2018-11-23 15:43:32
Φωτογραφία για Έγκλημα και τιμωρία - Η «ιστορία» της ποινής
Γυναίκα πλαστογράφησε το απολυτήριο της έκτης δημοτικού για να εργαστεί ως καθαρίστρια σε παιδικό σταθμό. Πρωτόδικα καταδικάστηκε σε 15 χρόνια κάθειρξη με ανασταλτικό δικαίωμα μέχρι το Εφετείο. Σε δεύτερο βαθμό καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια κάθειρξη, χωρίς αναστολή ποινής, και οδηγήθηκε στο Κατάστημα Κράτησης Γυναικών Ελεώνα Θήβας, όπου τώρα εκτίει την ποινή της. Η υπόθεση έχει προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο. Ασφαλώς, η πλαστογραφία των πτυχίων είναι κατακριτέα και καταδικαστέα και οφείλει να μας προβληματίσει εντόνως το ότι πολύ σοβαρές υποθέσεις πλαστογραφίας πτυχίων έχουν απασχολήσει την ελληνική κοινωνία.  Ωστόσο, είναι σαφές ότι κάθε περίπτωση έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και όπως διαπιστώνουμε και από το αντίστοιχο άρθρο του ΠΚ  η Δικαιοσύνη πιθανώς εξάντλησε την αυστηρότητά της στην υπόθεση της καθαρίστριας, γεγονός που προκάλεσε και τις αντίστοιχες αντιδράσεις
. Πιο συγκεκριμένα, προκαλεί το κοινό αίσθημα περί δικαίου να εξαντλείται η αυστηρότητα σε μια καθαρίστρια που προφανώς πάλευε για το μεροκάματό της και όχι για επαγγελματική και προσωπική ανέλιξη εις βάρος συμπολιτών. Το δεύτερο στοιχείο που προκαλεί είναι ότι η πλαστογραφία αφορά την απόκτηση του πτυχίου του Δημοτικού Σχολείου και όχι τη νόθευση πτυχίων για μια υψηλόμισθη θέση καριέρας.  Ασφαλώς, η πράξη ως πράξη, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να καταδικάζεται, ώστε να διασφαλίζεται ότι ο κάθε πολίτης με τα προσόντα του και τα πτυχία του θα διεκδικεί, σε ισότιμη βάση, με τους συνυποψηφίους του μια θέση εργασίας. Από την άλλη πλευρά, το να επιβληθούν 10 έτη κάθειρξης και να οδηγηθεί στη φυλακή μια γυναίκα του μεροκάματου μας προβληματίζει ως κοινωνία. Θα μπορούσε για παράδειγμα η ποινή να μην είναι τόσο μεγάλη και η γυναίκα να προσφέρει κοινωφελή εργασία αντί να βρεθεί στη φυλακή. Ο εγκλεισμός για ένα τόσο μεγάλο διάστημα, αναμφίβολα, έχει δυσμενέστατες συνέπειες για το άτομο και την οικογένειά του και αυτή είναι μια σημαντική πτυχή του θέματος που πρέπει να αναδειχθεί.

 

Η συγκεκριμένη υπόθεση, όμως, παρά την κοινωνική διάσταση που λαμβάνει και παρά την κοινωνική ευαισθησία πολιτών αλλά και φορέων, θα έλεγα ότι πρέπει να μας απασχολήσει και ως προς την έννοια και το βαθύτερο περιεχόμενο της κάθε ποινής και ως προς την «χρησιμότητα» της. Δηλαδή πού αποσκοπεί κάθε ποινή και ποιο το όφελος -τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και για την ευρύτερη κοινωνία-  με την έκτιση κάθε ποινής.

 

Ας εξετάσουμε όμως στο σημείο αυτό την εξελικτική πορεία της ποινής, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη σχέση μεταξύ εγκλήματος και τιμωρίας. Όπως θα διαπιστώσετε από τα στοιχεία που παρουσιάζονται, σε πολλές περιπτώσεις, στη μακραίωνη πορεία της, η ποινή ήταν πολύ πιο αυστηρή (έως και απάνθρωπη) για τους -κοινωνικά και οικονομικά- αδύναμους και πιο επιεικής για τους δυνατούς, δημιουργώντας τελικά έναν φαύλο κύκλο αδικιών και περιθωριοποιήσεων, με την κλοπή φαγητού να φτάνει να θεωρείται πιο σοβαρό αδίκημα από την ανθρωποκτονία ή τον βιασμό!

