2014-07-26 06:39:00
Φωτογραφία για 5069 - Ο π. Γεώργιος Καψάνης ως Θεολόγος
P { margin-bottom: 0.21cm; }A:link { }

Ο π. Γεώργιος Καψάνης ως Θεολόγος.

Η Θεολογική του Μαρτυρία στη σύγχρονη εκκλησιαστική Ζωή

Εισήγησις σε Κληρικολαϊκή Σύναξι της Ιεράς Μητροπόλεως Κυθήρων

(13/7/2014)

Θά χρειασθοῦν πολλά χρόνια γιά νά ἀποτιμηθῇ ἐπαρκῶς τό ἔργο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, π. Γεωργίου Καψάνη. Χρονικό διάστημα σαρἀντα ἡμε­ρῶν ἀπό τήν κοίμη­σί του προσφέρεται μόνο ὡς εὐκαιρία εὐλαβικῆς ἀναφορᾶς στόν ἄνθρωπο πού ἐσφράγισε τήν ἐποχή μας μέ τήν προσωπικότητα, τό πολύπλευρο ἔργο καί συγκεκριμένα τήν θεολογική του μαρτυρία στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή.

Στόν Γέροντα Γεώργιο ἀποδώθη­καν τελευταῖα ἐξαιρετικῶς τιμητικοί χα­ρα­κτηρισμοί. Λίγους μῆνες πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, μέ ἀφορμή τήν πα­ραί­τησί του ἀπό τήν ἡγουμενία γιά λόγους ὑγείας, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν ἐχαρακτήρισε «πιστόν καί σώφρονα τηρητήν τῆς παραδόσεως... καί τοῦ ἀγωνιστικοῦ φρο­νή­μα­τος τοῦ Ἁγίου Ὄρους», διακρινόμενον «διά τήν ἰδιαι­τέ­ραν εὐαισθησίαν του περί τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως». Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ τήν ἰδίαν ἀφορμήν τόν ὠνόμασε «κανόνα γρηγορούσης ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως καί πνευματικῆς εὐασθησίας διά τήν βίωσιν ἐν ἀκεραιότητι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως».


Εὐθύς δέ μετά τήν μα­κα­ρία κοίμησί του ὠνομάσθηκε ἀπό τόν Μακα­ρι­ώ­τατο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας «πα­ρα­δοσιακός θεράπων καί αὐθεντικός μύστης τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπιστήμης», ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Κυθήρων «σύγχρονος ὁμολογητής τῆς Πίστεώς μας», ἀπό τόν Σεβασμιώ­τατο Ναυπάκτου «οἰκουμενικός διδάσκαλος», ἀπό τόν Σεβα­σμιώτατο Αἰτωλοακαρνανίας «δρῦς τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Φθιώτιδος «μέγας διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας» καί ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Κα­­στο­ρίας «πο­λύεδρος ἀδάμας», γιά νά περιορισθῶ μόνο σέ μαρτυρίες ἐπι­σκόπων. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ μαρμαρυγές τῆς χαρισματικῆς του προσω­πι­κότητος προ­χέ­ον­ταν σάν ἀπό πολύεδρο διαμάντι καί ἀκτινοβολοῦσαν μέχρι τίς ἐσχα­τιές τῆς οἰ­κου­μενικῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἀνταποκρινόμενος στήν εὐγενική πρόσκλη­σι τοῦ Σεβασμιωτάτου, θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω τήν θεολογική μαρ­τυ­ρία τοῦ Γέροντος στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή, μία μαρτυρία πού κατά τήν ταπεινή μου ἐκτίμησι ἐπιβεβαιώνει τόν τίτλο τοῦ αὐθεντικοῦ θεολό­γου καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικαλοῦμαι τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτά­του ἁγίου Κυθήρων, τήν εὐχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γεωργίου, πού τώρα χαίρεται γιά τήν σύναξί μας καί μᾶς εὐλογῆ, καί ἐπί πλέον ἐπικαλοῦμαι τήν εὐχή τοῦ σεβαστοῦ καθηγουμένου μας Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου, τοῦ νέου μας Γέροντα, μέ τίς εὐλογίες τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι σήμερα ἀνάμεσά σας, στό ὄμορφο νησί τῶν Κυθήρων.

Θά περιγράψω στήν συνέχεια τόν μακαριστό Γέροντα Γεώργιο ὡς θεο­λόγο καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μέ τήν ἔννοια τοῦ θεολόγου πού ἔχει ἐπιστημονική θεολο­γι­κή κατάρτισι, πτυχία, μεταπτυχιακά καί διδακτορι­κά -εἶχε καί τέτοιους τίτλους ὁ Γέροντας καί εἶναι εὐλογημένη καί αὐτή ἡ θεολογία, ἐφ' ὅσον ἀκολουθεῖ τήν ἁγιοπνευματική παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας-, ἀλλά θά τόν παρουσιάσω μέ τήν ἔννοια τοῦ θεολόγου πού ἐκφράζει καί διατυπώνει μέ κτιστούς ἀνθρωπίνους λόγους τίς ἄρρητες καί ἄκτιστες ἐμπειρίες τῶν θεοπτῶν ἁγίων. Διότι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἴδιος ὁ μακα­ριστός Γέροντας στό ἔργο του «Θεολογία καί ἐμπειρία κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τήν ἁγιορει­τική παράδοσι» (βλ. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσε­ως», ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 50-56), οἱ θεο­λόγοι ἐκεῖνοι πού θεολογοῦν ἐρήμην τῶν θεοπτῶν ἁγίων, δέν εἶναι θεολόγοι ἀλλά τεχνολόγοι, κατά τήν ἔκφρασι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.

Θά ἐκθέσω λοιπόν μερικά στοιχεῖα πού θά περιγράψουν σέ ἀδρές γραμ­μές τό χάρισμα τοῦ Γέροντος ὡς θεολόγου καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Τήν ἀκρίβεια τῶν λεγομένων μου θά τήν κρίνουν ἀσφαλέστερα, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὅσοι τόν ἐγνώρισαν καί τόν ἔζησαν.

Τό ἐρώτημα ὅμως πού προβάλλει εὐθύς ἀμέσως εἶναι τό ἑξῆς: Πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀναδείχθηκε θεολόγος καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας; Ποι­ές προϋποθέσεις ἐξασφάλισαν στόν Γέροντα τά δύο σπουδαῖα αὐτά χαρίσμα­τα;

1. Ἡ πρώτη θεμελιώδης προϋπόθεσις ἦταν ἡ ἀγάπη. Ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής ἅγιος Ἰωάννης «πλήρης ὤν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καί τῆς θεολογίας». Ὁ Γέροντας Γεώργιος ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς θεολογίας σέ βαθμό πού ἀναλογοῦσε στόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του.

