2023-10-14 11:52:45
Φωτογραφία για Ολόκληρο το κείμενο της Απόφασης 1535/2023 της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις απαλλαγές



Αριθμός 1535/2023

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Μαρτίου 2023, με την εξής σύνθεση: Ευαγγελία Νίκα, Πρόεδρος, Μιχαήλ Πικραμένος, Γεώργιος Τσιμέκας, Παναγιώτα Καρλή, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Βαρβάρα Ραφτοπούλου, Δημήτριος Μακρής, Ηλίας Μάζος, Αναστασία-Μαρία Παπαδημητρίου, Βασιλική Κίντζιου, Όλγα Παπαδοπούλου, Μαρία Σωτηροπούλου, Χριστίνα Σιταρά, Χρήστος Λιάκουρας, Νικόλαος Σκαρβέλης, Φραντζέσκα Γιαννακού, Δημήτριος Βασιλειάδης, Αικατερίνη Ρωξάνα, Άννα Μπόνου, Χριστιάνα Μπολόφη, Σύμβουλοι, Χρήστος Παπανικολάου, Ανδρέας Σκούφαλος, Μαρία Μπαμπίλη, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Χριστίνα Σιταρά και Δημήτριος Βασιλειάδης, καθώς και η Πάρεδρος Μαρία Μπαμπίλη, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Ελένη Γκίκα.


Για να δικάσει την από 20 Σεπτεμβρίου 2022 αίτηση:

των: 1. Ρ. Α. του Ε., ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Σ. Ρ. και 2. Σ. Ρ. του Φ., κατοίκων Α…. Σίφνου, οι οποίες παρέστησαν με τον δικηγόρο Βασίλειο Σωτηρόπουλο (Α.Μ. 27027), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο,

κατά της Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία παρέστη με τη Βασιλική Παπαθεοδώρου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 14ης Νοεμβρίου 2022 πράξης της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδ. γ΄ (όπως ισχύει), 20 και 21 του π.δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 106646/ΓΔ4/2.9.2022 (ΦΕΚ Β΄ 4644/2.9.2022) κοινή απόφαση της Υπουργού και της Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Αικατερίνης Ρωξάνα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτουσών, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο της Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (κωδικός πληρωμής ηλεκτρονικού παραβόλου 533603330953 0320 0017/2022).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η εν μέρει ακύρωση της 106646/ΓΔ4/2.9.2022 κοινής αποφάσεως της Υπουργού και της Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων «Τροποποίηση της υπό στοιχεία 79942/ΓΔ4/21.5.2019 υπουργικής απόφασης “Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης” (Β΄ 2005)» (Β΄ 4644/2.9.2022). Ειδικότερα, ζητείται η ακύρωση της διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 25 της προαναφερόμενης 79942/ΓΔ4/21.5.2019 υπουργικής αποφάσεως, όπως αυτή τροποποιείται με την προσβαλλόμενη, κατά το μέρος που αφορά στο περιεχόμενο της αιτήσεως που πρέπει να υποβάλλεται για την απαλλαγή των μαθητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών.

3. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν της από 14.11.2022 πράξεως της Προέδρου του, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 14 παρ. 2 εδάφ. γ΄ του π.δ. 18/1989 (Α´ 8), όπως ισχύει.

4. Επειδή, η πρώτη αιτούσα, μητέρα της ανήλικης δεύτερης αιτούσας, ασκούσα μόνη τη γονική μέριμνα λόγω του θανάτου του συζύγου της και πατέρα του τέκνου, κατά το άρθρο 1510 ΑΚ (βλ. την από 5.4.2017 ληξιαρχική πράξη θανάτου - ΣτΕ 1478/2022 Ολομ.), υποβάλλει την κρινόμενη αίτηση ατομικώς αλλά και για λογαριασμό της δεύτερης αιτούσας, μαθήτριας της Γ´ Τάξης του 2ου Γυμνασίου Χαλανδρίου κατά το σχολικό έτος 2022-2023 (βλ. την από 21.9.2022 βεβαίωση φοίτησης της δεύτερης αιτούσας στη Γ΄ Τάξη του προαναφερθέντος Γυμνασίου). Προβάλλει, δε, ότι υποχρεώθηκε στις 12.9.2022 να υποβάλει την αίτηση που ορίζεται στην προσβαλλόμενη πράξη προκειμένου να απαλλαγεί η δεύτερη αιτούσα από το μάθημα των θρησκευτικών για το σχολικό έτος 2022-2023 (βλ. την από 12.9.2022 αίτηση της πρώτης αιτούσας προς τον Διευθυντή του 2ου Γυμνασίου Χαλανδρίου). Ειδικότερα, για τη θεμελίωση εννόμου συμφέροντος οι αιτούσες προβάλλουν ότι η ρύθμιση του ζητήματος της απαλλαγής από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών κατά τα οριζόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη, στην οποία υποχρεώθηκαν να συμμορφωθούν, παραβιάζει τα δικαιώματά τους στην εκπαίδευση και στην ελευθερία σκέψης, συνειδήσεως και θρησκείας, ενώ θίγει και την προστασία των προσωπικών τους δεδομένων. Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, με έννομο συμφέρον ασκούν την κρινόμενη αίτηση (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1478/2022, 1362/2021).

