2013-04-05 10:21:03
Φωτογραφία για Alvarez and Marsal: Πλήρη επίγνωση των κινδύνων για τη Μαρφίν Εγνατία είχε η ΚΤΚ
Πλήρη επίγνωση του κινδύνου που θα μεταφερόταν στο κυπριακό τραπεζικό σύστημα και κατ` επέκταση στο κράτος με τη μετατροπή της Μαρφίν Εγνατίας σε υποκατάστημα της Μαρφίν Λαϊκής Τράπεζας, είχε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ), σύμφωνα με το πόρισμα του οίκου Alvarez and Marsal, για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι δύο κυπριακές τράπεζες ζήτησαν κρατική στήριξη.

Ωστόσο, όπως προκύπτει από το πόρισμα της Α&Μ, το οποίο εξασφάλισε το ΚΥΠΕ, η δομή του κανονισμού και της κυπριακής νομοθεσίας είναι τέτοια που, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία περί συγχωνεύσεων, η τράπεζα μπορούσε να μεταφέρει τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού στην Κύπρο χωρίς εξουσιοδότηση από την ΚΤΚ.

Η Τράπεζα έπρεπε να ενημερώσει την ΚΤΚ για τη μετατροπή της ελληνικής θυγατρικής σε υποκατάστημα, αφήνοντας στην κυπριακή εποπτική Αρχή την επιλογή είτε να αποδεχθεί τη μετατροπή και να ενημερώσει σχετικά την Τράπεζα της Ελλάδας (ΤτΕ), ή να αναγκάσει την τράπεζα να τερματίσει τις εργασίες της στην Ελλάδα, κάτι που εκτιμάται ότι θα είχε αρνητικές συνέπειες για το κυπριακό χρηματοπιστωτικό σύστημα.


Υπενθυμίζεται ότι από τη συγχώνευση της Λαϊκής με τη Μαρφίν στην Ελλάδα το 2006, σχηματίστηκε η Τράπεζα Μαρφίν Εγνατία, η οποία ανήκε κατά 95% στη Μαρφίν Λαϊκή Τράπεζα. Σύμφωνα με το πόρισμα, όταν η Μαρφίν Εγνατία ήταν υπό καθεστώς θυγατρικής και εποπτευόταν από την ΤτΕ, η ΚΤΚ η οποία ήταν ο κύριος επόπτης της Μαρφίν Λαϊκής Τράπεζας δεν είχε πρόσβαση στη Μαρφίν Εγναντία με τη δικαιολογία ότι η τράπεζα εποπτευόταν από την ΤτΕ.

Αναφέρεται ότι η ενοποιημένη εποπτεία από την ΚΤΚ ήταν ένα από τα επιχειρήματα που συνηγορούσαν υπέρ της συγχώνευσης, καθώς αυτό θα έδινε στην ΚΤΚ πιο ισχυρές εποπτικές αρμοδιότητες επί των ελληνικών δραστηριοτήτων, υπό την έννοια ότι η πρωταρχική ευθύνη για την εποπτεία μετά τη μετατροπή της Μαρφίν Εγνατίας σε υποκατάστημα της Μαρφίν Λαϊκής, θα βρισκόταν στην ΚΤΚ. Στις 15 Μαΐου του 2009, το ΔΣ της Μαρφίν αποφάσισε τη διασυνοριακή συγχώνευση της Μαρφίν Λαϊκής με τη Μαρφίν Εγνατία και τη μεταφορά της έδρας στην Ελλάδα, μια απόφαση που αντιστράφηκε από το ΔΣ της Μαρφίν Λαϊκής στις 15 Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.

Σύμφωνα με το πόρισμα, στα πρακτικά της εν λόγω συνεδρίας, τα οποία επικαλείται η Α&Μ, η αντιστροφή της συγχώνευσης και η παραμονή της έδρας του ομίλου στην Κύπρο έγινε "λόγω πολιτικής και άλλης πίεσης από Κύπριους επηρεαζόμενους".

