω του ὁ Καλόγερος.

Καί τά ροῦχα του νά εἶναι τόσο ἄχρηστα, ὥστε νά ἀφήσῃ τό κελλί του ἀνοικτό, καί κανείς νά μή ἐνδιαφέρεται νά τοῦ τά πάρῃ.

῾Ο Μοναχός, πρέπει νά δοξάζῃ καί εὐχαριστῆ τόν Θεό γιά ὅλες τίς εὐεργεσίες καί δωρεές πού τοῦ ἔδωσε. Τόν ἔβγαλε ἀπό τήν ματαιότητα τοῦ κόσμου γιά νά τοῦ διδάξη τήν ἀληθινή ζωή καί νά τόν ὁδηγήσῃ στήν Βασιλείαν του. Τό βασικό ἔργο του εἶναι ἡ ἐκκλησία. Τό ἴδιο καί οἱ λαϊκοί Εἶναι ἀδύνατο οἱ λαϊκοί, ὅταν πηγαίνουν στήν ἐκκλησία μαζί μέ τά παιδιά τους, νά μήν ἁγιασθοῦν.

῞Ολα χρειάζονται γιά τήν σωτηρίαν μας, καί ἡ μετάνοια καί οἱ προσευχές, ἀλλά βασικά ἐμᾶς θά μᾶς σώσῃ ἡ ταπείνωσις. ῾Ο ταπεινός Μοναχός δέν φοβᾶται τούς ἐχθρούς του, οὔτε καί ἀμφιβάλλει γιά τήν σωτηρία του. Θά εἶναι πράγματι ταπεινός, ὅταν δέχεται μέ σιωπή καί πραότητα τόν σκληρό ἤ αὐστηρό λόγου τοῦ ἀδελφοῦ του. 

Νά μή ἀντιδρᾷ καί διαμαρτύρεται, ὅταν οἱ ἄλλοι τόν συκοφαντοῦν, καί τότε ὁ Θεός θά ἀναλάβη τήν ὑπεράσπισί του καί θά ἀποκαλύψῃ τήν ἀλήθεια στούς ἄλλους.

-Πρέπει νά φοβούμεθα τόν θάνατον, πάτερ ῾Ησύχιε;

-Πρέπει νά τόν φοβούμεθα γιά νά προετοιμαζώμεθα καλλίτερα, ἀλλά ἐγώ δέν ξέρω τί σόϊ ἄνθρωπος εἶμαι. Εἶμαι στά πρόθυρα τοῦ θανάτου, καί δέν σκέπτομαι ὁ δυστυχής, ὅτι σέ λίγο θά εἶμαι στά χώματα. ῾Ως φαίνεται, μέ βλάπτουν τά φαγοπότια, αὐτό εἶναι ἡ αἰτία. (Ἐδῶ πρέπει νά σημειωθῇ, ὅτι ὁ πατήρ ῾Ησύχιος, ἑκουσίως ταπεινώνεται καί ἐξευτελίζεται λόγῳ ἀρετῆς του, διότι οὐδέποτε στήν τράπεζα ἔφαγε ὁλόκληρο τό φαγητό του, ἐνῶ τίς ἡμέρες τῆς νηστείας, εἶχε μονοφαγία, καί τό ἀπόγευμα ἕνα φροῦτο ἤ ἕνα τσάϊ).

Νά ἐνθυμούμεθα τόν θάνατον κάθε ὥρα. Γιά μένα ἦλθε ὁ κόμπος στό χτένι.Τά τηλεγραφήματα μοῦ ἦλθαν. Νά, τά πόδια μου πρίσθηκαν, κοκκίνισαν καί μέ πονοῦν ἀφάνταστα. Στήν ἐκκλησία δέν μπορῶ πλέον νά σταθῶ ὄρθιος, ὅπως ἦταν ἡ τάξις. Διότι παλαιότερα ὅλοι οἱ Πατέρες ἐστέκοντο ὄρθιοι. Ἐκάθοντο μόνο στά ψαλτήρια καί στίς ῟Ωρες. 

Τί νά κάνω; Βραδυάζω καί δέν ξέρω ἄν θά ξημερώσω. Δέν σκέπτομαι τόν θάνατο, γι᾿ αὐτό καί δέν ἔχω δάκρυα. ῾Η καρδιά μου ἔγινε σκληρή σάν τήν πέτρα.

῟Ωρες ὧρες φοβᾶμαι τόν Θεό, μά ἄλλοτε δέν τόν φοβᾶμαι γιατί ἔχω ἐλπίδα στήν Παναγία μας. Μ᾿ ἐφύλαξε ὁ Θεός ἀπό πολλά ἁμαρτήματα, ἀλλά ἀπό τά μικρά δέν γλύτωσα. 

Στό ἔλεος τοῦ Κυρίου μας ἐλπίζω. Ἐσεῖς γιά μένα εἶσθε ὅλοι ἅγιοι. Θά πᾶτε κατ᾿ εὐθείαν στό Δεσπότη Χριστό. Γιά  τούς Γεροντάδες δέν λέγω τίποτε. Εἴσασθε πολύ καλά. Νά λέγετε τήν εὐχή. Νά μελετᾶτε τόν Δεσπότη Χριστό στό νοῦ σας πάντοτε καί ἔτσι θά φυλαχθῆτε ἀπό τήν κενοδοξία καί τούς αἰσχρούς λογισμούς. Ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος οὔτε τά πόδια σας νά πλύνω. Ἐγώ δέν εἶχα βία στή ζωή μου. Πρίν ἔκανα καί μετάνοιες, ἀλλά τώρα δέν μέ βαστοῦν τά πόδια μου καί πέφτω κάτω.

-Ποίους ἁγίους εὐλαβεῖσθε περισσότερο, πάτερ ῾Ησύχιε;

῞Ολους τούς ῾Αγίους εὐλαβοῦμαι καί ἀγαπῶ, γιατί ὅλοι εἶναι ἀγαπημένα παιδιά τοῦ Θεοῦ καί δοξασμένα κοντά Του, ἐπειδή καί αὐτοί τόν ἀγάπησαν. ῞Ομως πρισσότερο εὐλαβοῦμαι τόν Τίμιο Πρόδρομο, Προστάτη καί Πατέρα τῶν Μοναχῶν, διότι στήν ἑορτή τῆς Γεννήσεώς του, ἔγινα μεγαλόσχημος Μοναχός.