5. Επειδή, στην αρχή του ισχύοντος Συντάγματος γίνεται επίκληση της Αγίας Τριάδος («Eις τo όνoμα της Aγίας και Oμooυσίoυ και Aδιαιρέτoυ Tριάδoς»), στο δε άρθρο 2 παρ. 1, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Α΄ του Μέρους Πρώτου αυτού, ορίζεται ότι: «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Εν συνεχεία, στο άρθρο 3, το οποίο εντάσσεται στο Τμήμα Β΄ αυτού (με τίτλο: «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας») του Μέρους Πρώτου του Συντάγματος, ορίζεται ότι: «1. Eπικρατoύσα θρησκεία στην Eλλάδα είναι η θρησκεία της Aνατoλικής Oρθόδoξης Eκκλησίας τoυ Xριστoύ. H Oρθόδoξη Eκκλησία της Eλλάδας, πoυ γνωρίζει κεφαλή της τoν Kύριo ημών Iησoύ Xριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δoγματικά με τη Mεγάλη Eκκλησία της Kωνσταντινoύπoλης και με κάθε άλλη oμόδoξη Eκκλησία τoυ Xριστoύ· τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τoυς ιερoύς απoστoλικoύς και συνoδικoύς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Eίναι αυτoκέφαλη, διoικείται από την Iερά Σύνoδo των εν ενεργεία Aρχιερέων και από τη Διαρκή Iερά Σύνoδo πoυ πρoέρχεται από αυτή και συγκρoτείται όπως oρίζει ο Kαταστατικός Xάρτης της Eκκλησίας, με τήρηση των διατάξεων τoυ Πατριαρχικoύ Tόμoυ της κθ΄ (29) Ioυνίoυ 1850 και της Συνoδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίoυ 1928. 2. To εκκλησιαστικό καθεστώς πoυ υπάρχει σε oρισμένες περιoχές τoυ Kράτoυς δεν αντίκειται στις διατάξεις της πρoηγoύμενης παραγράφoυ. 3. To κείμενo της Aγίας Γραφής τηρείται αναλλoίωτo. H επίσημη μετάφρασή τoυ σε άλλo γλωσσικό τύπo απαγoρεύεται χωρίς την έγκριση της Aυτoκέφαλης Eκκλησίας της Eλλάδας και της Mεγάλης τoυ Xριστoύ Eκκλησίας στην Kωνσταντινoύπoλη». Περαιτέρω, στο Μέρος Δεύτερο του Συντάγματος με τίτλο: «Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα» ορίζεται, στο μεν άρθρο 5 αυτού, ότι: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη. 2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Εξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο … 3. … 4. … 5. ...», στο δε άρθρο 13 αυτού ορίζεται ότι: «1. H ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. H απόλαυση των ατoμικών και πoλιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεπoιθήσεις καθενός. 2. Kάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελoύνται ανεμπόδιστα υπό την πρoστασία των νόμων. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να πρoσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O πρoσηλυτισμός απαγoρεύεται. 3. ... 4. Kανένας δεν μπoρεί, εξαιτίας των θρησκευτικών τoυ πεπoιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υπoχρεώσεων πρoς τo Kράτoς ή να αρνηθεί να συμμoρφωθεί πρoς τoυς νόμoυς. 5. ...». Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 3, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η κατάσχεση εφημερίδων ή άλλων εντύπων, μεταξύ άλλων για προσβολή της χριστιανικής και κάθε άλλης γνωστής θρησκείας. Εξάλλου, στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. ... 2. H παιδεία απoτελεί βασική απoστoλή τoυ Kράτoυς και έχει σκoπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τoυς σε ελεύθερoυς και υπεύθυνoυς πoλίτες. 3. Tα έτη υπoχρεωτικής φoίτησης δεν μπoρεί να είναι λιγότερα από εννέα. 4. … 5. …», στο δε άρθρο 21 αυτού ορίζεται ότι: «1. Η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους … και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 3. … 4. … 5. ... 6. ... 7. …». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 110 (παρ. 1) δεν υπόκεινται σε αναθεώρηση, μεταξύ άλλων, και οι ανωτέρω παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 και 13 παρ. 1 αυτού.