Ἡ ἀγάπη του ἦταν διφυής: πρός τόν Χριστό καί πρός τούς ἀνθρώπους. Ἀγαποῦσε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους, τήν Ἐκκλησία. Τίποτε κοσμικό δέν ἐκινεῖτο στήν καρδιά του. Ἦταν τελείως ἀνιδιοτελής. Ἡ ὑστεροβουλία δέν ἦταν ποτέ κίνητρό του. Τόν χαρακτήριζε μία θαυμαστή καθαρότης. Παιδιόθεν ἦταν ὅλος δοσμένος στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Γιά ὅλα τά θέματα προσευχόταν. Ὅλα τά ἀνέθετε διά τῆς προσευ­χῆς στόν Χριστό, στήν Παναγία, στόν ἅγιο Νικόλαο. Γι' αὐτήν τήν πρός τόν Θεό ἀγάπη του δέν μᾶς ἔλεγε τίποτε. Τήν ἔκρυβε ἐπιμελῶς.

Τήν ἄλλη ἀγάπη του, πρός τούς ἀνθρώπους, δέν τήν ἔκρυβε. Περί αὐτῆς ὅλοι γνωρίζουν, ἀλλά μαρτυρεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας καί ἡ μαρτυρία του εἶναι καταγεγραμμένη σέ ἠχητικό ἀρχεῖο. Ἐλπίζω ὅτι θά εὑρεθῆ τό ἀρχεῖο καί ὅτι δέν θά ἀργήσει πολύ ἡ ἔκδοσις τῶν ποιμαντικῶν του λόγων καί ἀναφο­ρῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ προσωπική του μαρτυρία περί τοῦ χαρίσματος τῆς ἀγάπης. Σέ στιγμή πού ταπεινοφρονῶν ἔλεγε ἐνώπιον τῆς Ἀδελφότητος ὅτι δέν ἔχει νά μᾶς ἀφήσει ὡς παρακαταθήκη ἀσκητικά κατορθώματα, προσέ­θε­τε μέ ἔμφαση: «Ὁ Θεός ὅμως μοῦ ἔδωσε τό χάρισμα νά ἀγαπῶ. Καί αὐτό δέν εἶναι δικό μου κατόρθωμα. Ἡ ἀγάπη μοῦ βγαίνει ἔτσι, φυσικά».

Πράγματι, ἀγαποῦσε ἀληθινά, πνευματικά, χριστοκεντρικά, μέ καθαρό­τη­τα καί ἀνιδιοτέλεια. Αὐτό τό γνωρίζουν χιλιάδες ἄνθρωποι καί οἱ περί αὐτοῦ μαρτυρίες θά εἶναι ἰσάριθμες. Ἦταν λίγες ἡμέρες πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, ὅταν κάποιος πού τόν ἐπισκέφθηκε καί φίλησε ἁπλῶς τό χέρι του μοῦ εἶπε: «Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος μπόρεσε νά χωρέσει μέσα στήν καρδιά του τόσους ἀνθρώπους».

2. Δεύτερη βασική προϋπόθεσις τοῦ θεολογικοῦ του χαρίσματος ἦταν ἡ πίστις του. Ὄχι μόνον ὡς Ὀρθόδοξος πίστις, ὡς διανοητική δηλαδή ἀποδοχή τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως ὡς χάρισμα καί βίωμα ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά του. Ὁ Γέροντας ἦταν ἀπόλυτα ἀναπαυμένος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στό ὁποῖο ἐμπιστευόταν τήν ζωή του καί τά πολλά θέματα, μέ τά ὁποῖα τόν ἐπιφόρτιζε καθημερινῶς ἡ διακονία του. Δέν ἔδειχνε νά ἀναζητῇ μέ ἀγωνία καί ἄγχος ἄλλες λύσεις στά προβλήματα, παρά ἐμπιστευόταν ἐκείνη τήν λύσι πού φαι­νόταν νά εἶναι τό θέλημα Θεοῦ.

Πολύτιμο συνεργό στήν πραγματικά ἁγία αὐτή ἄσκησι τῆς πίστεως εἶχε τήν προσευχή. Προσευχόταν ἀθόρυβα, καρδια­κά, ἀληθινά. Παρά τήν πολυμέ­ρι­μνη διακονία του, πού δέν τοῦ ἄφηνε χρόνο γιά τήν συνήθη πρακτική ἐρ­γασία τῆς προσευχῆς, εἶχε βαθειά μέσα στήν ψυχή του τό θεοποιό δῶρο τῆς ἡσυχίας. Ὡς ἡγούμενος δεχόταν πρόσχαρα τούς ἀνθρώπους, ἦταν ἀπέναντί τους εὐπροσήγορος καί χαριτωμένος, ἄκουγε διαρκῶς ὑποθέσεις καί προβλή­μα­τα, συμπονοῦσε καί συνέπασχε, ἀλλά ὁ νοῦς του δέν αἰχμαλωτιζόταν ἀπό τήν τύρβη, δέν εἶχε ζάλη καί ταραχή. Γρήγορα ἐπέστρεφε στήν δική του νοε­ρά ἐργασία. Τό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἦταν εἰρηνικό, ὅπως ὁ βυθός τῆς θά­λασσας. Ἦταν στήν καρδιά του ἡσυχαστής καί ἐργάτης τῆς προσευχῆς. Στό ἔδαφος τῆς ἡσυχαστικῆς αὐτῆς προσευχῆς καλλι­ερ­γήθηκε τό χάρισμα τῆς θεολογίας, ὅπως λέγει τό πατερικό λόγιο: «Εἰ ἀλη­θῶς προσεύχῃ, θεολόγος ἦ, καί εἰ θεολόγος ἦ, ἀληθῶς προσεύξῃ».

Ἦταν ἐπίσης πιστός στήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν». Ἤθε­λε νά πιστεύῃ καί νά θεολογῇ «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ἀγαποῦσε νά μνημονεύῃ τό γνωστό ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν ... οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦ­μεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν». Ἀπό αὐτή τήν Ὀρθόδοξο πίστι δέν ἐξέκλινε ποτέ. Γι' αὐτήν ἀγωνίσθηκε σέ ὅλη του τήν ζωή. Ἦταν καί αὐτή ἡ πίστις του ἐχέγγυο τῆς ἀκραιφνοῦς θεολογίας του.

3. Τρίτη προϋπόθεσις ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη του. Δέν αὐτοσχεδίαζε. Δέν ἤθελε νά προβάλλῃ κάτι καινούργιο, ὥστε νά δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, ὀπαδούς, γραμμή, σχολή. Μνημόνευε συχνά ἕνα χαρακτηριστικό περιστατικό, στό ὁποῖο ἀντανακλᾶται καί ἡ δική του ταπείνωσις. Ἦταν ὁ Γέροντας νεαρός θεολόγος στήν Ἀθήνα, ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου μιᾶς ἐπιστολῆς, τήν ὁποία ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς εἶχε στείλει στά πνευματικά του παιδιά πού ἐσπούδαζαν τότε στήν Ἀθήνα. Ἡ ἐπιστολή περιεῖχε πνευματικές ὁδηγίες καί συμβουλές, ἀλλά στό τέλος εἶχε τήν ἑξῆς ἐπισήμανσι: «Ἐάν αὐτά πού σᾶς γράφω συμφωνοῦν μέ ὅ,τι λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, νά τά ἀκολουθήσετε. Ἄν δέν συμφωνοῦν, νά τά ἀπορρίψετε». Αὐτά ἔγραφε ὁ π. Ἰουστῖνος. Ἀλλά αὐτά τά λόγια τά ἐπανελάμβανε ὁ Γέροντας καί ὡς ἰδικά του.