Αὐτός εἶναι ὁ μέγας ἀξιωματικός πού θά ἀναλάβῃ στήν διοίκησι τοῦ στρατηγείου του ὅλο τό καλογερικό σῶμα καί θά τό ἔχῃ κοντά του στήν ἄλλη ζωή αἰωνίως.

Ἐπίσης εὐλαβοῦμαι τούς ἁγίους Προστάτας τῆς Μονῆς μας. Μάλιστα ἡ ῾Αγία Ἀναστασία δύο φορές θαυματουργικά μέ ἐθεράπευσε. Πρό ἀρκετῶν ἐτῶν ἐπάθαινε συχνά ἡ μύτη μου αἱμορραγία, καί μέ κανένα μέσο δέν σταματοῦσε. Κάθε φορά ἔβγαζα μέχρι μισή ὀκᾶ αἷμα. Τό 1936, ἄν θυμᾶμαι καλά, ἔφεραν τήν ῾Αγία Δεξιά τῆς ῾Αγίας καί μέ ἐσταύρωσαν. Ἐδιάβασαν τήν Παράκλησί της, καί ἔκτοτε ἡ αἱμορραγία σταμάτησε ὁριστικά. 

Τό ἄλλο θαῦμα εἶναι τό ἑξῆς. ῞Οταν ἐτελείωσα τόν στρατό καί μετ᾿ ὀλίγον ἦλθα γιά Καλόγερος στό Μοναστήρι, μοῦ συνέβαινε ἕνα παράξενο γιά τούς πολλούς φαινόμενο. ῞Οταν δηλαδή κάποιος μοῦ μιλοῦσε μέ αὐστηρότητα, ἐγώ ἀπό τόν φόβον μου ἔπεφτα κάτω. Στόν στρατό θυμᾶμαι εἶχα πέσει δύο-τρεῖς φορές. 

Τότε ἄλλοι ἀπό τούς στρατιῶτες μέ ἐχλεύαζαν κι ἄλλοι ἐνόμιζον ὅτι τό ἔκανα προσποιητά. ῞Οταν ἦλθα στό Μοναστήρι, ὁ Γέροντάς μου παπᾶ-Θανάσης, κάθε ἑβδομάδα μοῦ ἐδιάβαζε ἐξορκισμούς. Δέν ἔβλεπα καμμιά βελτίωσι.῞Οταν ὅμως μέ ἐσταύρωσαν μέ τά Λείψανα τῆς ῾Αγίας Ἀναστασίας, χάθηκα αὐτός ὁ πειρασμός καί ἔκτοτε δέν εἶχα αὐτή τή φοβία.

Εὐλαβοῦμαι ἐπίσης τόν φύλακα ῎Αγγελό μου, διότι μ᾿ ἐγλύτωσε ἀπό πολλούς πειρασμούς καί κινδύνους στήν ζωή μου. ῞Οταν δούλευα στό σιδηρουργεῖο στήν Ἀθήνα, κάποια μέρα ἐδιάβαινα στό δρόμο καί ἔπρεπε νά δρασκελίσω τόν σιδηρόδρομο γιά νά πάω ἀπέναντι στόν ἄλλο ἁμαξιτό δρόμο, χωρίς νά γνωρίζω ὅτι ὁ σιδηρόδρομος εἶναι ἡλεκτρικός. 

Ὅπως περπατοῦσα ἀνύποπτος, πάτησα ἐπάνω στίς σιδηροτροχιές, τινάχθηκα ἀπό τό ρεῦμα τρία μέτρα μακριά. Δέν ἔπαθα τίποτα. Μέ φύλαξε ὁ φύλακας ῎Αγγελός μου. 

Ἀλλά καί τήν διάσωσί μου στό στρατό, στήν Παναγία τήν ὀφείλω, ἡ ὁποία μέ ἐφύλαξε ἀπό σωματικούς καί ἠθικούς κινδύνους, διότι μέ προώριζε γιά παιδί της στό Περιβόλι της. Χίλια εὐχαριστῶ στόν Δεσπότη Χριστό, στήν Παναγίτσα μας καί σέ ὅλους τούς ῾Αγίους πού μᾶς προστατεύουν καί μᾶς ἀγαποῦν.

-Εἶσθε εὐχαριστημένος, πάτερ ῾Ησύχιε, ἀπό τήν σημερινή κατάστασι τῆς Μονῆς μας;

Σήμερα ἐσεῖς, ἀδελφάκι μου, εἶσθε πολύ καλλίτερα ἀπό ἐμᾶς. Εἶσθε τυχεροί διότι ἔχετε Γέροντα πού σᾶς διδάσκει συνεχῶς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς τότε εἴχαμε ῞Αγιο Γέροντα καί Πατέρες, ἀλλά δέν μᾶς ἔκαναν συνάξεις, ὅπως ἔχετε ἐσεῖς τώρα.῎Εχετε βιβλία πολλά καί καλά. ῎Εχετε τά Πατερικά στή καθομιλουμένη γλῶσσα καί τά καταλαβαίνετε. Ἐγώ, καθώς καί οἱ ἄλλοι παραδελφοί μου, ἀγράμματος ὅπως ἤμουνα, τίποτα δέν καταλάβαινα.

Μά οὔτε καί πολλά βιβλία εἴχαμε. Ἐγώ ἐδῶ, τό 1965 ἔμαθα τί θά πῇ Φιλοκαλία.

Τό ἔχω σέ μεγάλη χαρά, διότι ὁ Γέροντάς μας ἔδωσε εὐλογία γιά τήν συχνή Κοινωνία. Εἶναι γιά μένα ἕνα ἀνεκτίμητο δῶρο πού τό ἔψαχνα στόν Ούρανό καί τό εὑρῆκα στή γῆ. Καί ὁ ἀείμνηστος παπᾶ Θανάσης καθώς καί ἄλλοι Πατέρες, ἦταν παλαιότερα ὑπέρ τῆς συχνῆς Θείας Κοινωνίας, ἀλλά τά αὐστηρά τυπικά μᾶς ἐμπόδιζαν νά ἐπιζητήσουμε τήν οὐσία τῆς ζωῆς πού εἶναι ὁ Χριστός.