6. Επειδή, περαιτέρω, το άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε το πρώτον με τον νόμο 2329/1953 (Α΄ 68) και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), αποδόθηκε δε στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του π.δ. 76/2022 (Α΄ 205, με έναρξη ισχύος 1.2.2023), εγγυάται, στην παρ. 1, την ελευθερία της θρησκείας, ενώ στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπονται οι περιορισμοί του δικαιώματος αυτού. Ειδικότερα, το άρθρο 9 ορίζει ότι: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας· το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, καθώς και την ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, μεμονωμένα ή συλλογικά, δημόσια ή κατ’ ιδίαν, μέσω της λατρείας, της διδασκαλίας και της άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδήλωσης της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέσει αντικείμενο άλλων περιορισμών πέρα από εκείνους που προβλέπονται από τον νόμο και αποτελούν αναγκαία μέτρα σε δημοκρατική κοινωνία για τη δημόσια ασφάλεια, την προάσπιση της δημόσιας τάξης, της υγείας ή της ηθικής ή την προάσπιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών τρίτων». Ακολούθως, στο άρθρο 14 της Συμβάσεως αυτής ορίζεται ότι: «Η απόλαυση των δικαιωμάτων και ελευθεριών, που αναγνωρίζονται στην παρούσα Σύμβαση, πρέπει να εξασφαλιστεί χωρίς καμία διάκριση που να βασίζεται ιδίως στο φύλο, τη φυλή, το χρώμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία, τις πολιτικές ή άλλες πεποιθήσεις, την εθνική ή κοινωνική προέλευση, τη συμμετοχή σε εθνική μειονότητα, την περιουσία, τη γέννηση ή κάθε άλλη κατάσταση». Εξάλλου, το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε ομοίως με το ως άνω ν.δ. 53/1974 και αποδόθηκε επίσης στη δημοτική γλώσσα με το άρθρο πρώτο του προαναφερθέντος π.δ/τος 76/2022, κατοχυρώνει το δικαίωμα στην εκπαίδευση, ορίζει δε ειδικότερα ότι: «Kανείς δεν μπορεί να στερηθεί το δικαίωμα στην εκπαίδευση. Το Κράτος, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του στο πεδίο της εκπαίδευσης και της διδασκαλίας, σέβεται το δικαίωμα των γονέων να διασφαλίσουν την εκπαίδευση και τη διδασκαλία αυτή σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις».

7. Επειδή, το κατά το άρθρο 13 του Συντάγματος ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που υπόκειται μόνο στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς, περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως αφ’ ενός (παρ. 1) και την ελευθερία εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων αφ’ ετέρου, με ρητή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (παρ. 2). Εξάλλου, η ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, με την οποία προστατεύεται προεχόντως το ενδιάθετο φρόνημα του ατόμου αναφορικά με το θείο από κάθε κρατική επέμβαση, περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα του ατόμου να μην αποκαλύπτει το θρήσκευμα που ακολουθεί ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του. Τούτο έχει την έννοια ότι κανένας δεν μπορεί να εξαναγκασθεί με οποιονδήποτε τρόπο, να αποκαλύψει είτε αμέσως είτε εμμέσως, το θρήσκευμα ή τις θρησκευτικές εν γένει πεποιθήσεις του, υποχρεούμενος σε πράξεις ή παραλείψεις, από τις οποίες θα τεκμαίρεται η ύπαρξη ή η ανυπαρξία τους, και καμία κρατική αρχή ή κρατικό όργανο δεν επιτρέπεται να επεμβαίνουν στον απαραβίαστο, κατά το Σύνταγμα, χώρο αυτόν της συνειδήσεως του ατόμου και να αναζητούν το θρησκευτικό του φρόνημα, πολύ δε περισσότερο να επιβάλλουν την εξωτερίκευση των όποιων πεποιθήσεων του ατόμου αναφορικά με το θείο (ΣτΕ Ολομ. 1822/2020, 2100-2101, 1759-1760/2019, 2280-2285/2001). Διάφορο, όμως, είναι το ζήτημα της οικειοθελούς προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίησης του θρησκεύματος του ατόμου, η οποία γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως η ίδρυση ναού ή ευκτηρίου οίκου, η ίδρυση σωματείου θρησκευτικού χαρακτήρα, η μη εκπλήρωση των στρατιωτικών υποχρεώσεων για λόγους συνειδησιακής αντίρρησης, καθώς και η απαλλαγή από τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών και από συναφείς σχολικές υποχρεώσεις, όπως ο εκκλησιασμός και η σχολική προσευχή (ΣτΕ Ολομ. 1759-1760/2019, 2280-2285/2001).