Ἐνδεικτική τῆς ταπεινοφροσύνης τοῦ π. Γεωργίου εἶναι καί ἡ τακτική πού ἀκολουθοῦσε στήν συγγραφή θεολογικῶν ἄρθρων. Πάντοτε τά ἔδινε νά τά ἐλέγξῃ κάποιος ἐμβριθής καί Ὀρθοδόξου πνεύματος θεολόγος. Μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν γράφετε θεολογικά ἔργα, νά μήν ἐπαναπαύεσθε στόν λογι­σμό σας. Νά ἐρωτᾶτε κάποιον πού γνωρίζετε ὅτι ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα. Ἐγώ στήν ἀρχή τῆς θεολογικῆς μου πορείας ἔδειχνα τά κείμενά μου στόν μακαρι­στό π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Μετά τήν κοίμησί του, συμβουλευό­μουν τόν π. Παΐσιο. Καί τώρα τά δείχνω σέ θεολόγους πού ἐμπιστεύομαι τό φρόνη­μά τους. Βλέπετε ὅτι, προτοῦ δημοσιεύσω τά κείμενά μου, τά δείχνω καί σέ σᾶς. Τό ἴδιο νά κάνετε καί ἐσεῖς μετά τήν κοίμησί μου». 

4. Τετάρτη προϋπόθεσις ἦταν ἡ ἐκκλησιαστικότης τῶν κινήτρων του. Δέν θεολογοῦσε γιά νά θεολογῇ. Ἡ θεολογία του δέν ἐξυπηρετοῦσε συμφέ­ροντα, δέν ἔκρυβε ἰδιοτέλεια, καιροσκοπισμό ἤ ὑστεροβουλία. Δέν ὑπολόγιζε σέ ἰσορροπίες δυνάμεων, δέν προσεταιριζόταν ὁμάδες, δέν δημιουργοῦσε ὁμά­δες. Δέν ἔγραφε, ἐάν δέν ὑπῆρχε κάποιο ἐρέθισμα πού ἀποτελοῦσε κίν­δυνο γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Δέν βιαζόταν νά γρά­ψῃ, γιά νά προτρέξῃ. Ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου, ὅταν προέκυπτε κά­ποιο δογματικό ἤ ἐκκλησιαστικό θέμα, περίμενε νά ὁμιλήσῃ κάποια ἄλλη Μο­νή ἤ ἡ Ἱερά Κοινότης. Μόνο ὅταν ἔβλεπε ὅτι δέν ὑπῆρχε κάποια πρωτο­βουλία, τότε αὐτός ὡμιλοῦσε καί ἔγραφε. Γιά μεγάλα θέματα, πού ἀφοροῦσαν τήν πίστι, τό εὐαγγελικό ἦθος ἤ τήν τιμή τῆς Ἐκκλησίας, ἐκινεῖτο γρήγορα καί ἀποφασιστικά. Π.χ. γιά τήν ταινία τοῦ Σκορτσέζε ἤ γιά τήν δήμευσι τῆς ἐκκλη­σιαστικῆς περιουσίας τήν δεκαετία τοῦ '80. Πονοῦσε. Ἀγρυπνοῦσε. Μελετοῦσε τό ζήτημα. Τηλεφωνοῦσε σέ ἀρχιερεῖς. Ζητοῦσε τήν συμβουλή τους. Παρακα­λοῦσε γιά τήν παρέμβασί τους. Προέτρεπε θεολόγους καί ἄλλους ἁρμοδίους. Ἔδινε τήν γνώμη του. Καθοδηγοῦσε ὅποτε ἔπρεπε. Ἐνίσχυε. Γιά τήν Ἐκκλησία τά ἔδινε ὅλα. Καί τήν ἡσυχία του, καί τίς δυνάμεις του καί τήν ὑγεία του.

5. Πέμπτη καί, ὅσον τό κατ' ἐμέ, τελευταία προϋπόθεσις γιά τήν ἀπόκτησι καί ἄσκησι τοῦ χαρίσματος τῆς ἀκραιφνοῦς θεολογίας ἦταν ἡ ἀρετή τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία τόν ἐστόλιζε πλουσίως. Ἡ διάκρισίς του εἶχε δύο ἐκ­φρά­σεις. Ἡ πρώτη ἦταν ἡ κατά Θεόν εὐγένεια καί ἡ φρόνησις. Ἤξερε νά δια­κρί­νῃ τούς θεσμούς καί τά πρόσωπα ἀπό τίς ἐνέργειές τους. Κατεδίκαζε ἀπερι­φράστως τίς ἐνέργειες, ἦταν ὅμως εὐγενής πρός τά πρόσωπα καί ὅταν ἀκόμη διαφωνοῦσε ριζικά. Σεβόταν ἀπεριόριστα τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀνέ­τρε­πε τήν τάξι. Ἔλεγε: «Δέν μποροῦν τά πόδια νά χτυποῦν τό κεφάλι». Ἐννο­οῦσε ὅτι, ἄν γράφουμε, ἄν διαμαρτυρώμεθα, ἄν ἀσκοῦμε καλόπιστη κριτική, ἄν διαφωνοῦμε, πρέπει νά τό κάνουμε μέ εὐγένεια καί σεβασμό πρός τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς καί πρός τά πρόσωπα, πού τούς ὑπηρετοῦν. Ἤξερε νά λέγει εὐθαρσῶς τήν γνώμη του ἀλλά καί νά σιωπᾶ, ἐφ' ὅσον αὐτή δέν γινόταν ἀποδεκτή. Καί σέ τέτοιες περιπτώσεις, παρότι ἐστενοχωρεῖτο πολύ, ἐπειδή θά ἐζημιώνετο ἡ Ἐκκλησία, ἄφηνε τήν ἔκβασι τῆς ὑποθέσεως στόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐθλίβετο, ἀλλά κατά βάθος ἦταν εἰρηνικός.

Ἡ διάκρισίς του ὅμως εἶχε καί μία δεύτερη ἔκφρασι. Εἶχε τό χάρισμα νά διακρίνει ἀμέσως τά πνεύματα. Ἐγνώριζε πότε ἡ παρέμβασίς του ἦταν ἀναγ­καία καί πότε ὄχι, πότε συνέφερε τήν Ἐκκλησία μία ὀξεία ἀντίδρασίς του καί πότε ἔπρεπε νά ἐνεργήσει ἥπια. Ἄλλοτε ἐκινεῖτο μέ δυναμισμό, ὅπως οἱ προ­φῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί ἄλλοτε μακροθυμοῦσε. Προέβλεπε τίς συνέ­πειες τῶν ἐνεργειῶν του, ἀλλά καί τίς συνέπειες τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἄλλων. Ἔτσι ἦταν ἀπόλυτα σαφής στίς ἐκτιμήσεις του περί τοῦ πρακτέου. Δέν εἶχε παλινωδίες. Δέν χρειαζόταν νά διορθώνει ἐκ τῶν ὑστέρων τίς κινήσεις του. Ὅταν ἀποφάσιζε, αὐτό ἦταν ἡ σωστή ἐπιλογή. 