Παλαιότερα εἴχαμε Θεία Κοινωνία κάθε εἴκοσι ἡμέρες, καί ἄν μᾶς συνέβαινε κανένας πειρασμός, διπλασιαζόταν ἡ ἀποχή μας ἀπό τόν Χριστό. Δέν ἔχω παράπονο ἀπό κανέναν ἀδελφό. ῞Ολοι μέ ἀγαποῦν, οἱ γιατροί μας μέ ἐπισκέπτονται συχνά, ὁ γηροκόμος μέ περιθάλπει, ὁ Γέροντας μέ τιμᾶ καί μέ συμβουλεύει. Δόξα σοι ὁ Θεός.

Ποῦ νά ἰδοῦμε τέτοια ζωή ἐμεῖς παλαιότερα! ῾Υπῆρχε πολλή αὐστηρότης.

Εἴμασταν οἱ πιό πολλοί χωριάτες καί δέν ξέραμε ποῦ πᾶν τά τέσσαρα.

Δέν ὑπῆρχαν τότε καί τά σημερινά γεωργικά ἐργαλεῖα καί μηχανήματα, καί ἔτσι οἱ Πατέρες ἐκοπίαζαν πολύ στούς κήπους, στά μετόχια, στίς παγκοινιές, στό βουνό, στό μακηπεῖο (φοῦρνο) καί ἀλλοῦ. Ἐπίσης δέν εἴχαμε τήν θέρμανσι ὅπως τώρα.

Σόμπα στήν ἐκκλησία, μπῆκε γιά πρώτη φορά τό 1960, ἐπί ἡγουμένου παπᾶ Βησσαρίωνος, ἐνῶ στά κελλιά μας γιά πρώτη φορά ἐγνωρίσαμε θέρμανσι, ὅταν ἦλθε ὁ νῦν Γέροντάς μας παπᾶ Γεώργιος τό 1975. 

Οἱ Πατέρες ἐπί τῶν ἡμερῶν μου, δέν εἶχαν τήν ποιμαντική φροντίδα πού ἔχετε ἐσεῖς τώρα, ἀλλά καί ἐμεῖς κοντά σας, ἀπό τόν νῦν Γέροντά μας. Ἀγωνίζοντο ὁ καθένας τους, ἀνάλογα μέ τήν προαίρεσι καί τόν πόθο πού εἶχαν. Μερικοί στήν ἐκκλησία δέν ἐκάθοντο καθόλου, ἐνῶ οἱ περισσότεροι στά ψαλτήρια καί στίς ῟Ωρες, ὅπως ὑπῆρχε ἡ τάξις. Τότε ὁ διαβαστής κανοναρχοῦσε ὄχι μόνο τίς ὠδές τοῦ Κανόνων τῶν ῾Αγίων τῆς ἡμέρας καί τῆς Παρακλητικῆς, τίς ὁποῖες ἔψαλλαν οἱ Πατέρες ὅλες κάθε ἡμέρα, ἀλλά καί τούς Κανόνες τοῦ Θεοτοκαρίου καί τῶν Παρακλήσεων τῆς Θεοτόκου καί τοῦ ῾Αγίου Νικολάου. Αὐτό τό τυπικό ὑπῆρχε σέ ὅλες τίς ἁγιορείτικες Μονές, καί μόλις τό 1965 περιωρίσθηκε, τοὐλάχιστον γιά τήν δική μας Μονή, στό κανονάρχημα τῶν ὠδῶν α, γ, καί  θ τῶν Κανόνων τοῦ Ὄρθρου.

-Ἀφ᾿ ὅτου ἤλθατε στό Μοναστήρι, ποῖοι ῾Ηγούμενοι κατά σειρά τό ἐκυβέρνησαν, καί τί γνωρίζετε  γι᾿ αὐτούς;

Ἐγώ ὅπως εἴπαμε, ἦλθα τόν Αὔγουστο τοῦ 1924. Ἀπό τήν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ ἔτους, ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία ὁ παπᾶ Θανάσης, ὁ ὁποῖος παρέμεινε στό ἀξίωμα αὐτό μέχρι τό 1936. Αὐτός ἦλθε στό Μοναστήρι μας τόν Δεκαπενταύγουστο τοῦ 1891, μαζί μέ ἄλλους δύο νέους συμπατριῶτες του. 

Καί οἱ τρεῖς κατήγοντο ἀπό τόν Πύργο τῆς Ἠλείας.

Ξεκίνησαν μέ πολλές δυσκολίες γιά τό ῞Αγιον ῎Ορος. Ἀφοῦ ἔφθασαν μέ τά τότε συγκοινωνιακά μέσα, μέχρι τόν Βόλο Μαγνησίας, στήν συνέχεια ἐναύλωσαν βάρκα καί μετά ἀπό ἕνα μῆνα θαλάσσιου πλοῦ, ἐν μέσῳ ἀνέμων καί θαλασσοταραχῶν, ἀπεβιβάσθησαν στήν Μονή.

Ἀπ᾿ αὐτούς ὁ ἕνας ἐπέστρεψε μετ᾿ ὀλίγον  στόν κόσμο, ὁ δεύτερος ἀσκήτευσε στήν ἔρημο τῆς ῾Αγίας ῎Αννης, καί ὁ Γέροντάς μου, δεκαοκταετής στήν ἡλικία τότε, μέ τό ὄνομα Ἀνδρέας Πρωτογερόπουλος τοῦ Γεωργίου, παρέμεινε στήν Μονή μας γενόμενος ὑποτακτικός τοῦ ἀειμνήστου ἡγουμένου παπᾶ Συμεών. Διάκονος ἐχειροτονήθη τό 1904, ἐνῶ ῾Ιερομόναχος τό 1908. Διακρινόταν γιά τήν γλυκειά καί πραεία μορφή του. 