8. Επειδή, περαιτέρω, η περιεχόμενη στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος αναφορά ως «επικρατούσης» στην Ελλάδα της θρησκείας της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού -όπως, άλλωστε, και η επίκληση στην κεφαλίδα του Συντάγματος της «Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος»- συναρτάται με τον καίριο ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην ιστορική πορεία του Ελληνισμού, ιδίως κατά την προηγηθείσα της εθνικής ανεξαρτησίας χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, αποτελεί δε και την, κατά την αντίληψη του συντακτικού νομοθέτη, διαπίστωση του πραγματικού γεγονότος ότι τη θρησκεία αυτή πρεσβεύει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενώ δεν στερείται η αναφορά αυτή και κανονιστικών συνεπειών (όπως, ενδεικτικώς, η καθιέρωση χριστιανικών εορτών ως υποχρεωτικών αργιών σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, βλ. και απόφαση του ΕΔΔΑ της 25.5.1993, Κοκκινάκης κατά Ελλάδος, αριθ. προσφυγής 14307/1988, σκ. 14 σχετικά με τον ρόλο της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διατήρηση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας, καθώς και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα). Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος, η οποία αναγορεύει την παιδεία ως βασική αποστολή του Κράτους, συγκαταλέγει μεταξύ των σκοπών της την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνειδήσεως των Ελλήνων. Η έννοια της «εθνικής» και της «θρησκευτικής» συνειδήσεως κατά την εν λόγω συνταγματική διάταξη, είναι, ενόψει και της χρήσεως οριστικού άρθρου, συγκεκριμένη και δεν αφορά σε οποιοδήποτε έθνος και σε οποιοδήποτε θρήσκευμα. Ειδικότερα, ως ανάπτυξη της «εθνικής» συνειδήσεως νοείται ευλόγως, εφ’ όσον το ελληνικό Κράτος ιδρύθηκε και υπάρχει ως εθνικό Κράτος, η ανάπτυξη της ελληνικής -και όχι άλλης- εθνικής συνειδήσεως, ως ανάπτυξη δε της «θρησκευτικής» συνειδήσεως νοείται, για την πλειοψηφία, βεβαίως, των Ελλήνων πολιτών που ασπάζονται το δόγμα αυτό, η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως, ενόψει του ότι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, χαρακτηριζόμενη ως «επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα», αναγνωρίζεται από τον συνταγματικό νομοθέτη, όπως προεκτέθηκε, ως η θρησκεία της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού. Στην ανάπτυξη, άλλωστε, θρησκευτικής συνειδήσεως των ελληνοπαίδων σύμφωνα με τις αρχές της ορθόδοξης χριστιανικής διδασκαλίας αποβλέπουν και οι γονείς τους, αντλώντας από τη διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος, το δικαίωμα, που κατοχυρώνεται ευθέως και από το άρθρο 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της Συμβάσεως της ΕΣΔΑ, να «εξασφαλίζουν» τη μόρφωση και εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις δικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις. Περαιτέρω, δοθέντος ότι η θρησκευτική συνείδηση γεννάται και διαμορφώνεται σταδιακά, πριν ακόμη από την έναρξη του σχολικού βίου, στο πλαίσιο της οικογένειας (η οποία, ως «θεμέλιο της συντηρήσεως και προαγωγής του Έθνους» τελεί -όπως και η παιδική ηλικία- υπό την προστασία του Κράτους, κατά το άρθρο 21 του Συντάγματος), από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 13 αυτού και του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ συνάγεται ότι ως «ανάπτυξη» της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκευτικής συνειδήσεως κατά τα ανωτέρω νοείται η εμπέδωση και ενίσχυση της συγκεκριμένης αυτής θρησκευτικής συνειδήσεως των μαθητών με τη διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ως εκ τούτου δε αφορά αποκλειστικά τους μαθητές, οι οποίοι, ανήκοντες στην κατά τα άνω πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα. Το κυριότερο μέσο, με το οποίο -εκτός άλλων (προσευχή, εκκλησιασμός)- υπηρετείται ο ανωτέρω συνταγματικός σκοπός είναι η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών. Περαιτέρω, η διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών, που πρέπει να περιλαμβάνει οπωσδήποτε, με σαφήνεια και πληρότητα, τα δόγματα, τις ηθικές αξίες και τις παραδόσεις της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Χριστού, είναι συμβατή με την, καθιερούμενη στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, απαραβίαστη θρησκευτική ελευθερία, διότι δεν συνιστά επιβολή πίστεως προς την επικρατούσα θρησκεία, αφού το μάθημα αυτό, μέσω του οποίου πραγματώνεται ως σκοπός της παιδείας η «ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης» υπό το προεκτεθέν κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 16 του Συντάγματος περιεχόμενο (ήτοι η ανάπτυξη ορθόδοξης χριστιανικής συνειδήσεως), απευθύνεται αποκλειστικά, ως εκ του ανωτέρω περιεχομένου του, στους μαθητές που ασπάζονται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα και όχι στους ετερόδοξους, αλλόθρησκους ή άθεους μαθητές. Οι τελευταίοι, απολαύοντες της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία κατοχυρώνεται ως απαραβίαστη με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, έχουν ευθέως βάσει της συνταγματικής αυτής διατάξεως δικαίωμα πλήρους απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, χωρίς καμία δυσμενή συνέπεια, εφ’ όσον οι γονείς τους, ή οι ίδιοι αν είναι ενήλικοι, υποβάλουν δήλωση ότι δεν επιθυμούν, για λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, να παρακολουθήσουν τα τέκνα τους τη διδασκαλία του μαθήματος των θρησκευτικών που έχει το προεκτεθέν περιεχόμενο (ΣτΕ Ολομ. 942/2020, 1749-1750/2019, 660, 926/2018). Εξάλλου, με τις 1749-1750/2019 και 942/2020 αποφάσεις της Ολομελείας έγινε δεκτό ότι η κατά τα ανωτέρω υποβαλλομένη δήλωση, που θα μπορούσε να έχει το εξής περιεχόμενο: «Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών», δεν παραβιάζει τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 13 του Συντάγματος, εφ’ όσον γίνεται χάριν απαλλαγής των μαθητών αυτών από την, επιβαλλόμενη κατ’ αρχήν από το Σύνταγμα και τον νόμο, υποχρέωση παρακολουθήσεως του μαθήματος αυτού [πρβ. σε σχέση με την ΕΣΔΑ την απόφαση του ΕΔΔΑ της 26.9.2007 Folgero και λοιποί κατά Νορβηγίας (αριθ. προσφυγής 15472/02), σκ. 96-102, καθώς και την απόφαση του ΕΔΔΑ της 31.10.2019 Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδος (αριθ. προσφυγών 4762 και 6140/18), σκ. 81-89].