6. Σέ μία τέτοια ψυχή, στολισμένη μέ τίς κορυφαῖες τῶν ἀρετῶν, τό χάρισμα τῆς θεολογίας εὕρισκε πρόσφορο ἔδαφος γιά νά βλαστήσῃ καί νά καρποφορήσῃ. Καί ἐβλάστησε ἀπό πολύ ἐνωρίς. Ἄκουσα ἀπό ἀνθρώπους πού τόν ἔζησαν στό πανεπιστήμιο, ὅτι δέν προσέφερε ξηρές γνώσεις ἀλλά μετέ­διδε πνεῦμα ζωῆς. Ἦταν πρότυπο ἀκαδημαϊκοῦ δασκάλου. Οἱ μεταπτυχιακές σπουδές τοῦ Γέροντα στόν τομέα τῆς ποιμαντικῆς θεολογίας τόν ἔφεραν πολύ κοντά στήν καθηγητι­κή ἕδρα τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ἀλλά ἡ ἔφεσις γιά μία ἐφαρμοσμένη ποιμαντι­κή καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τήν νεολαία τόν ὡδήγησε στήν ἀπόφασι νά ἐνδυθῇ τό μοναχικό σχῆμα καί νά ἱερωθῇ. Καί αὐτά μέν γιά τήν ἱστορία.

Ὅσον ἀφορᾶ τήν θεολογία, ὁ π. Γεώργιος στοιχήθηκε στήν γραμμή τῶν ἁγίων πατέρων πού στό ἐπίκεντρο τοῦ θεολογικοῦ τους λόγου εἶχαν τήν θέ­ωσι τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ἡ θέωσις εἶναι ὁ σκοπός τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, καί περί αὐτοῦ ἐθεολόγησαν μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Συχνά ὁ Γέροντας ἐμνημόνευε τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί τό γνωστό ρητό του: «Ἐκεῖνος ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἡ ἀγαπημένη του πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἀντλοῦσε τό πλεῖστο τοῦ θεολογικοῦ ὑλικοῦ γιά τίς ὁμιλίες καί τίς συγγραφές του. Στήν σειρά τῶν Ἁγίων πού στοιχήθηκε ὁ Γέροντας ἦσαν ἐπίσης οἱ Φιλοκαλικοί πατέρες τοῦ ΙΗ' καί ΙΘ' αἰῶνος, κυρίως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, καί κατόπιν ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως καί ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Ὁ Γέροντας δέν ἀγνοοῦσε τούς ξένους θεολόγους (ρωμαιοκαθολικούς καί προτεστάντες). Τούς ἐγνώρισε μέ τίς ἀκαδημαϊκές του σπουδές. Ἔμεινε ὅμως ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἀπό τήν θεολογία τους. Μποροῦσε νά μιλήσῃ ἄνετα γι' αὐτούς, νά ζυγίσῃ τίς θεολογι­κές τους ἀπόψεις, νά τίς κρίνῃ καί νά ἐπιχειρηματολογήσῃ ἐναντίον τους. Ὅμως στήν ἐκφορά τοῦ θεολογικοῦ του λόγου δέν θά συναντοῦσε κανείς οὔτε ὀνόματα οὔτε ἀπόψεις τῶν θεολόγων αὐτῶν.

Ὁ θεολογικός λόγος τοῦ Γέροντα ἦταν γνήσια ἀποκάλυψις, ἀνάπτυξις καί διασάφησις τῆς ὁδοῦ τῆς θεώσεως. Τό μικρό σέ ἔκτασι ἀλλά κλασικό συγγραφικό του ἔργο, πού ἔχει τόν τίτλο «Ἡ θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου», εἶναι ἡ περίληψις τῆς θεολογίας του, δοσμένη μέ ἁπλό καί ἀπόλυτα κατανοητό λόγο. Οἱ ἐπιστημονικές μελέτες του γύρω ἀπό τό ἴδιο αὐτό θέμα, χωρίς νά ἔχουν συστηματικό χαρακτῆρα ἀλλά περισσότερο ποι­μαν­τική προοπτική, ἐμφανίζουν τόν Γέροντα βαθύ γνώστη τῆς παρακαταθή­κης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τέσσερις ὁμιλίες του, πού ἀναφέρονται στήν περί θεώσεως διδασκαλία τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ, δημοσιεύθηκαν ἀπό τόν ἴδιο τό ἔτος 2000 στό βιβλίο μέ τίτλο: «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, διδά­σκα­­λος τῆς θεώσεως» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000). Στόν πρόλογό του σέ αὐτή τήν ἔκδοσι ὁ Γέροντας σημειώνει μέ ἔμφασι: «Ὅ­ταν ἡ θέωσις ἀμφισβητῆται ἀπό τούς δυτικόφρονας όρθολογιστάς, ὁ μέγας Πα­λαμᾶς ὡς νέος θεολόγος καί υἱός βροντῆς σαλπίζει τήν οὐράνιο διδασκαλία καί θεολογία τῆς θεώσεως καί κατατροπώνει τούς παραχαράκτας τοῦ Εὐαγγε­λίου. Δέν θά ἠδύνατο βεβαίως νά παραδώσῃ τήν θεολογία αὐτή, ἐάν ὁ ἴδιος δέν εἶχε πάθει τήν θέωσι».

Ἐάν τολμήσω νά ἐπαναλάβω τήν τελευταία φράσι γιά τόν ἴδιο τόν Γέ­ρον­τα, δέν θά εἶμαι μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια: «Δέν θά μποροῦσε νά συγγρά­φῃ ὁ Γέροντας καί νά ποιμαίνῃ μέ προοπτική τήν θέωσι, ἐάν δέν εἶχε ὁ ἴδιος πορευθῇ τόν δρόμο τῆς θεώσεως». Χωρίς νά ἐμβαθύνω στίς λεπτομέρειες τῶν θεολογικῶν του μελετῶν, πρέπει νά τονίσω ὅτι αὐτές εἶχαν ἔντονο ποιμαντικό προσανατολισμό, ἀλλά καί ὁ ποιμαντικός του λόγος ἦταν θεμελιωμένος καί ἐκπεφρασμένος θεολογικά. Θεολογοῦσε ποιμαντικά καί ποίμαινε θεολογικά. Οἱ ἑκατοντάδες ἑορταστικές καί ποιμαντικές του ὁμιλίες, κυρίως στήν Μονή Γρη­γορίου, μαρτυροῦν τοῦ λόγου τό ἀληθές.