Για να ολοκληρωθεί όμως η συγχώνευση θα έπρεπε να εγκριθεί από την κυπριακή Βουλή με νομοθεσία για καλυμμένα ομόλογα, έτσι ώστε να μεταφερθούν από τη Μαρφίν Εγνατία καλυμμένα ομόλογα ύψους 1 δις ευρώ στη Μαρφίν Λαϊκή Τράπεζα. Η συγχώνευση ολοκληρώθηκε στις 31 Μαρτίου του 2011.

Σημειώνει ωστόσο ότι αν η Μαρφίν Εγνατία παράμεινε σε καθεστώς θυγατρικής εταιρείας, η μητρική Μαρφίν Λαϊκή Τράπεζα δεν θα είχε υποχρέωση να προχωρήσει στην ανακεφαλαιοποίησή της, κοστίζοντας κατ’ επέκταση στο κυπριακό δημόσιο 1,8 δις, προσθέτοντας όμως ότι θα υπήρχαν όμως πιέσεις για να το πράξει.

Ήταν γνωστοί οι κίνδυνοι της Μαρφίν Εγνατίας

Στην έκθεση σημειώνεται ότι η ΚΤΚ γνώριζε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Μαρφίν Εγνατία πριν την έγκριση της μετατροπής της σε υποκατάστημα της Μαρφίν Λαϊκής Τράπεζας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το πόρισμα της A&M, σε κοινή αξιολόγηση της ΚΤΚ και της ΤτΕ το Μάρτιο του 2009 διαπιστώθηκαν ότι:

Δόθηκαν δάνεια ύψους €800 εκατομμυρίων σε διάφορες οντότητες με στόχο την επένδυση στο Marfin Investment Group (MIG) ως bullet loans, δηλαδή δάνεια με ευνοϊκούς όρους όπως χαμηλά επιτόκια και με μακροχρόνια περίοδο αποπληρωμής.

Η Μαρφίν Εγνατία παρουσίαζε επιδείνωση κερδοφορίας κατά 68% λόγω του χαμηλού περιθωρίου επί των δανείων αυτών και της αύξησης των προβλέψεων για επισφαλή δάνεια.

Τέλος, η γενικότερη εκτίμηση ήταν ότι η Μαρφίν Εγνατία θεωρείτο ως μια εταιρεία υψηλού κινδύνου.

Ως αποτέλεσμα του ελέγχου, η ΚΤΚ ζήτησε από τη Μαρφίν Λαϊκή να κατακρατήσει πρόσθετα κεφάλαια για να καλύψει τους κινδύνους που προέκυψαν από τον έλεγχο και να αυξήσει τις προβλέψεις της για επισφαλή δάνεια.

Στις 27 Ιανουαρίου του 2011, μερικούς μήνες πριν την ολοκλήρωση της συγχώνευσης, η ΚΤΚ με επιστολή της ζητούσε από την ΤτΕ να μάθει αν διατηρούσε ανησυχίες από τον εποπτικό της έλεγχο επί της Μαρφίν Εγνατίας. Η ΤτΕ απάντησε ότι η Μαρφίν Εγνατία είχε χαμηλότερη αξιολόγηση από το υπόλοιπο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ειδικότερα η αξιολόγηση της Μαρφίν Εγνατίας βρισκόταν στο 3,25% βάσει του Συστήματος Αξιολόγησης Τραπεζικού Κινδύνου.

Εξάλλου, η ΚΤΚ, ύστερα από έλεγχο επί των στοιχείων της Μαρφίν Εγνατίας για το 15μηνο μέχρι τις 31 Μαρτίου 2011 ζήτησε από τη Μαρφίν Λαϊκή να κατακρατήσει επιπρόσθετα κεφάλαια ύψους €2,1 δις έναντι του ενοποιημένου της δανειακού χαρτοφυλακίου.