9. Επειδή, εξάλλου, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία τόσο υπό τη θετική της έκφανση, δηλαδή ως ελευθερία του ατόμου να έχει θρησκευτικές πεποιθήσεις και να εκδηλώνει τη θρησκεία του μόνος του και κατ’ ιδίαν ή μαζί με άλλους, δημοσίως και εντός του κύκλου των ομοθρήσκων του, όσο και υπό την αρνητική της πτυχή, δηλαδή ως το δικαίωμα του ατόμου να μην διαθέτει θρησκευτικές πεποιθήσεις και να μην υποχρεούται να τις αποκαλύψει, αμέσως ή εμμέσως, καθώς και να μην υποχρεούται να ενεργεί με τρόπο που να μπορεί να δίνει τη δυνατότητα να συμπεράνει κανείς ότι έχει ή δεν έχει τέτοιες πεποιθήσεις. Συνεπώς, οι κρατικές αρχές δεν δικαιούνται να επεμβαίνουν στη σφαίρα της ελευθερίας συνειδήσεως ενός ατόμου και να επιδιώκουν να ανακαλύψουν τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του ή να το υποχρεώνουν να αποκαλύψει αυτές τις πεποιθήσεις [πρβλ. ΕΔΔΑ Σοφιανόπουλος κ.λπ. κατά Ελλάδος, 12.12.2002 (αρ. προσφ. 1997/02, 1977/02), Αλεξανδρίδης κατά Ελλάδας, 21.2.2008 (αρ. προσφ. 19516/2006), Sinan Isik κατά Τουρκίας, 2.2.2010 (αρ. προσφ. 21924/05), Grzelak κατά Πολωνίας, 15.6.2010 (αρ. προσφ. 7710/02), Δημητράς κ.ά. κατά Ελλάδας, 3.6.2010 (αρ. προσφ. 42837/2006), Wasmuth κατά Γερμανίας, 17.2.2011 (αρ. προσφ. 12884/2003)].