Προσανατολισμένος ὁ μακαριστός Γέροντας πρός τήν «οὐράνιο διδα­σκα­λία καί θεολογία τῆς θεώσεως», ἦταν πολύ φυσικό νά ἀκολουθήσει τόν μέγαν Παλαμᾶ καί στήν τιμή καί τήν εὐλάβεια πρός τήν Κυρία Θεοτόκο. Ὁ Γέροντας ἦταν ἕνας θεομητορικός θεολόγος. Τήν εὐλάβειά του πρός τήν Θεοτόκο δικαιολογοῦσε βεβαίως ἡ ἰδιότητά του ὡς ἁγιορείτου, ἀλλά, ὅπως πολλές φορές μᾶς εἶπε, ἡ Παναγία ἦταν ἡ ἐξαίρετη προστάτις του, διότι τόν εἶχε σώσει ἀπό τόν θάνατο ὅταν ἦταν μικρό παιδί καί εἶχε εἰπεῖ στήν μητέρα του ὅτι θά τόν προστατεύει πάντοτε. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωσε στό πρόσωπο τῆς Παναγίας πολλές ὁμιλίες, τίς ὁποῖες ἐξεφώνησε τόσο στήν Τράπεζα τῆς Μονῆς μας μέ τήν εὐκαιρία τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ὅσο καί προσκεκλημένος νά ὁμι­λήσῃ γιά τήν Θεομήτορα. Στήν κλασική ὁμιλία του μέ τίτλο «Ἡ Κυρία Θεο­τόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας, μέ ἀναφορά στούς ἁγίους Γρηγόριο τόν Παλα­μᾶ καί Νικόλαο Καβάσιλα» προβάλλει τόν Ὀρθόδοξο ἀνθρωπισμό, μέ κέντρο καί πρότυπο τόν Θεάνθρωπο, ἔναντι τοῦ δυτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ὁ ὁποῖος προβάλλει τόν αὐτονομημένο ἄνθρωπο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγεννήσεως.

7. Ὁ γραπτός θεολογικός του λόγος ἀγκάλιασε σημαντικές πτυχές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ κυριώτερη πτυχή τῆς διδασκαλίας του εἶναι ἡ ποιμαν­τική. Στήν μελέτη του «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας» (ἐκδ. Ἄθως, Πειραιεύς 1976), ἡ ὁποία ἦταν ὁ ὥριμος καρπός τῆς ἀκαδημαϊκῆς του σταδιοδρομίας καί τήν ὁποία ἐξέδωσε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορί­ου, ἔθεσε τίς θεολογικές βάσεις τῆς ποιμαντικῆς του προσφορᾶς στήν Ἐκκλη­σία. Στόν Πρόλογο αὐτῆς τῆς μελέτης σημειώνει: «Εἶναι ζήτημα σωτηρίας τῶν Ποιμένων καί τῶν ποιμαινομένων ἡ ἐν ἐκκλησιαστικῷ φρονήματι διαποίμαν­σις... Ὁ πειρασμός τῆς μή διά τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνον διά τοῦ ἀν­θρώ­που, σωτηρίας δέν ἔλειψε ποτέ ἀπό τήν ἀνθρωπότητα. Δι' αὐτό καί μέχρι σή­με­ρον ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξος θεανθρωποκεντρική Ποιμαντική καί ἡ κακόδοξος ἀνθρωποκεντρική Ποιμαντική ὑπό διαφόρους μορφάς, συνήθως συγκεκαλυμ­μέ­νας» (σελ. 14).

Γιά ποιμαντικά θέματα ἔγραψε καί πρό τῆς ἐγκαταβιώσεώς του στό Ἅγι­ον Ὄρος, μερικά ἀπό τά ὁποῖα συμπεριέλαβε σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο: «Θέματα Ἐκκλησιολογίας καί Ποιμαντικῆς» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1999). Μεταξύ τῶν θεμάτων, τά ὁποῖα τότε ἦσαν στήν ποιμαντική του ἐμβέλεια, ἀναφέρω: τόν τρόπο βελτιώσεως τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου, τήν ποι­μαν­τι­κή μέριμνα ὑπέρ τῶν πασχόντων, καί τόν γάμο ὡς μυστήριον ἀγάπης. Καί στά τρία θέματα εἶναι ἐμφανής ἡ χριστοκεντρική προοπτική, ἡ ἐκκλη­σια­στική διάστασις καί ἡ θεολογική θεμελίωσις τῶν προτάσεών του. Τίς ἐπ' αὐ­τῶν τῶν θεμάτων εἰσηγήσεις του περιέλαβε στήν ὡς ἄνω ἔκδοσι. Καί βεβαίως δέν πρέπει νά ξεχάσουμε τήν ποιμαντική του πρός τούς φυλακισμένους, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τό θέμα τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν φυλακισμένων» (Ἀθῆναι 1969).

Μετά τήν ἐγκατάστασί του στό Ὄρος, μέ διάφορες ἀφορμές ὡμιλοῦσε καί συνέγραφε γιά τήν Ὀρθόδοξο θεανθρωποκεντρική ποιμαντική. Σέ διεθνές ἐπιστημονικό συνέδριο γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (Πολεμικό Μουσεῖο, 13-15 Νοεμβρίου 1998) παρουσίασε εἰσήγησι μέ τίτλο: «Τό ποιμαντικόν ἔργον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», τήν ὁποία δημοσίευσε στήν σειρά τῶν τεσσάρων ὁμιλιῶν πού προανέφερα. Σέ αὐτό τό κείμενο ὁ Γέροντας Γεώργιος τονίζει τήν θεολογική βάσι τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἐκ προοιμίου, ἑρμηνεύων τόν ἅγιο Γρηγόριο, παρατηρεῖ ὁ Γέροντας: «Σπεύδω ἐξ  ἀρχῆς νά τονίσω ὅτι τό ὅλο ἔργο τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ ὑπῆρξε ποιμαντικό. Καί ὅταν συνέγραφε ἀντιαιρετικά ἔργα ἤ ἠγωνίζετο κατά τῶν αἱρετικῶν, καί ὅταν ἐκήρυττε ἤ ἐλειτουργοῦσε, πάντοτε εἶχε πρό ὀφθαλμῶν τήν ὠφέλεια καί σωτηρία τῶν Χριστιανῶν. Στήν πατερική παράδοσι δέν ὑπῆρχε, ὡς γνωστόν, διάκρισις μεταξύ ποιμαντικῆς καί θεολογίας. Ἡ θεολογία εἶχε πάντα ποιμαντικό σκοπό καί ἡ ποιμαντική ἦταν θεολογικά θεμελιωμένη» (σελ. 67-68). Στήν πρώ­τη ἑνότητα αὐτῆς τῆς εἰσηγήσεως ὁ π. Γεώργιος σχολιάζει ὡς πρώτιστο ποιμαντικό καθῆκον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τήν ἀντιμετώπισι τῶν αἱρέσεων (τότε τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου τῶν ἀντιησυχαστῶν) μέ τήν ἑξῆς ἐπισή­μανσι: «Στήν περίπτωσι πού θά ἐπικρατοῦσε ἡ αἵρεσις τοῦ Βαρλαάμ, ἡ Ἐκκλη­σία θά ἐξέπιπτε ἀπό κοινωνία θεώσεως σέ θρησκευτική νομικιστική ὀργάνωσι καί ἡ ποιμαντική τῆς θεώσεως θά ἀντικαθίστατο ἀπό τήν ποιμαντική τῆς ἠθι­κῆς βελτιώσεως μέ τήν βοήθεια τῆς κτιστῆς χάριτος» (σελ. 71). Σημειώνω μέ ἔμφασι ὅτι ὁ Γέροντας τό εἶχε καημό: νά ζοῦμε τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως.