Επιπρόσθετα, από τον Ιούνιο του 2009 η ΚΤΚ παρότρυνε τη διενέργεια εκθέσεων σε τριμηνιαία βάση και ακολούθως σε μηνιαία βάση, όπου διαπιστώθηκε ότι ο Όμιλος Μαρφίν Λαϊκή κατείχε ομόλογα ελληνικού δημοσίου ύψους €3 δις, εκ των οποίων τα €2 δις στη Μαρφίν Εγνατία και το €1 δις στη Μαρφίν Λαϊκή Τράπεζα. Ως εκ τούτου η ΚΤΚ ζήτησε την κατακράτηση επιπλέον κεφαλαίων ύψους 1.5 δις ως εποπτικό κεφάλαιο έναντι του χαρτοφυλακίου των ομολόγων ελληνικού δημοσίου.

Σύμφωνα με το πόρισμα της Α&Μ, η ΚΤΚ γνώριζε ότι δάνεια ύψους €1,3 δις από τα δάνεια που ήταν σε ισχύ και τα οποία αποτελούσαν το 11% του δανειακού χαρτοφυλακίου, δόθηκαν για σκοπούς επένδυσης σε μετοχές. Επιπλέον, τα δάνεια αυτά είχαν δομηθεί κατά τρόπο ώστε η αποπληρωμή τους να γινόταν στο τέλος της διάρκειάς τους (balloon payments), ενώ καταβάλλονταν μόνο τόκοι. Έτσι, η Μαρφίν Εγνατία είχε εκτεθεί σε αυξημένους κινδύνους και σε επιδεινούμενη κερδοφορία λόγω των χαμηλών επιτοκίων.

Επίσης, τα δάνεια προς τη MIG δόθηκαν με ευνοϊκούς όρους όπως χαμηλά επιτόκια ή/και μακροχρόνια περίοδο αποπληρωμής, κάτι που εξέθετε περαιτέρω τη Μαρφίν Εγνατία σε κινδύνους. Παράλληλα, η Τράπεζα διατηρούσε ανεπαρκείς εγγυήσεις για αυτά τα δάνεια, είτε λόγω της τήρησης λανθασμένων διαδικασιών κατά τη σύναψη των δανείων αυτών, είτε λόγω της επιδείνωσης της αξίας των εμπράγματων εξασφαλίσεων.

Τα θέματα αυτά είχαν αποτέλεσμα τη σημαντική επιδείνωση της κερδοφορίας της Μαρφίν Εγνατίας κατά 68% μεταξύ των ετών 2007 και 2008.

Σημειώνεται ότι πριν την οριστικοποίηση της διασυνοριακής συγχώνευσης το Μάρτιο του 2011, η ΤτΕ μετέφερε γραπτώς στην ΚΤΚ τις δικές της ανησυχίες λόγω της συγκέντρωσης, των πολιτικών πιστωτικού κινδύνου και των αδυναμιών ελέγχου της Μαρφίν Εγνατίας και της αδυναμίας ελέγχου που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο της 31ης Δεκεμβρίου 2009.

Ωστόσο, πέραν του επί τόπου ελέγχου του 2009, η ΚΤΚ δεν διενήργησε επιπρόσθετους κοινούς ή και ανεξάρτητους ελέγχους στα στοιχεία της Μαρφίν Εγνατίας μέχρι και μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης και αυτό παρά τα ευρήματα της κατά τον έλεγχο το 2009 και παρά τις ανησυχίες που ηγέρθησαν από την ΤτΕ.

"Είναι προφανές από τη διερεύνηση ότι η ΚΤΚ δεν έλαβε καμία δράση για να σταματήσει τη διασυνοριακή συγχώνευση, η οποία μετέφερε στην ουσία τη ζημιά από την πρώην ελληνική θυγατρική στην Κύπρο", αναφέρεται στο πόρισμα.