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι, αν και καταγράφονται σημαντικές διαφοροποιήσεις ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των εγκλημάτων από εποχή σε εποχή και από κοινωνία σε κοινωνία,  η ιστορία της ποινής διέγραψε μία κοινή σχεδόν πορεία, η οποία φέρνει στο φως την οικουμενικότητα και διαχρονικότητα του ποινικού φαινομένου.  Σε μία πρώτη φάση είχε τη μορφή της άμετρης αντεκδίκησης μεταξύ των ατόμων και σε ένα τελικό στάδιο απέκτησε δημόσιο χαρακτήρα, επιβαλλόμενο αρχικά από την κοινότητα και κατόπιν από το οργανωμένο κράτος.

 

Ξεκινώντας από τις πρωτόγονες κοινωνίες, πρέπει να σημειωθεί ότι η τιμωρία για την προσβολή των αδικημάτων, τα οποία χωρίζονταν σε «ιδιωτικά» και «δημόσια», ήταν άμεση, δηλαδή τα ίδια τα θιγόμενα άτομα είχαν την «ηθική» υποχρέωση να εκδικηθούν το δράστη. Μάλιστα, συχνά υπερέβαινε τα όρια και μετατρεπόταν σε σκληρή αντεκδίκηση. Αυτή η ακραία αντιμετώπιση είχε διπλό στόχο: να  προστατέψει το άτομο ή την ομάδα που είχε υποστεί ζημία και να εξευμενίσει τους θεούς ή άλλες «υπερφυσικές» δυνάμεις που είχαν προσβληθεί από τη συμπεριφορά του δράστη.  Στη δεύτερη περίπτωση ήταν το μέσο για να τρομοκρατηθούν οι πιστοί και να αποτυπωθεί στο μυαλό και την ψυχή τους η δύναμη της θεότητας, συνεπώς η απόλυτη ισχύς της μίας και μοναδικής εξουσίας. 

 

Σε αυτό το πρωταρχικό στάδιο πολυάριθμες αποτρόπαιες πράξεις αντεκδίκησης λάμβαναν χώρα στο όνομα της «δικαιοσύνης» και της «αλήθειας».  Είναι άξιο σχολιασμού ότι η ποινή δεν έχασε τον τελετουργικό χαρακτήρα της, μέσω του οποίου κάλυπτε εντέχνως το βίαιο «πρόσωπό» της και δημιουργούσε στο ευρύ κοινό την αίσθηση ότι επιτελεί περισσότερο συμβολικές λειτουργίες: ικανοποιούσε το θρησκευτικό αίσθημα των πολιτών και τους «προστάτευε» από φυσικές και υπερφυσικές δυνάμεις, από τις οποίες, πίστευαν, ότι εξαρτιόταν ολοκληρωτικά η μοίρα τους.  Με αυτό τον τρόπο η βία, στην οποία κατέφευγαν οι αρμόδιοι φορείς για να τιμωρήσουν την «αδικία» ανεξαρτήτως βαρύτητάς της, νομιμοποιούταν και με ευχαρίστηση γινόταν αποδεκτή από τα μέλη του κοινωνικού σώματος. Τελικά  ο δράστης μετατρεπόταν από θύτης σε εξιλαστήριο θύμα/αποδιοπομπαίο τράγο, γιατί βίωνε την άνευ όρων αντεκδίκηση και τις ιδεοληψίες που συνέβαλλαν στην «κατασκευή» εγκληματιών.  

 

Η εν λόγω πραγματικότητα αποτυπώνεται με απόλυτη ακρίβεια στα αρχαία κείμενα, κυρίως στις τραγωδίες, όπου περιγράφεται τόσο η μήνιν των θεών που καταδιώκει τον δράστη και απειλεί ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο όσο και οι απαραίτητες διαδικασίες εξευμενισμού της θεότητας και εξαγνισμού του δράστη μέσω της επιβολής συγκεκριμένων ποινών, οι οποίες κατά κανόνα είναι πολύ σκληρές και φτάνουν μέχρι την ανθρωποθυσία. Ωστόσο, εάν επιχειρήσουμε να δούμε πίσω από τα γεγονότα και να εξετάσουμε τη βαθύτερη ουσία τους, οδηγούμαστε στο θεμελιώδες συμπέρασμά μας, σύμφωνα με το οποίο η ποινή, η οποία αντλούσε τη συμβολική δύναμη και το κύρος της από τους θεούς, στόχευε στο να συμμορφώσει τα άτομα με τους επίσημους κοινωνικούς κανόνες και να επιβάλλει «δημόσια τάξη». Για την επίτευξη αυτού του στόχου κρινόταν σκόπιμο να περιθωριοποιηθούν συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία είχαν συγκεκριμένα «κοινωνικά χαρακτηριστικά» (ήταν οι «αδύναμοι κρίκοι» του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος).