8. Ἡ δεύτερη πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τήν ὁποία ἀγκάλιασε ὁ Γέροντας μέ τόν θεολογικό του λόγο, ἦταν ὁ Μοναχισμός. Ὁ Μοναχισμός, καί μάλιστα ὁ Ἁγιορειτικός, ἦταν τό ἀγαπημένο θέμα τοῦ Γέροντος Γεωργίου, τόσο στό ὁμιλητικό ὅσο καί στό συγγραφικό του ἔργο, ἐφ' ὅσον ἄλλωστε ἀφιέρωσε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ δυναμισμοῦ του στήν καλλιέργεια καί κατόπιν τήν στήριξι τόσο τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ ὡς ἡγούμενος τῆς Μο­νῆς Γρηγορίου ὅσο κατόπιν καί τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ ὡς Πνευματικός ἀρκετῶν Ἱ. Μονῶν, καί μάλιστα μεγάλων κοινοβίων.

Στήν διατριβή του «Ἡ Ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας» ἀφιερώνει εἰδικό κεφάλαιο γιά νά θεμελιώσῃ τόν θεσμό τοῦ Μοναχισμοῦ στίς στέρεες θεολογικές βάσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν Κανονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ὥστε ὁ Μοναχισμός νά εἶναι ἀσφαλής ὁδός «τελειοῦσα τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί ἄγουσα πρός τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», ὅπως προοιμιακῶς γράφει στήν ἀρχή τοῦ οἰκείου κεφαλαίου.

Τό 1990 συνέταξε εἰσήγησι μέ τίτλο: «Ἡ περί Μοναχισμοῦ διδασκαλία τῶν ἁγίων ἱεραρχῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Νεκταρίου Πενταπόλεως, τῶν θαυματουργῶν», ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη στό Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο στά Μετέωρα τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1990. Σέ αὐτή τήν εἰσήγησι ἐτόνισε τήν τεράστια συμβολή τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στήν ἄνθισι τοῦ Μοναχισμοῦ στήν νεωτέρα Ἑλλάδα, παρά τίς ἰσχυρές ἀρνητικές ἐπιδράσεις τοῦ ἐκκοσμι­κευμένου καί δυτικόφρονος περιβάλλοντος.

Τό 1997 ἐκφωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, σέ ἡμερίδα τῆς ἱ. Μητροπόλεως Βεροίας καί Ναούσης, εἰσήγησι μέ τίτλο: «Ἡ μοναχική ζωή κατά τόν Ἁγιο­ρειτικό Τόμο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» (βλ. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Πα­λαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσε­ως», ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 91-104). Σέ αὐτή τήν εἰσήγησι ἐξετά­ζεται καί ἑρμηνεύεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Τόμου. Σύμφωνα μέ αὐ­τήν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας μετέχουν οἱ θεούμενοι καί γιά τήν ἀπόκτησι τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται οἱ Μοναχοί καί ἐν γένει οἱ Χριστιανοί, εἶναι ἄκτιστος θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Τρια­δι­κοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀντιφέρονται σέ αὐτή τήν ἀπο­στολική καί πατερική πίστι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Μάλιστα ὁ Γέροντας, γιά νά τονίσῃ ὅτι ἐκτός Ὀρθοδό­ξου θεολογίας καί Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά σταθῇ θεοποιοῦσα μοναχική ζωή, κάνει τίς ἀκόλουθες ἐρωτήσεις: «Ἐάν ἡ Χάρις εἶναι κτιστή, πῶς θά θεωθῆ ὁ κτιστός ἄνθρωπος; Καί πῶς ἡ πνευματική καί μονα­χι­κή ζωή δέν θά ἐκπέση σέ μία ἠθική γυμναστική, σέ μία ἀνθρωποκεντρική δράσι;» (σελ. 96).

Τό 1998 συντάσσει εἰσήγησι γιά τό Μοναστικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας (3-5 Ἰουλίου 1998) μέ θέμα «Τά χαρακτηριστικά τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ». Τό ἴδιο ἔτος ἑτοιμάζει ἄλλη εἰσή­γησι, γιά τό Μοναστικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεγάρων καί Σαλα­μῖνος, μέ θέμα «Ἡ ὑποδοχή καί ἡ ἐν ἀγάπῃ ἀφομοίωσις ὑπό τῆς Ἀδελ­φότητος τοῦ προσερχομένου δοκίμου». Καί, γιά νά μή μακρύνω τόν κατάλογο τῶν εἰσηγήσεων καί σᾶς κουράσω, τό ἔτος 2000 συντάσσει εἰσήγησι μέ θέμα «Μοναχισμός καί θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός» καί τήν ἀναγινώσκει στό Πανελ­λήνιο Μοναστικό Συνέδριο στά Μετέωρα τόν Σεπτέμβριο τοῦ αὐτοῦ ἔτους.

Μέ εἰσηγήσεις του σέ συνέδρια καί μέ ἄρθρα ἀνέπτυξε τόν λατρευτικό, τόν ἡσυχαστικό καί τόν ὁμολογιακό χαρακτῆρα τοῦ ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ. Μνημονεύω τήν εἰσήγησί του «Ἡ θεία λατρεία στό Ἅγιον Ὄρος (τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της)» γιά τό Ἐπιστημονικό Συμπόσιο «Χριστιανική Θεσσαλο­νίκη-Παλαιολόγειος ἐποχή» τό ἔτος 1989, τίς εἰσηγήσεις του σέ συνέδρια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης μέ τίτλους «Ὁ Μοναχισμός κατά τόν ἅγιο Συμεών ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης» (τό 1983) καί «Ἡ παρθενία εἰς τήν ζωήν τοῦ ἁγίου Δημητρίου κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν» (τό 1980), τίς ὁποῖες δημοσίευσε σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο «Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, 1998), καί τό ἄρθρο του «Ὁ νηπτικός καί ἡσυχαστικός χαρακτήρ τοῦ Ὀρθοδόξου ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ» (γιά τόν τόμο «Τό Ἅγιον Ὄρος στήν τρίτη χιλιετία», ἔκδ. τῆς Ἑταιρείας τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ, Ἀθήνα 2003).

Στά συνέδρια ἀγωνίσθηκε γιά τήν προβολή τῶν ἁγιοπνευματικῶν, ἡσυχαστικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν βάσεων τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ συμμετοχή του στά συνέδρια περιορίσθηκε, λόγῳ τῶν προβλημάτων τῆς ὑγείας του, ὁ Γέροντας ἐκδαπανήθηκε ἐπί μία σχεδόν δεκαετία (ἀπό τό 2001 καί ἑξῆς) στήν στήριξι τοῦ γυναικείου Μοναχισμοῦ μέ τίς ποιμαντικές ἐπισκέψεις του στίς Ἱερές Μονές, στίς ὁποῖες μέ τήν εὐλογία τῶν οἰκείων Μη­τροπολιτῶν διετέλεσε Πνευματικός. Αὐτό τό μεγάλο κεφάλαιο τῆς ποιμαντικῆς του δραστηριότητος θά ἀναδειχθῇ πιστεύω μέ τήν ἀξιοποίησι τῶν ποιμαντι­κῶν του ὁμιλιῶν σέ αὐτές του τίς περιοδεῖες. 