Οὐδέποτε θυμᾶμαι νά μέ μάλωσε. Μ᾿ ἐδίδασκε μέ τό παράδειγμά του καί τά ταπεινά του συμβουλευτικά λόγια. Εἶχε βαθειά ταπείνωσι καί ἀπέφευγε τά ἀξιώματα. Γι᾿ αὐτό μετά τόν θάνατο τοῦ ἡγουμένου παπᾶ Συμεών, ὁ παπᾶ Θανάσης ἔφυγε γιά λίγες ἡμέρες κρυφά γιά τήν ἔρημο, γιά νά μή παρευρίσκεται ὡς ὑποψήφιος ἡγούμενος στίς ἐκλογές τῆς Ἀδελφότητος γιά τήν ἀνάδειξι τοῦ νέου ῾Ηγουμένου.

῎Ετσι ἐξελέγη ὁ παπᾶ Γιώργης, παρ᾿ ὅτι οἱ Πατέρες ἐκτιμοῦσαν καί ἤθελαν περισσότερο τόν παπᾶ Θανάση.

῞Οταν ἦλθα στό Μοναστήρι, τό πρῶτο διακόνημα πού μοῦ ἔδωσε ὁ Γέροντάς μου, ἦταν παραμάγειρος καί κατόπιν κηπουρός. ῾Ως κανόνα προσευχῆς μοῦ διώρισε νά κάνω 6 ἑκατοστάρια κομποσχοίνια καί 60 μετάνοιες. Παντοῦ μέσα στό Μοναστήρι, στίς αὐλές, στά διακονήματα κυκλοφοροῦσε μέ τό ρόσο του καί τό κουκούλι καί τήν ράβδο. ῏Ηταν ψηλός, λιγνός, ἀσκητικός, ἱεροπρεπής, σοβαρός, εὐγενής καί πρᾶος.

Οὐδέποτε θυμᾶμαι νά ἔλειψε ἀπό τήν ἐκκλησία καί τήν τράπεζα τοῦ φαγητοῦ. Στό πρῶτο Ψαλτήρι τοῦ ὄρθρου κάθε πρωῒ, περιερχόταν τά στασίδια τῶν Πατέρων γιά νά ἰδῇ ποιός ἀπουσιάζει. Συχνά ἔστελνε ἐμένα νά φωνάξω τούς καθυστερήσαντας {Πατέρες. Ἐνίοτε ἐπήγαινε καί ὁ ἴδιος. Σπανίως ἔβαζε ἐπιτίμιο: τήν εὐχή μέ τό κομποσχοίνι στήν τράπεζα. Συνήθως ἔβαζε κανόνα (ἐπιτίμιο) νά κάνουν οἱ Πατέρες περισσότερη προσευχή ἤ μετάνοιες στά κελλιά τους.

Πολλές φορές ὅταν ἐπήγαινα στό κελλί του, μέ δεχόταν μέ τό πρόσωπό του λουσμένο στά δάκρυα τῆς Θείας Χάριτος. ῎Ελαμπε ἐνίοτε ὁλόκληρος καί φαινόταν ἡ κατανυκτικότης τῶν ματιῶν του. 

Ποιός ξέρει τί θερμές προσευχές καί μετάνοιες θά προσέφερε στόν Θεό σάν ἱκεσία γιά τήν πνευματική φρούρησι τῶν πνευματικῶν του παιδιῶν, τήν ἀπαλλαγή τους ἀπό τά πάθη καί τούς λογισμούς, ἀπό τήν ἀκηδία, τήν ὑπηρηφάνεια, τήν ἁμαρτία γενικά.

Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέρο-'Εφραίμ, ὅτι ὁ Γέροντάς μας εἶχε ἐπιτελέσει ἐπί πλέον κανόνα προσευχῆς καί μετανοιῶν για 20 χρόνια, ἔτσι ὥστε, σέ περίπτωσι βαρειᾶς καί πολυετοῦς ἀσθενείας του, πού δέν θά μπορῇ νά προσεύχεται, νά ἔχῃ συμπληρωμένο τόν κανόνα τῆς προσευχῆς του.

Στό ἁπλό καί ταπεινό κελλί του διασώζονται ἀκόμη τό κρεβάτι του, τό κομποσχοίνι του καί μία μεγάλη εἰκόνα τῆς Παναγίας. Στήν εἰκόνα αὐτή διαφαίνονται καθαρά τά ἴχνη ἀπό τούς ἀσπασμούς του. Τό δεξί χέρι τῆς Παναγίας, καί τό δεξί ποδαράκι τοῦ Χριστοῦ διατηροῦν ἀνεξίτηλα τά ἱερά αὐτά ἀποτυπώματα τῆς ἐρωτικῆς του πρός αὐτούς ἀγάπης.

Συχνά μᾶς ἐξυμνοῦσε τό μεγαλεῖο τῆς μοναχικῆς ζωῆς, ἀλλά μέ μετρημένες λέξεις. ῾Η μοναχική ζωή, εἶναι τό μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Μᾶς ἔλεγε: "Ἐάν ἦτο δυνατόν νά ἐπέστρεφα μιά καί δυό φορές σ᾿ αὐτή τήν ζωή, πάλι μοναχός καί μάλιστα ἁγιορείτης θά γινόμουν. Παιδιά μου, νά ἀποκτήσετε στήν ζωή σας σεμνότητα, ἀγαθότητα, γνῶσι, προσευχή ἀδιάλειπτη, ἀνδρεία, ἀνυπόκριτη ἀγάπη σωφροσύνη, κοσμιότητα. Νά εἶσθε συμπαθεῖς, φιλόπτωχοι, σιωπηλοί, καρτερικοί. Μή λοιδορήσετε κανέναν. Ἀποκτῆστε τό ἀόργητο, τό ἀκενόδοξο, τό ἀνυπερήφανο πνεῦμα καί φρόνημα καί ὁ Κύριος θά σᾶς μεγαλύνῃ ἐνώπιον τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ῾Αγίων του. 