 

Όσον αφορά την ιδιαίτερη μορφή που λάμβανε κάθε φορά η ποινή, γνώρισε επίσης εξέχουσας σημασίας αλλαγές, λόγω του ότι διαφοροποιήθηκαν με την πάροδο των ετών οι συνθήκες ζωής και οι κυρίαρχες αντιλήψεις σχετικά με το διττό σχήμα «έγκλημα-τιμωρία». Ειδικότερα, σε όλη σχεδόν την αρχαιότητα κυριάρχησαν η θανατική ποινή καθώς και σωματικές ποινές, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κοινό αίσθημα που αναζητούσε αντεκδίκηση για την εγκληματική πράξη. Αντίθετα, δεν χρησιμοποιούσαν τη στέρηση της ελευθερίας, γιατί δεν μπορούσε να επιτελέσει επαρκώς αυτόν το σκοπό.  Η τιμωρία σαφώς ήταν πολύ σκληρή αλλά έδινε μεγαλύτερη βαρύτητα σε ενέργειες που έβλαπταν το «κοινό καλό». Για παράδειγμα, η κλοπή φαγητού μπορούσε να θεωρηθεί πιο σοβαρό αδίκημα από την ανθρωποκτονία  ή τον βιασμό, αφού στρεφόταν εναντίον της ολότητας!  Το αξιοπρόσεκτο είναι ότι ακόμα και ανεπτυγμένες και ώριμες σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο πόλεις (π.χ. Αθήνα) χρησιμοποιούσαν την ποινή, κυρίως τη θανατική, ως όπλο για τη διατήρηση και διαιώνιση της αυθεντίας τους. 

 

Άμεση συνέπεια είναι να θεωρείται ο δράστης, χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και αιτιολόγηση, ένα πρόσωπο «ξένο», «απρόσιτο» και «αλλοπρόσαλλο», από το οποίο πρέπει να απαλλαχθεί η κοινωνία οριστικά. Το επιχείρημα ότι «βλάπτει το κοινωνικό σύνολο» είναι αρκετό για να τιμωρηθεί με την πιο βαριά τιμωρία. Γι’ αυτό προτιμάται η θανάτωση και όχι η φυλάκιση, εφόσον η τελευταία παρέχει μία προσωρινή λύση στο κοινωνικό και, πρωτίστως, «ηθικό» πρόβλημα του εγκλήματος. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ακόμα και η ποινή της καταδίκης σε θάνατο δεν αποτελεί ουσιαστική απάντηση σε φαινόμενα εγκληματικότητας αλλά καλύπτει την αδυναμία των αρμοδίων φορέων να επιλύσουν σοβαρά ζητήματα που ταλανίζουν την ανθρωπότητα. 

 

Βαθμιαία, καθώς η κοινωνία άρχισε να στηρίζει την οικονομική της ανάπτυξη στην αγροτική καλλιέργεια, η ποινή έπαψε να έχει τόσο αυταρχικό χαρακτήρα. Στις αρχές του 7ου αιώνα η χρηματική αποζημίωση αντικατέστησε τις πολύ σκληρές σωματικές και κεφαλικές ποινές, γιατί εν δυνάμει κάθε πολίτης μπορούσε να προσφέρει στο οικονομικό πεδίο. Γι’ αυτό, το άτομο είχε τη δυνατότητα να «εξαγοράσει» το έγκλημά του (μάλιστα, για κάθε έγκλημα είχε καθοριστεί συγκεκριμένη αποζημίωση), πληρώνοντας το επιβαλλόμενο πρόστιμο στον συμπολίτη που είχε βλάψει και, ασφαλώς, στο βασιλιά. Αυτό το γεγονός δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο, γιατί επιβεβαιώνει τον «έντεχνο» τρόπο με τον γίνεται η διάκριση ανάμεσα σε «ανώτερες» και «κατώτερες» τάξεις. Τα μέλη των πρώτων είχαν την οικονομική δυνατότητα που τους εξασφάλιζε την αποφυγή των αποτρόπαιων σωματικών ποινών, οι οποίες εφαρμόζονταν τελικά στους «φτωχούς-περιθωριακούς».

 

Με τη στερέωση της κεντρικής εξουσίας σε γερά θεμέλια, επικράτησε η αντίληψη ότι μόνο το κράτος οφείλει να έχει την αρμοδιότητα της επιβολής ποινών, μέσω των λειτουργών του, οι οποίοι κρίνουν, αξιολογούν και αποφασίζουν ποιες συμπεριφορές είναι «παράνομες» και πρέπει να τιμωρούνται. Έτσι, το έγκλημα έλαβε οριστικά δημόσιο χαρακτήρα που διατηρείται μέχρι σήμερα. 