9. Τρίτη καί ἀξιόλογη πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, στήν ὁποία ἀφιέρωσε ἀρκετές δυνάμεις καί πλούσιο ἁγιοπατερικό θεολογικό λόγο, εἶναι ἡ διακονία τοῦ πιστοῦ λαοῦ μετά ἀπό πρόσκλησι τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔχοντας τήν εὐλογία τους περιῆλθε τίς περισσότερες πόλεις τῆς Ἑλλάδος καί ἐξεφώνησε περίφημες ὁμιλίες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πλέον γνωστή εἶναι ἐκείνη πού δημοσιεύθηκε κατόπιν μέ τίτλο «Ἡ θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου» ὡς ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου. Στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπί Μητροπολίτου Παντελεήμονος Χρυσοφάκη, ὁ Γέροντας ὡμίλησε γιά σπουδαῖα ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού ἀμέσως καί κυρίως ἅπτονται τῆς περί θεώσεως διδασκαλίας. Μνημονεύω μερικές ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες του: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή κατά τόν ἅγιο Φιλόθεο τόν Κόκκινο, πατριάρχη Κων/πόλεως» (Ε' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1983), «Τά κτιστά φῶτα τοῦ κόσμου καί τό ἄκτι­στο φῶς τοῦ Χριστοῦ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ» (Β' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1984), «Τό ἔργο τῶν ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου καί τό μήνυμά τους πρός τούς συγχρόνους Ὀρθοδόξους λαούς» (Γ' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1985), «Ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων» (Γ' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1986), «Ἡ ἄπειρος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον» (Μεγ. Τεσσαρακοστή 1997).

10. Τετάρτη καί πιό σημαντική πτυχή τῆς θεολογικῆς προσφορᾶς τοῦ Γέροντος ἦταν ἡ προστασία τοῦ πιστοῦ λαοῦ μας ἀπό στρεβλώσεις καί παρα­χαράξεις τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἡ Ἐκκλησία βεβαίως δέν θά παύσει νά εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας ὅμως ἐπηρεάζεται δυστυχῶς ἀπό καινοφανεῖς θεωρίες, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, τῶν ἀδελ­φῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν δύο πνευμόνων, τίς ὁποῖες ἐκλαϊκεύουν καί προβάλ­λουν μέ ποικίλους ἐπικοινωνιακούς τρόπους φιλελεύθεροι θεολόγοι. Ἡ πίστις τοῦ λαοῦ μας κινδυνεύει καί ἀπό θεολογικές ἀκροβασίες, ὅπως ὅτι εἶναι διδα­σκαλία τοῦ ἁγίου Φωτίου (Φωτιανή παράδοσις) πώς οἱ περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντίθετες διδασκαλίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Λατίνων εἶναι νόμιμοι τρόποι προσεγγίσεως τῆς μιᾶς ἀληθείας. Ὑποσκάπτεται τέλος ἡ Ὀρθόδοξος δογματική συνείδησις τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀπό έκκοσμι­κευ­μένες νοοτροπίες, ὅπως ὅτι οἱ δογματικές ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος πρέπει νά ξεπερασθοῦν μέ τόν διάλογο τῆς ἀγάπης. Μέ τήν ἐπικράτησι τέτοιων ἀπόψεων, πού συστηματικά προβάλλονται καί μεθοδικά καλλιεργοῦνται, ὁ πι­στός λαός μας κινδυνεύει νά ἐκπέσῃ ἀπό τήν ἀκεραιότητα τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως καί ἀπό τήν ἐκκλησιολογική του αὐτοσυνειδησία.

Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀγωνία τοῦ Γέροντα. Τό σημειώνει χαρακτηριστικά: «Παρεκκλίσεις δέ εἰς τήν πίστιν δέν ἀλλοιώνουν τήν θεολογίαν μόνον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διαστρέφουν καί αὐτήν τήν πνευματικήν καί ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί δι' αὐτό θέτουν εἰς ἄμεσον κίνδυνον τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου» (Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός..., σελ. 86). Συνέταξε πραγματεῖες, γιά νά ἐξηγήσῃ τήν διαφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό τίς ἑτερόδοξες ἐκκλησίες καί χριστιανικές Ὁμολογίες, καθώς καί τήν τεραστία ἀπόστασι πού χωρίζει τόν Ὀρθόδοξο θεανθρωποκεντρικό ἀνθρωπισμό ἀπό τόν δυτικό ἀνθρωποκεντρικό οὐμανισμό. Τό θεολογικό του ἔργο πρός τήν κατεύθυνσι αὐτή εἶναι τεράστιο, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νά τό ἐκθέσω λεπτομερῶς. Θά ἑστιάσω ὅμως στά σπουδαιότερα σημεῖα τῆς θεολογικῆς του παρεμβάσεως στό μεγάλο αὐτό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία, προκειμένου νά σκιαγραφήσω τήν θεολογική του μορφή. 

11. Ὁ Γέροντας εἶχε κατανοήσει ὅτι οἱ θεολογικές διαφορές μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί δυτικῆς χριστιανοσύνης δέν μποροῦν νά ξεπερασθοῦν, ἐνόσῳ ὑφίσταται ὁ ἀνθρωποκεντρικός οὐμανισμός τῆς Δύσεως, ἐφ' ὅσον δηλαδή ἔχει ἐξωβελισθῆ ὁ Θεάνθρωπος καί τήν θέσι Του ἔχει καταλάβει ὁ αὐτόνομος καί ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὐμα­νισμοῦ. Γι' αὐτό τό 1978 δημοσιεύει τό τευχίδιο «Ὀρθόδοξος Παράδοσις καί Παπισμός» καί τό 1982 ἐκδίδει τό τεῦχος «Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός», τά ὁποῖα συνεκδίδει τό 1995 σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο «Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός - Ὀρθοδοξία καί Παπισμός» μέ τήν ἑξῆς σημαντική προλογική παρατήρησι: «Δυστυχῶς οὔτε ὁ ἀνθρωποκεντρικός οὐμανισμός οὔτε ὁ παπισμός πού εἶναι μορφή θρησκευτικοῦ οὐμανισμοῦ, ἔπαυσαν νά ἀπειλοῦν τόν Ὀρθόδοξο λαό μας, ὅπως καί ὅλους τούς ὀρθοδόξους λαούς ... Θεωρῶ ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη τήν ἐπανέκδοσι τῆς β' μελέτης περί παπισμοῦ, μετά τήν κοινή συμφωνία Ὀρθο­δόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν στό Balamand τοῦ Λιβάνου ... Σύμφωνα μέ τή δήλωσι αὐτή ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός ἀναγνωρίζεται ὡς ἰσότιμος Ἐκκλησία μέ τήν καθ' ἡμᾶς Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξο Καθολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στή διδασκαλία, στήν πίστι, στά μυστήρια, στήν ἀποστολική διαδοχή».