Η ΚΤΚ δεν μπορούσε να απορρίψει την συγχώνευση

Η ΑandΜ αποδίδει την απουσία της όποιας δράσης στο ότι η σχετική κυπριακή νομοθεσία δεν ζητούσε ως προϋπόθεση την έγκριση της ΚΤΚ και έτσι μια τράπεζα μπορούσε να προχωρήσει στη μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στην Κύπρο χωρίς την εξουσιοδότηση της ΚΤΚ.

Η δομή του κανονισμού και της νομοθεσίας είναι τέτοια έτσι ώστε σύμφωνα με την Οδηγία για τις Συγχωνεύσεις η Τράπεζα δεν χρειαζόταν καμία εξουσιοδότηση από την ΚΤΚ και αυτό είχε ως αποτέλεσμα η Τράπεζα να μπορεί να μεταφέρει στοιχεία ενεργητικού και παθητικού στην Κύπρο χωρίς την έγκριση της ΚΤΚ, αναφέρεται.

Η κοινοποίηση στην ΚΤΚ της πρόθεσης για μετατροπή της ελληνικής θυγατρικής σε υποκατάστημα της κυπριακής τράπεζας άφηνε στην εποπτική Αρχή την επιλογή είτε να αποδεχθεί τη μετατροπή, ή να αναγκάσει την τράπεζα να τερματίσει τις δραστηριότητές της στην Ελλάδα. Σημειώνεται ταυτόχρονα ότι υπήρχε πολιτική πίεση όπως η έδρα της Τράπεζας διατηρηθεί στην Κύπρο.

Παραθέτει αναφορά του Κώστα Πουλλή, πρώην Διευθυντή Εποπτείας της ΚΤΚ, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του με την ΑandΜ, ότι "η ανάκληση της έγκρισης στην Μαρφίν Λαϊκή Τράπεζα να λειτουργεί υποκατάστημα στην Ελλάδα και άρα ουσιαστικά ο τερματισμός των δραστηριοτήτων της Τράπεζας στην Ελλάδα δεν ήταν επιλογή καθώς αυτό θα είχε σημαντική επίπτωση στην εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα". Ο κ. Πουλλής δήλωσε ακόμη ότι μετά τη μετατροπή της Μαφίν Εγνατίας σε υποκατάστημα η ΚΤΚ επέβαλε αυστηρότερους όρους για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις.

«Με βάση τα ευρήματα της διερεύνησης φαίνεται ότι η παρούσα νομοθεσία και κανονισμοί δεν παρέχουν στην ΚΤΚ επαρκή στήριξη σε περίπτωση που μια τράπεζα επιθυμεί να μετατρέψει μια θυγατρική της στο εξωτερικό σε υποκατάστημα», αναφέρει η ΑandΜ και εισηγείται την αναθεώρηση της νομοθεσίας και το να εξεταστεί το κατά πόσον θα πρέπει να δοθούν τέτοιες εξουσίες στην ΚΤΚ ή σε άλλες Αρχές για έγκριση ή απόρριψη τέτοιων μεταφορών.

Η ΑandΜ θεωρεί ότι η αρχική πρόθεση για μεταφορά της έδρας του Ομίλου Μαρφίν Λαϊκής Τράπεζας στην Ελλάδα αντιστράφηκε "εν μέρει λόγω πολιτικής πίεσης".

Τέλος, όπως αναφέρεται στο πρωτόκολλο της διερεύνησης, η έρευνα δεν κάλυψε τις απώλειες της Μαρφίν Λαϊκής από την απομείωση των ελληνικών ομολόγων και ούτε τη μετατροπή της Μαρφίν Εγνατίας σε υποκατάστημα από τη σκοπιά της τράπεζας. Σημειώνεται τέλος ότι η έρευνα περιορίστηκε περαιτέρω λόγω της δικαστικής διαδικασίας που άρχισε η κρατική Λαϊκή.

offsite.com.cy
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