 

Εξέχοντα ρόλο στην ιστορία της ποινής διαδραμάτισε, πολύ αργότερα, ο 18ος αιώνας, με τις πρωτοπόρες ιδέες των Διαφωτιστών. Τότε επικράτησε η άποψη ότι η στερητική της ελευθερίας ποινή παρουσιάζει περισσότερα πλεονεκτήματα σε σχέση με τις άλλες ποινές και γι’ αυτό σταδιακά επιβάλλεται ως κύρια δημόσια ποινή.

 

Πρέπει εν τούτοις να υπογραμμίσουμε ότι  η μορφή της ποινής δεν ήταν τυχαία αλλά εξαρτιόταν απόλυτα από τους επιμέρους σκοπούς που επιτελούσε, οι οποίοι διαφοροποιούνταν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εκάστοτε ιστορικής φάσης. Μεταξύ αυτών των σκοπών, οι σπουδαιότεροι συνίστανται σε τέσσερα σημεία: i) Πρώτον, την αποτροπή (deterrence) των μελών του κοινωνικού συνόλου από την τέλεση μελλοντικών εγκλημάτων. Αυτό επιτυγχάνεται με το να καθίσταται η ποινή τόσο αυστηρή, ώστε το κόστος της επιβαλλόμενης τιμωρίας να υπερβαίνει το «όφελος» που προκύπτει από το διαπραττόμενο αδίκημα. Το αξιοσημείωτο σε αυτήν τη χρονική περίοδο είναι ότι η τιμωρία έχει το χαρακτήρα «θεάματος», διότι αποβλέπει αποκλειστικά στον εκφοβισμό ολόκληρου του πληθυσμού.  Τα ειδεχθή θεάματα που υλοποιήθηκαν φέρνουν στην επιφάνεια, με τον πιο επώδυνο τρόπο, την ανάγκη των εξουσιών για στερέωσή τους μέσω επίδειξης ισχύος. ii) Δεύτερον, την επανένταξη του δράστη (rehabilitation), η οποία περιλαμβάνει ένα σύνολο μέσων για την αναμόρφωσή του (π.χ. εργασία), ώστε να μην τελέσει νέο έγκλημα. Η διαφορά με τον προηγούμενο σκοπό είναι ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση καταβάλλεται προσπάθεια για να αλλάξει η στάση του εγκληματία απέναντι σε ολόκληρη την κοινωνία αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό. Απώτερος στόχος είναι να παραδεχτεί το «λάθος» του, ικανοποιώντας με αυτό τον τρόπο το κοινό αίσθημα. iii) Τρίτον, την αποδυνάμωση/αχρήστευση (incapacitation) του δράστη, μέσω φυσικής εξόντωσης, στιγματισμού με ακρωτηριασμό και άλλες βάναυσες σωματικές ποινές ή ακόμα θανατικής καταδίκης, προκειμένου να διασφαλιστεί το «κοινό καλό». iv) Τέταρτον, την αποκατάσταση/επανόρθωση (restoration) του διαπραττομένου εγκλήματος. Αυτή εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αδικημάτων ελάσσονος σημασίας, π.χ. τροχαία χωρίς θύματα, μικρο-κλοπές, πρόκληση μικρο-φθορών κ.λπ., τα οποία μπορεί να «διορθωθούν» από τον ίδιο το δράστη. Για παράδειγμα, το άτομο που έχει προβεί στην καταστροφή της περιουσίας ενός συμπολίτη του μπορεί να αποκαταστήσει την ηθική και υλική βλάβη που προκάλεσε προσφέροντας εργασία. 

 