10. Επειδή, επί προσφυγών ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αναφορικά με τη συμβατότητα προς τις διατάξεις της ΕΣΔΑ της διαδικασίας απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών, όπως αυτή προβλεπόταν στην 12773/ Δ2/23.1.2015 εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, δημοσιεύθηκε η απόφασή του, της 31.10.2019, Παπαγεωργίου και λοιποί κατά Ελλάδος (αριθ. προσφυγών 4762/2018 και 6140/2018), με την οποία διαπιστώθηκε παραβίαση του άρθρου 2 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9 της Συμβάσεως. Η ως άνω εγκύκλιος του Υπουργείου προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών χορηγείται ύστερα από Υπεύθυνη Δήλωση του ν. 1599/1986, του ίδιου του μαθητή (αν είναι ενήλικος) ή και των δύο γονέων του (αν είναι ανήλικος), στην οποία θα αναφέρεται ότι ο μαθητής δεν είναι Χριστιανός Ορθόδοξος και εξ αυτού επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης, χωρίς να είναι υποχρεωτική η αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει, εκτός αν το επιθυμεί». Στην ίδια εγκύκλιο επισημαίνονταν επίσης τα ακόλουθα: «Επειδή έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα κατάχρησης του δικαιώματος απαλλαγής από τα Θρησκευτικά για λόγους που δεν συνδέονται με την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης, εφιστάται η προσοχή στους Διευθυντές των σχολικών μονάδων να ελέγχουν την τεκμηρίωση των προβαλλόμενων λόγων, επισημαίνοντας σε κάθε ενδιαφερόμενο τη σοβαρότητα των σχετικών Υπεύθυνων Δηλώσεων και κατόπιν να προβαίνουν στη χορήγηση νόμιμης απαλλαγής του μαθητή, πάντοτε εντός των προβλεπομένων χρονικών ορίων. Η προσυπογραφή της Υπεύθυνης Δήλωσης από τον διδάσκοντα είναι απαραίτητη, ώστε να ενημερώνεται για τους μαθητές που θα έχει στην τάξη του στις ώρες του μαθήματος των Θρησκευτικών». Το ΕΔΔΑ, στην ως άνω απόφασή του, εκτιμώντας ότι το κύριο ζήτημα που ανέκυπτε ενώπιόν του ήταν η υποχρέωση των γονέων να υποβάλουν υπεύθυνη δήλωση ότι τα τέκνα τους δεν είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, προκειμένου τα τελευταία να τύχουν απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών και όχι το περιεχόμενο του μαθήματος, υπενθύμισε εν πρώτοις τη θετική υποχρέωση κάθε Συμβαλλόμενου Κράτους, όταν το μάθημα των θρησκευτικών περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα σπουδών, να αποφεύγει, κατά το δυνατόν, τη δημιουργία κατάστασης σύγκρουσης μεταξύ της παρεχόμενης από το σχολείο θρησκευτικής αγωγής και των θρησκευτικών ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων των γονέων, επισημαίνοντας συναφώς ότι, όσον αφορά τη θρησκευτική αγωγή στην Ευρώπη και παρά την ποικιλομορφία των διδακτικών προσεγγίσεων, σχεδόν όλα τα κράτη μέλη προσφέρουν τουλάχιστον μία οδό, μέσω της οποίας οι μαθητές μπορούν να επιλέξουν να μην παρακολουθήσουν το μάθημα των θρησκευτικών, παρέχοντας έναν μηχανισμό απαλλαγής ή την επιλογή να παρακολουθήσουν κάποιο εναλλακτικό μάθημα, ή προβλέποντας ότι η παρακολούθηση του μαθήματος των θρησκευτικών είναι απολύτως προοαιρετική. Στο πλαίσιο αυτό διαπίστωσε ότι, με βάση το άρθρο 16 παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος και την εκπαιδευτική νομοθεσία, το μάθημα των θρησκευτικών είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές, η δε από 23.1.2015 εγκύκλιος προέβλεπε ότι οι μη Ορθόδοξοι Χριστιανοί μαθητές, δηλαδή οι αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι ή άθεοι μαθητές οι οποίοι επικαλούνταν λόγους θρησκευτικής συνειδήσεως, μπορούσαν να απαλλαγούν από την παρακολούθηση του μαθήματος. Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ έλαβε υπόψη ότι η ως άνω εγκύκλιος δεν απαιτούσε μεν για την αίτηση απαλλαγής την αναφορά του θρησκεύματος στο οποίο ανήκει ο μαθητής, παρατήρησε, εντούτοις, ότι οι γονείς ήταν υποχρεωμένοι να καταθέσουν στον διευθυντή του σχολείου υπεύθυνη δήλωση, προσυπογεγραμμένη από τον διδάσκοντα, ότι το τέκνο τους δεν είναι Ορθόδοξος Χριστιανός, ο δε διευθυντής του σχολείου ήταν υπεύθυνος να ελέγχει την τεκμηρίωση των προβαλλόμενων λόγων από τους γονείς, επισημαίνοντάς τους τη σοβαρότητα των σχετικών υπεύθυνων δηλώσεων που υπέβαλλαν. Ενόψει δε των ρυθμίσεων αυτών της ελληνικής νομοθεσίας, το ΕΔΔΑ διαπίστωσε ότι α) ο έλεγχος της σοβαρότητας της υπεύθυνης δήλωσης συνεπαγόταν ότι ο διευθυντής του σχολείου όφειλε να ελέγξει αν η δήλωση περιείχε ψευδή στοιχεία, δηλαδή να διασταυρώσει τη ληξιαρχική πράξη γέννησης του τέκνου, στην οποία αναφερόταν το θρήσκευμα των γονέων του, η οποία έπρεπε να υποβληθεί στις σχολικές αρχές, με το περιεχόμενο της υπεύθυνης δήλωσης, β) ότι σύμφωνα με τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις, στο Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο ήταν υποχρεωτική η αναγραφή του θρησκεύματος στα πιστοποιητικά σπουδών και γ) ότι, σε περίπτωση διαφοράς μεταξύ της ληξιαρχικής πράξης γέννησης και της υπεύθυνης δήλωσης, ο διευθυντής του σχολείου ήταν υποχρεωμένος να ειδοποιήσει τον εισαγγελέα για το ενδεχόμενο κατάθεσης ψευδούς υπεύθυνης δήλωσης, η οποία συνιστούσε αξιόποινη πράξη σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 1599/1986 και το άρθρο 37 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, το ΕΔΔΑ, οδηγήθηκε στην κρίση ότι το τεθέν ενώπιόν του σύστημα απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών της 12773/Δ2/23.1.2015 εγκυκλίου του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων ήταν ικανό να επιβάλει ένα απαράδεκτο βάρος στους γονείς με κίνδυνο έκθεσης ευαίσθητων πτυχών της προσωπικής τους ζωής και ότι το ενδεχόμενο σύγκρουσης ήταν πιθανό να τους αποτρέψει από το να καταθέσουν αίτηση απαλλαγής, ιδίως σε περίπτωση που ζούσαν σε μια μικρή και θρησκευτικά συμπαγή κοινότητα, όπως, στην περίπτωση των προσφευγόντων, η Σίφνος και η Μήλος, όπου ο κίνδυνος στιγματισμού ήταν πολύ μεγαλύτερος σε σχέση με τις μεγάλες πόλεις. Επίσης, διατύπωσε την κρίση ότι, αν και οι προσφεύγοντες δεν ήταν υποχρεωμένοι να αποκαλύψουν τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, η υποχρέωση υποβολής υπεύθυνης δήλωσης ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό να υιοθετήσουν μια συμπεριφορά από την οποία θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς ότι οι ίδιοι και τα τέκνα τους είχαν -ή δεν είχαν- συγκεκριμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ενόψει αυτών, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι είχε λάβει χώρα παραβίαση των δικαιωμάτων των προσφευγόντων βάσει του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ (σκέψεις 81-90).