Λέγουν ὅτι εἶδε ὀπτασίες. Σέ μένα δέν εἶπε τίποτε, ἄλλα ἄκουσα, ὅτι εἶδε τήν Παναγία. Κάποια χρονιά στή ἀγρυπνία τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, ὅταν ἡ ἀκολουθία εἶχε φθάσει στήν Ἐννάτη ὠδή, πολλοί ἀπό τούς Πατέρες πού ἐστέκοντο στούς χορούς, εἶδαν τόν Γέροντά μας νά γονατίζῃ καί μέ τά χέρια ὑψωμένα νά ἔχῃ τά μάτια του προσηλωμένα ψηλά. Κατάλαβαν ὅτι κάτι βλέπει. Τόν παρεκάλεσαν ἀρκετοί νά τούς ἀποκαλύψῃ κάτι ἀπό τά οὐράνια μυστήρια πού εἶδε καί ἔζησε, ἀλλά οὐδέποτε συγκατένευσε νά πῇ κάτι. 

Μόνο στόν διάδοχόν του ἡγούμενο, τόν παπᾶ Βησσαρίωνα, κατόπιν πολλῆς ἐπιμονῆς του, τοῦ εἶπε τἀ ἑξῆς: «Ἀφοῦ ἐπιμένεις παιδί μου νά μέ ἐρωτᾶς, θά σοῦ ἀποκαλύψω: "Χωρίς νά καταλάβω ἐάν εἶχα ἀνοικτά ἤ κλειστά τά μάτια μου, ἀντίκρυσα ἐν ὀράματι τήν Κυρίαν Θεοτόκο, μέσα σέ μεγάλη δόξα καί μεγολοπρέπεια.

Μπροστά σ᾿ αὐτό τό καταπληκτικό μεγαλεῖο τῆς Ἀειπαρθένου, συγκλονίστηκα καί ἔπεσα κάτω γιά νά προσκυνήσω». 

Μιά ἄλλη φορά, λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Μονῆς μας, ἀπό τούς ὁποίους τό ἔμαθα κι ἐγώ, ἀξιώθηκε νά ἰδῆ μέ τά μάτια του μέσα στό καθολικό (κεντρική ἐκκλησία τῆς Μονῆς), τήν ῾Αγίαν Ἀναστασία, Προστάτιδα τῆς Μονῆς μας, ντυμένη σάν Μοναχή καί σέ νεαρή ἡλικία. Ἐνῶ στόν ἡγούμενο παπᾶ Βησσαρίωνα, πρίν ἀπέλθει ἀπό τήν παροῦσα ζωή, τοῦ εἶπε ὅτι εἶδε πολλά μυστήρια, τά ὁποῖα ὑποσχέθηκε νά τά διηγηθῆ ἀργότερα, μέ τήν ἐλπίδα ἀναρρώσεώς του, ἀλλά ὁ Κύριος τόν ἐπῆρε.

Τήν ῾Αγία Ἀναστασία εἶχε σέ μεγάλη εὐλάβεια, ὅπως τήν εἶχαν καί οἱ παλαιοί καί οἱ σημερινοί Πατέρες, διότι εἶναι ἡ ταχύς ἐν ἀνάγκαις καί ἀσθενείαις βοηθός καί ἰατρός. 

῎Ετσι ὁ παπᾶ Θανάσης, ὡσάκις ἀρρώσταινε, δέν ζητοῦσε φάρμακα καί γιατρούς. Ἐπήγαινε στό Παρεκκλήσιο τῆς ῾Αγίας Ἀναστασίας, καί ἄλειφε τό πάσχον μέλος τοῦ σώματός του μέ τό λαδάκι ἀπό τήν εἰκόνα της. Ἀκόμη καί γιά ἕνα μικρό πονόδοντο δέν ἔπαιρνε οὔτε ἀσπιρίνη. Εἶχε πολλή βεβαιότητα καί πίστι ὅτι θά λάβῃ τήν θεραπεία ἀπό τήν ῾Οσιοπαρθενομάρτυρα ῾Αγία Ἀναστασία.

῏Ητο ἀξιαγάπητος στούς μεγάλους καί ἀξιοσέβαστος στούς μικρούς. Φίλος μέ τούς ῾Αγίους, ἀδελφός μέ τούς ἀδελφούς καί πατέρας στοργικός γιά τούς ἀρχαρίους.

Πολλοί Μοναχοί, ἀπό πολλά κυρίως γειτονικά Κοινόβια, ἔρχονταν νά εἰποῦν τόν λογισμό τους, νά πάρουν τήν εὐχή του, νά τόν συμβουλευτοῦν στὀν ἀγῶνα τους.

Ἀκόμη μέχρι καί τά βασιλικά Ἀνάκτορα, εἶχε φθάσει ἡ φήμη τῆς ἁγιότητός του.

Ο Βασιλεύς Γεώργιος ὁ Β!, ὅταν ἐπισκεπτόταν τό ῞Αγιον ῎Ορος, θά ἔπρεπε ὅπωσδήποτε νά ξεκουρασθῇ σωματικά καί ψυχικά γιά τρεῖς τούλάχιστον ἡμέρες, στήν Μονή τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου. Διατηροῦμε ἀκόμη, ὡς ἀνάμνησι γιά τούς νεωτέρους, τά ποτήρι καί τά φλυτζάνια μέ τά ὁποῖα τόν κεράσαμε. Ἐπίσης τό φτυάρι καί τόν κασμᾶ μέ τά ὁποῖα μᾶς ἐφύτευσε τό πανύψηλο κυπαρίσσι πού εἶναι στή δεύτερη αὐλή τῆς Μονῆς. Ἐνῶ στόν ἐψηφισμένο Μητροπολίτη ῾Ιερισσοῦ καί ῾Αγίου ῎Ορους, Διονύσιο, εἶπε, ὅταν ἐνώπιόν του ἐπρόκειτο νά δώσῃ τήν καθιερωμένη διαβεβαίωσι: «῞Οταν πᾶς στήν Μητρόπολί σου, φρόντισε νά ἐπισκεφθῇς στό ῞Αγιο ῎Ορος. Στήν  Μονή τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου θά γνωρίσῃς τόν ῾Ιερομόναχο π. Ἀθανάσιο. 