Είναι πασιφανές ότι και οι τέσσερεις σκοποί παρουσιάζουν προβλήματα. Η ποινή δεν μπόρεσε να λειτουργήσει αποτελεσματικά ούτε ως μέσο αποτροπής-παραδειγματισμού, ούτε ανταπόδοσης-αποδυνάμωσης, ούτε επανένταξης του δράστη και αποκατάστασης του θύματος, γιατί δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν ορισμένες σημαντικές παραμέτρους που συνοψίζονται στα εξής: τα όρια της έννοιας της «ανταπόδοσης» είναι ασαφή και αφήνεται χώρος για αυθαιρεσίες και αποκλίσεις από το νόμο. Όσον αφορά τον εκφοβιστικό ρόλο της τιμωρίας, αποδεικνύεται άνευ σημασίας, γιατί από τη μία τμήματα του πληθυσμού που συμμορφώνονται με το νόμο θεωρούν, εκ των πραγμάτων, αδιανόητη την τέλεση εγκληματικών πράξεων και από την άλλη ορισμένοι εγκληματίες (π.χ. «κατ’ επάγγελμα» και «καθ’ έξιν») δεν αποτρέπονται μέσω της απειλής της ποινής. Η αποκατάσταση είναι εξίσου μία συγκεχυμένη έννοια, η οποία δύσκολα μπορεί να επιτευχθεί, δεδομένου ότι οι ζημιές που έχει υποστεί το θύμα δεν ξεπληρώνονται με τον τρόπο που εφαρμόζεται η ποινή (π.χ. με φυλάκιση), ενώ η επανένταξη είναι σχεδόν ανέφικτη λόγω των στιγματιστικών επιδράσεων της τιμωρητικής διαδικασίας. 

 

Ολοκληρώνοντας, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε ένα ακόμα καίριο ζήτημα που προβληματίζει μέχρι σήμερα. Η ποινή, ανεξαρτήτως των σκοπών και λειτουργιών που επιτελεί, απαιτεί δικαιολόγηση, γιατί επεμβαίνει στη ζωή των ατόμων και την επηρεάζει αρνητικά, με το να τους στερεί την ελευθερία μέσω εγκλεισμού, να τους αφαιρεί την περιουσία, ή, το χειρότερο, να τους καταδικάζει σε θάνατο. Γι’ αυτό έχουν διατυπωθεί ποικίλες θεωρίες, τόσο αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η τιμωρία χαρακτηρίζεται «ηθικά» προβληματική αλλά αναγκαία, όσο και για τη μορφή τιμωρίας που επιβάλλεται κάθε φόρα.

 

Για τους παραδοσιακούς ωφελιμιστές (classical utilitarians), για τους οποίους η ευτυχία είναι το μόνο ουσιαστικό αγαθό και η δυστυχία το μεγαλύτερο κακό, η ποινή είναι «δεινό», γιατί μέσω αυτής το άτομο πονάει ή υποφέρει. Σύμφωνα με τη δική τους θέση, η επιβολή τιμωρίας δικαιολογείται μόνο όταν ικανοποιεί το ευρύ κοινό ή όταν προκαλεί το λιγότερο δυνατό πόνο. Αντίθετα, για τους οπαδούς της ηθικής θεωρίας (moralists) η ποινή είναι προβληματική, γιατί επιβάλλεται στα άτομα ενάντια στη δική τους θέληση. Υπό αυτό το πρίσμα, η τιμωρία δικαιολογείται μόνο εάν δεν καταπατά τα βασικά δικαιώματα του δράστη, κυρίως την αξιοπρέπειά του. 

 

 

Συνοψίζοντας, ο φόβος των κοινωνιών για τις ζημιογόνες επιδράσεις του εγκλήματος, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο, κατέστησε την τιμωρία αναπόφευκτη. Μάλιστα, όσο πιο σκληρή ήταν η επιβαλλόμενη ποινή τόσο πιο αποτελεσματική κρινόταν, γιατί ικανοποιούσε το περί δικαίου αίσθημα του κοινού. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ποινή δεν έπαψε ποτέ να είναι το κύριο -κατά κανόνα και μοναδικό- μέσο αντιμετώπισης και καταπολέμησης του εγκλήματος. Ωστόσο, η υπερ-ποινικοποίηση συμπεριφορών, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, αντί να επιλύει, εντείνει το πρόβλημα,  διότι αυξάνει το κοινωνικό άγχος αναφορικά με το «έγκλημα» και τους «εγκληματίες», ενώ παράλληλα προκαλεί ανυπέρβλητες δυσκολίες στον χώρο των φυλακών, με σπουδαιότερο τον υπερπληθυσμό. Σε μια κοινωνία που υφίσταται ισχυρούς κλυδωνισμούς, ίσως είναι μεγάλη ανάγκη να εξεταστεί εκ νέου η έννοια της «ποινής» ώστε η «βαριά εγκληματικότητα» να αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά και να τιμωρείται αυστηρά και για άλλες μορφές εγκληματικότητας να ενισχυθούν εναλλακτικοί τρόποι έκτισης ποινής, όπως η κοινωφελής εργασία με σημαντικά πλεονεκτήματα για την κοινωνία. Σε ένα δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό επίπεδο, είναι εξαιρετικά σημαντικός ο συσχετισμός «ποινής» και «κοινωνικής ενσωμάτωσης».

 

 

επιστολή αναγνώστη
_
bloko
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