11. Επειδή, ο ν. 4777/2021 «Εισαγωγή στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, προστασία της ακαδημαϊκής ελευθερίας, αναβάθμιση του ακαδημαϊκού περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α΄ 25) προέβλεψε, στο άρθρο 37 αυτού, τα εξής: «Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται η διαδικασία και οι προϋποθέσεις απαλλαγής μαθητών, οι οποίοι φοιτούν στην πρωτοβάθμια ή δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, από τη συμμετοχή στα μαθήματα της Φυσικής Αγωγής, της Μουσικής και των Θρησκευτικών, και ρυθμίζεται κάθε άλλο συναφές ειδικότερο θέμα, όπως ιδίως οι λόγοι που δικαιολογούν τη χορήγηση και τη διάρκεια της απαλλαγής, ο τύπος, το περιεχόμενο, η προθεσμία υποβολής της αίτησης απαλλαγής καθώς και τα απαραίτητα δικαιολογητικά έγγραφα, το όργανο της σχολικής μονάδας στο οποίο υποβάλλονται η αίτηση και τα δικαιολογητικά, καθώς και η διάρκεια και ο τρόπος τήρησης, φύλαξης και επεξεργασίας αυτών, η διαδικασία και τα όργανα αξιολόγησης της αίτησης, οι σχετικές εγγραφές που γίνονται σε υπηρεσιακά βιβλία της σχολικής μονάδας και ο τρόπος και το είδος της απασχόλησης των μαθητών κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας του μαθήματος από την υποχρέωση παρακολούθησης του οποίου έχουν απαλλαγεί». Κατ’ επίκληση της ως άνω διατάξεως εκδόθηκε η 61178/ΓΔ4/28.5.2021 κοινή απόφαση της Υπουργού και της Υφυπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β´ 2286), με την οποία αντικαταστάθηκε το άρθρο 25 της 79942/ΓΔ4/21.5.2019 υπουργικής αποφάσεως «Εγγραφές, μετεγγραφές, φοίτηση και θέματα οργάνωσης της σχολικής ζωής στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (Β΄ 2005)», το οποίο ρύθμιζε τη δυνατότητα απαλλαγής των μαθητών/τριών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το μάθημα των θρησκευτικών. Η ανωτέρω 61178/ΓΔ4/28.5.2021 κοινή υπουργική απόφαση ακυρώθηκε με την απόφαση 1478/2022 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ως προς όλες τις διατάξεις που αφορούσαν την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών. Και τούτο με τη σκέψη ότι, κατά την έννοια του άρθρου 36 παρ. 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 «για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)» (L 119/4.5.2016), στην ένδικη περίπτωση, κατά την οποία προσβαλλόταν κανονιστική πράξη με περιεχόμενο την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ειδικής κατηγορίας κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του εν λόγω Κανονισμού, τα οποία συνδέονταν με την άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος, απαιτείτο ως ουσιώδης τύπος, η έλλειψη του οποίου οδηγούσε σε ακύρωση της πράξεως, η παροχή γνώμης της εποπτικής αρχής πριν από την έκδοσή της. Εφ’ όσον δε, πριν από την έκδοση της προσβληθείσας πράξεως δεν είχε τηρηθεί, ως ουσιώδης τύπος, η παροχή γνώμης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κρίθηκε ότι η πράξη αυτή έπρεπε να ακυρωθεί ως προς όλες τις διατάξεις της που αφορούσαν την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών (άρθρο 25 παρ. 3 και οι παρ. 4 και 5 του ίδιου άρθρου κατά το μέρος που αφορούν το ζήτημα αυτό). Με την ίδια απόφαση, εξάλλου, απορρίφθηκε ως αβάσιμος λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβαλλόταν παραβίαση του άρθρου 13 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 2 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, ερμηνευόμενου υπό το φως του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ, ως εκ του ότι, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, δεν εκπληρωνόταν η υποχρέωση της Πολιτείας για τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος συναφούς περιεχομένου με το μάθημα των θρησκευτικών, από το οποίο απαλλάσσονταν. Και τούτο, με τη σκέψη ότι η ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία ο Διευθυντής ή η Διευθύντρια της σχολικής μονάδας, σε συνεργασία με τον Σύλλογο των διδασκόντων, αποφασίζουν κατά περίπτωση για τον τρόπο που απασχολούνται υποχρεωτικά οι απαλλασσόμενοι/ες μαθητές/τριες (ενδεικτικά διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα της ίδιας τάξης ή ερευνητική δημιουργική δραστηριότητα), ήταν συνταγματικώς ανεκτή, ως μεταβατική, μέχρι την οριστική ρύθμιση του θέματος εντός ευλόγου χρόνου. Ως εύλογος δε χρόνος κρίθηκε το τέλος του σχολικού έτους 2022-2023, δοθέντος ότι, πέραν των δυσχερειών που μνημονεύονταν στην εγκριθείσα με το 37/23.7.2020 πρακτικό του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής εισήγηση της Επιστημονικής Επιτροπής για το μάθημα των θρησκευτικών, η Πολιτεία καλείτο για πρώτη φορά να ρυθμίσει το ζήτημα αυτό, δηλαδή να θεσπίσει ένα ισότιμο μάθημα συναφούς περιεχομένου για τους μαθητές που απαλλάσσονται από το υποχρεωτικό μάθημα των θρησκευτικών, σύμφωνα με την ερμηνεία των συνταγματικών και υπερνομοθετικών διατάξεων της ΕΣΔΑ που είχε δοθεί με τις προεκτεθείσες 1749-1750/2019 αποφάσεις του Δικαστηρίου.