Νά τοῦ φιλήσῃς ἐκ μέρους μου τό χέρι του, διότι γιά μένα δέν ὑπάρχει ἄλλος ἄνθρωπος σάν καί αὐτόν. Εἶναι μία σεβάσμια μορφή, γεμάτη μεγαλοπρέπεια, ἱερότητα καί ταπείνωσι».

Στήν θεία Λειτουργία, καθώς καί στίς ἄλλες Ἀκολουθίες καί ἑορτές, ἀφοσιωνόταν στή μυστική  μετά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ καί τῶν ῾Αγίων του, κοινωνία καί ἱερά ἀδολεσχία. Τό κορύφωμα τῶν ἱερῶν του ἀναβάσεων γινόταν στήν ῾Αγία Ἀναφορά τῆς θείας Λειτουργίας. Οἱ συλλειτουργοί του, ἱερεῖς καί διάκονοι, μέ δέος τόν ἀντίκριζαν ὅταν συχνά ἐσήκωνε τό δεξί του χέρι νά πάρῃ ἀπό τό δεξί κίονα τοῦ Κιβουρίου (ἤ κουβουκλίου) τῆς ῾Αγίας Τραπέζης ἕνα μαντῆλι πού τό εἶχε κρεμάσει γι᾿ αὐτό τόν σκοπό, νά σκουπίζῃ τά δάκρυά του. Τέτοια ζωή συγκινεῖ ὄχι μόνο τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί τίς πέτρες.

Οταν ἀπέθανε δέν ἤμουν παρών, διότι εὑρισκόμουν σέ κάποιο διακόνημα.

Πάντως μοῦ εἶπαν οἱ ἄλλοι Πατέρες, ὅτι εἶχε ὁσιακό θάνατο, ὅτι εὐλόγησε ὅσους ἦταν κοντά του καί ὅτι εἶχε ἀλλάξει ὁ ἴδιος καί ἐπερίμενε τήν εὐλογημένη αὐτή ὥρα.

Μετά τόν σεβαστό μου Γέροντα, ἀνέλαβε ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς μας, ὁ παπᾶ Θεόδωρος, ὁ ὁποῖος ἐποίμανε τήν ἀδελφότητα ἀπό τό 1937 ἕως το 1943.

Καταγόταν ἀπό τό χωριό Καστρί Κυνουρίας Ἀρκαδίας. Γεννήθηκε τό 1886  καί τό κοσμικό του ὄνομα ἦταν Θεόδωρος Κακούνης τοῦ Γεωργίου. Στήν νεανική του ἡλικία, μαζί μέ τόν ἀδελφό του Παναγιώτη καί ἕνα φίλο τους ἀπό τήν Δημητσάνα, μετανάστευσαν στήν Ἀμερική γιά καλλίτερη τύχη, ὅπως λέγουν συνήθως οἱ κοσμικοί.

῾Η ζωή τους, ὅπως μᾶς ἔλεγε ὁ παπᾶ Θεόδωρος, δέν ἦταν καί τόσο χριστιανική. Γι᾿ αὐτό ἐπήγαιναν στά νυκτερινά κέντρα, στά θέατρα γιά ψυχαγωγία καί σ᾿ ἄλλες κοσμικές ἐκδηλώσεις.

Μιά βραδυά ἐπῆγαν νά παρακαλουθήσουν ἕνα ζωντανό θέαμα σέ ἕνα μεγάλο θέατρο τῆς πόλεως. Πῶς εἶναι ἡ κόλασις στόν ἄδη καί πῶς οἱ δαίμονες βασανίζουν τούς κολασμένους ἐκεῖ. 

Ξαφνικά ὅμως στό ἐπάνω μέρος τοῦ κτιρίου, βλέπουν ἀληθινούς δαίμονες, μαύρους καί ἀγριωπούς στήν ὄψι, μέ κέρατα καί τεράστιες οὐρές καί κτηνώδη πρόσωπα. 

Εἶχαν πιάσει στά χέρια τους μία γυναῖκα ὁλόγυμνη καί ἕνα ἄνδρα, πού φαινόταν μεθυσμένος καί κουρελιάρης. ῎Εβγαζαν φωτιές ἀπό τό στόμα τους καί σέ κάθε γυροβολιά πού ἔκαναν χορεύοντας, ἔρριχναν κάτω στό βάραθρο πότε μία κοπέλλα καί πότε ἕνα ἄνδρα καί ἐν συνεχείᾳ ἔπαιρναν ἄλλους νέους καί νέες. Τό συγκλονιστικό αὐτό, κατά παραχώρησι Θεοῦ, θέαμα τούς ξύπνησε, ὡσάν ἀπό λήθαργο καί εἶπαν μεταξύ τους, ὅτι αὐτό εἶναι τὀ σπίτι τῶν δαιμόνων καί ἐμεῖς ἐδῶ ἤλθαμε νά διασκεδάσουμε; 

Αὐτό τό γεγονός στάθηκε ἀφορμή νά ἐγκαλείψουν γιά πάντα τήν Ἀμερική καί ὅλες τίς ματαιότητες. ῏Ηλθαν άποφασισμένοι γιά Μοναχοί στό ῞Αγιο ῎Ορος. 

Πρῶτα τά δύο ἀδέλφια καί μετά ἀπό λίγο καί ὁ φίλος τους Δημήτριος τό ὄνομα. ῾Ο μέν Θεόδωρος ἐγκατεστάθηκε στό Κελλίον «῾Η Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» τῆς  Μικρᾶς ῾Αγίας ῎Αννης, στήν συνοδεία τοῦ πνευματικοῦ παπᾶ Στεφάνου, ὅπου ἐκάρη μοναχός, μετά τήν κανονικήν του δοκιμασία, μέ τό ἴδιο ὄνομα, τό ἔτος 1907. Μετ᾿ ὀλίγα ἔτη, δηλαδή τό 1912, χειροτονήθηκε Διάκονος στήν Μονή μας, ἀφοῦ πρῶτα ὑπηρέτησε τόν Γέροντά του Παπᾶ Στέφανο, μέχρι τελευταίας του πνοῆς.

῾Ο ἀδελφός του ἐπῆγε στό Κελλίο «῾Η Κοίμησις τῆς Θεοτόκου» τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ὅπου εὑρίσκετο ἡ σπηλιά  τοῦ ῾Οσίου Ἀκακίου τοῦ κτήτορος τῆς Σκήτης. Ἐκεῖ ἐκάρη Μοναχός μέ τό ὄνομα ῾Ιερόθεος, καί διέπρεψε στήν ἀρετή καί τήν νοερά ἐργασία τῆς προσευχῆς καί μετανοίας. 

Κοντά του μετά ἀπό λίγα χρόνια, κατόπιν προσκλήσεως τοῦ ἰδίου, ἦλθε ὁ φίλος του Δημήτριος ἀπό τήν Ἀμερική, ὅπου ἐκάρη Μοναχός μέ τό ὄνομα Τιμόθεος. Αὐτός προώδευσε ἀκόμη περισσότερο καί ἔγινε ὑπόδειγμα ἐναρέτου Μοναχοῦ, κάνοντας τελείαν ὑπακοήν στόν ἄλλοτε φίλον του, παρ᾿ ὅτι ὁ ἴδιος ἦταν μεγαλύτερος στήν ἡλικία ἀπό τόν Γέροντά του ῾Ιερόθεο.

Στό Μοναστήρι μας, ἄν καί ὑπῆρχαν πέντε ἄλλοι ῾Ιερομόναχοι καί αὐτοί ἐνάρετοι καί εὐλαβεῖς, ἡ ἀδελφότης ἐξέλεξε τόν παπᾶ Θεόδωρο ὡς ῾Ηγούμενο. Βέβαια δέν εἶχε τά χαρίσματα τοῦ προκατόχου του, ἀλλά κατά τό μέτρον τῶν φυσικῶν του χαρισμάτων καί δυνάμεών του, ἐβοήθησε τό Μοναστήρι. 

῏Ηταν εὐλαβής καί φιλακόλουθος. Ἀγαποῦσε τήν μελέτη τῶν ἱερῶν βιβλίων, καί ὑπηρέτησε μέ ζῆλο, πρό καί μετά τήν περίοδο τῆς ἡγουμενίας του, στά διάφορα διακονήματα τῆς Μονῆς. Ἐπί χρόνια ἔκαμε τόν ἐφημέριο, τόν βοηθόν προσφοράρη καί τόν ἱερορράπτη. Τελειώθηκε μέ τήν ἀνίατη ἀσθένεια τῆς ἡμιπληγίας στό νοσοκομεῖο τῆς Μονῆς, τόν Φεβρουάριο τοῦ 1964 σέ ἡλικία 79 ἐτῶν. Αἰωνία του ἡ μνήμη.

Τρίτος ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς μας, ἀνεδείχθη ὁ παπᾶ Βησσαρίων, ὁ ὁποῖος μέχρι πρό τῆς ἐκλογῆς του, ἦταν ἁπλός Μοναχός. Γεννήθηκε στό Γεράκι τῆς Σπάρτης τό 1912 ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς. Μετά τίς γυμνασιακές του σπουδές, ἐπέτυχε στήν ἰατρική Σχολή Ἀθηνῶν. ῾Ο θεῖος ὅμως πόθος γιά ὁλοκληρωτική ἀφιέρωσι στό μοναχικό πολίτευμα, τόν ὡδήγησε στό ῞Αγιον ῎Ορος τό 1933, ἐνῶ ἀκόμη ἦτο δευτεροετής φοιτητής.

 Ἐπανειλημμένως ὁ πατέρας του ἐπεχείρησε μέ παρακλήσεις νά τόν ἐπαναφέρῃ στό πατρικό σπίτι, δεδομένου ὅτι ἦτο εὐκατάστατος, ἀλλ᾿ ὅμως δέν κατώρθωσε τίποτε. ῾Ο νεαρός Παναγιώτης Μίχας τοῦ Νικολάου, μπαίνοντας στήν εἴσοδο τῆς Μονῆς, ἀντίκρυσε, χωρίς νά γνωρίζῃ ποῖος εἶναι, τήν σεβασμία μορφή τοῦ μετέπειτα Γέροντός του, ἡγουμένου π. Ἀθανασίου.

Δέν ἐπρόλαβε νά τοῦ ἀσπασθῇ τό χέρι καί ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε: «Καλῶς τόν Παναγιώτη. Καλῶς ὥρισες παιδί μου στό Μοναστήρι μας. ῎Ελα σέ περιμένω ἀπό καιρό». Ξαφνιάσθηκε ὁ νέος, διότι δέν ἦταν δυνατόν νά τόν γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἐφ᾿ ὅσον πρώτη φορά ἐπήγαινε στό Μοναστήρι. Συγκινήθηκε, τοῦ ἀσπάσθηκε θερμά  τό χέρι καί ἦλθαν μαζί στό ῾Ηγουμενεῖο. Αὐτή ἦταν ἡ πρώτη συγκλονιστική ἐμπειρία τοῦ νεαροῦ Παναγιώτη, ὁ ὁποῖος μέ τήν παρουσία καί ζωή ἑνός τέτοιου Γέροντος, στηρίχθηκε καί προώδευσε στό Μοναστήρι.

Μετά τήν παραίτησι τοῦ ἡγουμένου παπᾶ Θεοδώρου, ἡ Ἀδελφότης ἐξέλεξε ῾Ηγούμενο τόν π. Βησσαρίωνα. Κατά τήν περίοδον τῆς διαποιμάνσεως τῆς Μονῆς ὁ παπᾶ Βησσαρίων διακρίθηκε ἰδιαιτέρως γιά τά διοικητικά του προσόντα, τήν ὀξύνοια τοῦ πνεύματός του καί τήν οἰκονομική στερέωσι τῆς Μονῆς. 

Μαζί μέ τόν μακαριστό Γέροντα τῆς Μονῆς Διονυσίου ῾Ηγούμενο π. Γαβριήλ, ὑπῆρξαν δύο στυλοβάτες τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, γιά μιά τριακονταετία. Καί τοῦτο διότι σέ διάφορες ὑποθέσεις τοῦ ῾Ιεροῦ μας Τόπου, ὑπερμαχοῦσαν γιά τά συμφέροντά του καί τήν διαφύλαξι τοῦ Αὐτοδιοικήτου. 