12. Επειδή, μετά ταύτα και κατόπιν του σχετικού 96336/Δ2/1.8.2022 εγγράφου του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η εν λόγω Αρχή εξέδωσε την 2/2022 γνωμοδότηση, στην οποία, στο πλαίσιο της συμβουλευτικής της αρμοδιότητας και ενόψει των κριθέντων με την προαναφερθείσα 1478/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, εξέτασε το υποβληθέν σχέδιο κοινής υπουργικής αποφάσεως και παρέσχε τη γνώμη της για σειρά ζητημάτων τεχνικού κυρίως χαρακτήρα σχετικά με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των μαθητών τα οποία καταχωρούνται στο πληροφοριακό σύστημα «myschool» του Υπουργείου Παιδείας. Ακολούθως, μετά τη γνωμοδότηση της Αρχής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, η οποία έλαβε υπόψη ως προς τα ζητήματα αυτά, μεταξύ άλλων, τις 1749, 1750/2019 και 1478/2022 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας καθώς και την ανωτέρω γνωμοδότηση. Εξάλλου, με την ως άνω 2/2022 γνωμοδότησή της, η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξέφρασε και την άποψη ότι, για την απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών, σύμφωνη με το ισχύον ελληνικό Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ «είναι μια δήλωση των ενδιαφερομένων γονέων ή μαθητών, συμπεριλαμβανομένων και των Χριστιανών Ορθοδόξων που τυχόν το επιθυμούν, στην οποία θα αναφέρεται απλώς ότι “Λόγοι συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των θρησκευτικών”».

13. Επειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση αντικαταστάθηκε (εκ νέου) το άρθρο 25 της προμνησθείσας 79942/ΓΔ4/21.5.2019 υπουργικής αποφάσεως, ως εξής: «Απαλλαγή μαθητών/τριών από την ενεργό συμμετοχή σε μαθήματα 1) Φυσική Αγωγή α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) ... 2) Μουσική α) ..., β) ... γ) … 3) Θρησκευτικά α) Μαθητές/τριες οι οποίοι/ες δεν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι (δηλαδή αλλόθρησκοι, ετερόδοξοι άθρησκοι, άθεοι, αγνωστικιστές), δύνανται, εφόσον το επιθυμούν, να απαλλαγούν από την υποχρέωση παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στον/στη Διευθυντή/ντρια της σχολικής μονάδας στην οποία θα αναφέρεται το εξής: “Λόγοι θρησκευτικής συνείδησης δεν επιτρέπουν τη συμμετοχή (μου ή του παιδιού μου) στο μάθημα των Θρησκευτικών”. Η αίτηση υπογράφεται από τον ίδιο/ίδια τον/τη μαθητή/τρια, εάν είναι ενήλικος/η, ή και από τους δύο γονείς/κηδεμόνες του/της, εάν είναι ανήλικος/η. Μόνον στην περίπτωση που η γονική μέριμνα ασκείται από τον ένα γονέα, αρκεί η υπογραφή του/της ασκούντος/ούσης τη γονική μέριμνα. β) Η ως άνω αίτηση, με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής του/της ίδιου/ας μαθητή/τριας (αν είναι ενήλικος/η) ή και των δύο γονέων του/της (αν είναι ανήλικος/η), παραλαμβάνεται από τον/τη Διευθυντή/ντρια του σχολείου εντός αποκλειστικής χρονικής προθεσμίας που διαρκεί από την 1η Σεπτεμβρίου έως και την πέμπτη ημέρα μετά την έναρξη των μαθημάτων κάθε σχολικού έτους. Το γνήσιο της υπογραφής δύναται να βεβαιώνει κατά την παρ. 1 του άρθρου 11 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1999, Α΄ 45) και ο/η Διευθυντής/ντρια της σχολικής μονάδας κατά την υποβολή της αίτησης, η οποία υπογράφεται ενώπιόν του/της. Ο/Η Διευθυντής/ντρια ενημερώνει για την υποβολή της σχετικής αίτησης τον/την καθηγητή/τρια που διδάσκει thriskeftika
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