Καί οἱ δύο μέ ἄρθρα, ἐπιστολές πρός τούς ἁρμοδίους καί εἰσηγήσεις κατεπολέμησαν τούς ἐχθρούς τῆς πίστεώς μας, τίς διάφορες αἰρέσεις καί ἐστερέωσαν τό φρόνημα καί τό ἦθος τοῦ ὀρθοδόξου ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ, στά θεμέλια τῆς γνησίας Παραδόσεώς μας.

Ἐκτός ἀπό τά ἄρθρα του, πνευματικά, ἀντιαιρετικά, ἱστορικά, ἐκκλησιαστικά, τά ὁποῖα ἔγραφε καί ἐξέδιδε συνήθως στό ἀπ᾿ αὐτόν ἐκδιδόμενο περιοδικό «῾Ο ῞Οσιος Γρηγόρος», συνέγραψε καί μερικά βιβλία, τά κυριώτερα τῶν ὁποίων εἶναι· «ἱστορικόν Μοναχολόγιον τῶν Πατέρων τῆς ῾Ιερᾶς ἡμῶν Μονῆς τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου» καί τό «Οἱ ἀγῶνες τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους κατά τῆς διεθνοποιήσεως αὐτοῦ».

Δέν διακρίθηκε γιά τό ποιμαντορικό χάρισμα καί τήν πνευματική φροντίδα τῶν ἀδελφῶν τῆς Μονῆς γιά τήν ψυχικήν τους σωτηρία. Γι᾿ αὐτό ἐπί τῆς ἡγουμενίας του, πολλοί ἀδελφοί ἀνεχώρησαν ἀπό τήν Μονή πρός διάφορες κατευθύνσεις ἐντός καί ἐκτός τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, κατά τό φαινόμενον μέν ἀπό ζηλωτισμό, διότι δέν ἤθελαν νά μνημονεύεται τό ὄνομα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, στήν οὐσία ὅμως διότι δέν εἶχαν τήν πρέπουσα πνευματική σχέσι καί κοινωνία μέ τόν Γέροντά τους.

Σέ κάποια ἀποστολή του στό κόσμο γιά μοναστηριακές ὑποθέσεις, ὑπέστη ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο καί τελειώθηκε σέ μιά κλινική τοῦ Βόλου στίς 6 Ἰουλίου 1974 π. ἡμ. Μετεφέρθη στή Μονή καί ἐτάφη μέ τήν πάνδημη συμμετοχή τῶν Γρηγοριατῶν Πατέρων καί πολλῶν ῾Αγιορειτῶν. 

Ἐκείνη τήν ἡμέρα, ὁ νῦν Γέροντάς μας μέ τήν ἑξαμελῆ συνοδεία του ἐρχόταν ὡς καλεσμένος ἀπό τήν Ἀδελφότητα τῶν Γρηγοριατῶν Πατέρων καί εὑρισκόταν στήν Οὐρανούπολι. Δέν πρόλαβε νά εὑρίσκεται στήν κηδεία τοῦ μακαριστοῦ παπᾶ Βησσαρίωνος, μετά ἀπό τόν ὁποῖον ἀνέλαβε οὐσιαστικά τήν διακυβέρνησι τῆς Μονῆς μας, ἀφοῦ ἑκουσίως παραιτήθηκε ὁ μετά τόν παπᾶ Βησσαρίωνα ἡγούμενος παπᾶ Διονύσιος, γιά τόν ὁποῖον ἐγράψαμε σχετικά.

῾Ο νῦν Γέροντάς μας παπᾶ Γεώργιος, ἐκάρη Μεγαλόσχημος Μοναχός ἀπό τόν προκάτοχό του παπᾶ Διονύσιο στίς 6 Αὐγούστου τοῦ 1974 καί στίς 26 τοῦ ἰδίου μηνός ἀνέλαβε τήν ἡγουμενία τῆς Μονῆς μας καί συνεχίζει νά ποιμαίνῃ τήν Ἀδελφότητά μας μέχρι σήμερα.

-Ἐγνωρίσατε, πάτερ ῾Ησύχιε, ἐναρέτους Πατέρας στήν Μονή μας παλαιότερα;

Πολλοί πατέρες ἐτίμησαν τόν τόπον μας καί ἐδόξασαν τόν Θεό μέ τήν ἁγία ζωή τους. Ἀρκετοί προεῖδαν τόν θάνατόν τους. ῾Ο Γέρο Σίμων πού πέθανε τό 1931 σέ ἡλικία 60 ἐτῶν καί καταγόταν ἀπό τά Λαγκάδια Ἀρκαδίας, εἶδε τούς Ἁγίους Προστάτας μας νά μπαίνουν ἀπό τό παράθυρο καί τοῦ εἶπαν: «ἑτοιμάσου καί σέ τρεῖς ἡμέρες ἐρχόμεθα νά σέ πάρουμε».

῾Ο Γέρο Ευστάθιος, πού καταγόταν ἀπό τήν Μικρομάνη τῆς Μεσσηνίας καί ἐκοιμήθη τό 1927 σέ ἡλικία 46 ἐτῶν, εἶπε στόν Μοναχό ῾Υπάτιο: «σέ δύο ἡμέρες φεύγω. Μετά τόν θάνατο καί τήν κηδεία μου, νά κεράσῃς τούς Πατέρες λουκούμι καί ρακί. Τά ἔχω ἐπάνω στό ράφι τοῦ κελλιοῦ μου. 

῾Ο ἀείμνηστος Γέρο Στέφανος, ἦταν μία μεγάλη φυσιογνωμία στήν ἐποχή μας.

Γεννήθηκε στόν Πύργο τῆς Ἠλείας τό 1873, καί ὀνομαζόνταν Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στό Μοναστήρι μας ἦλθε τό 1903 καί ἐκοιμήθη ἐν Κυρίῳ τό 1935 σέ ἡλικία 62 ἐτῶν. 

Στό Μοναχολόγιο agioritikesmnimes
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