Ἐφ' ὅσον ὡμιλοῦμε περί τῆς συμφωνίας τοῦ Balamand, ἀξίζει νά ποῦμε χάριν τῆς ἱστορίας ὅτι τό κείμενο-ἐπιστολή πού ἀπέστειλε ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατά τῆς ἀπαραδέκτου αὐτῆς συμφωνίας ἦταν γέννημα τῆς θεολογικῆς γραφίδος τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.

Μετά τήν προαναφερθεῖσα ἐκκλησιολογική ἐξίσωσι Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σί­ας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ (1993), πού στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ἔκπτωσι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστι, καί τό ναυάγιο τῶν συζητήσεων γιά τήν ἐπίλυσι τοῦ ἀκανθώδους προβλήματος τῆς Οὐνίας (2000), τό σύστημα τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἔφερε στήν ἀτζέντα τῶν θεολογικῶν συζητήσεων τό πρόβλημα τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα. Ὁ Γέροντας ἔλαβε ἐπίσης σαφῆ θέσι γιά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007), μέ τό ὁποῖο ὁ Πάπας τείνει νά ἀναγνωρισθῇ κανονικός ἐπίσκοπος τῆς (ὀρθοδοξούσης, βάσει Κειμένου Balamand) ἐκκλησί­ας τῆς Ρώμης μέ τά προνόμια πού τοῦ ἐξασφαλίζει δῆθεν ἡ πρωτοκαθεδρία του κατά τήν πρώτη χιλιετία στίς Οἰκουμενικές συνόδους, τό ὁποῖο μεθερμη­νευόμενο σημαίνει τό γνωστό παπικό πρωτεῖο παγκοσμίου δικαιοδοσίας. Ἡ θέσις τοῦ Γέροντος συμπυκνώνεται στό ἀπόσπασμα πού παραθέτω: «ἡ συμ­φω­νία τῆς Ραβέννας περί συνοδικότητος καί αὐθεντίας δέν πληροῖ τά Ὀρθό­δοξα ἐκκλησιολογικά κριτή­ρια, ὥστε νά ἀποτελέσῃ ἀσφαλῆ βάσιν περαιτέρω συζητήσεως περί τοῦ παπι­κοῦ πρωτείου. Ἐν τούτοις, ἄν ἀκολουθήσῃ συζή­τησις περί τοῦ πῶς ἑρμη­νεύ­θη­κε τό παπικό Πρω­τεῖο κατά τήν δευτέρα χιλιετία καί ἀπό τίς Α' καί Β' Βατι­κά­νει­ες Συνόδους, αὐ­τή ὀφείλει νά γίνῃ ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων ἀντι­προσ­ώ­πων μέ γνώμονα τήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ὄχι τήν συμβιβαστική νο­ο­τροπία τῶν και­ρῶν ἤ τήν ἡγεμονική διά­θεσι τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ ἀναγνώρισις κάποιου ἀπό τά ἀνωτέρω ‘‘προνόμια'' τοῦ Πάπα ἤ ἡ συμφωνία σέ κάποιο πα­ρό­μοιο, πού ἀντίκειται στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία, ἀναμφί­βο­λα σημαί­νει οὐ­νιτική ἕνωσι, μέ τήν ὁποία δέν θά συμφωνήσουμε».

12. Ἡ ἄλλη μεγάλη παραφυάς τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ Προτε­σταντισμός, σύρει ὀπίσω αὐτοῦ τούς Ὀρθοδόξους θεολόγους πού πιστεύουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία μέ τήν ἀποκλειστικότητά της (exclusiveness) δέν συμβάλλει στήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι μέ ποικίλους τρόπους μεθοδεύεται ἡ περίφημη «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ» (unity in diversity), ἀποκύημα καί αὐτό τῆς προτεσταντικῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας (comprehen­siveness), κατά τήν ὁποία ὅλες οἱ χριστιανικές παραφυάδες (ἄρα, κατ' αὐτήν, καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες), κατέχουν μέρος τῆς ἀποκαλυφθεί­σης Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καί ὀφείλουν νά τό συνεισφέρουν στό κοινό ὄραμα τῆς ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ.

Ὁ Γέροντας, πέραν τῶν πολλῶν κατά καιρούς ἄρθρων του κατά τῆς προτεσταντικῆς αὐτῆς νοοτροπίας, ἔχει δώσει τήν θεολογική του ἀπάντησι στούς Ὀρθοδόξους ὑποστηρικτάς ἤ ἀκολούθους της καί μέ τό πολυσέλιδο Ὑπόμνημα τῆς ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους, τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ κύριος συντάκτης. Σέ αὐτό τό Ὑπόμνημνα συμπε­ραίνει καταληκτικῶς: «Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν κερδίζουμε τίποτε ἀπό τήν συμμετο­χή μας στό Π.Σ.Ε. Ἀντίθετα, ἀποκομίζουμε ζημία καί φθορά. Ἡ ἀποστολή μας, νά κηρύξουμε τό μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τούς ἑτεροδόξους, δέν εὐο­δώνεται, ἐπειδή οἱ Προτεστάντες στό Π.Σ.Ε. δέν προσανατολίζονται πρός ἀποδοχή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά πρός συνύπαρξι μαζί της στό ἐπιδιωκόμενο μόρφωμα τῶν πλήρως ἀλληλοαναγνωριζομένων ἐκκλησι­ῶν. Ὁ προσανατολι­σμός τους αὐτός εἶναι σύμφωνος μέ τήν ἐκκλησιο­λογία τους. Οἱ Ὀρθόδοξοι ὅμως δέν μποροῦμε νά συμμετέχουμε σέ ἕνα Ὀργανισμό (τό Π.Σ.Ε.), τοῦ ὁποίου ἡ σύστασις, ἡ δομή καί ἡ λειτουργία βασίζονται στήν προτεσταντική ἐκκλησιολογία, χωρίς ἡ συμμετοχή μας νά σημαίνῃ παραίτησι ἀπό τήν ἐκκλησιολογία μας» (σελ. 52). 

13. Ὁ καταλυτικός ρόλος τῆς θεολογικῆς παρεμβάσεως τοῦ Γέροντος φάνηκε σαφέστερα ἀπό κάθε ἄλλη περίπτωσι στήν κατάληξι πού εἶχε ὁ θεο­λογικός διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μετά ἀπό πολύ καλή μελέτη ὅλων τῶν φάσεων τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ διαλόγου καί τῶν δεδο­μένων πού προέκυψαν ἀπό αὐτόν, ὁ π. Γεώργιος συνεπέρανε ὅτι ἡ ἐπιχει­ρηθεῖσα ἕνωσις Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων δέν εἶναι ἑνότης πού βασί­ζεται στήν Ὀρθόδοξο Χριστολογία, ἀλλά στόν χριστολογικό συμβιβασμό πού ἐκφράζουν οἱ λεγόμενες Κοινές Δηλώσεις τῶν ἐτῶν 1989 καί 1990. Ὁ διάλογος αὐτός, παρότι ἀπό ὡρισμένους θεολόγους καί ὡρισμένες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες θεωρήθηκε ὡλοκληρωμένος, ὥστε προετάθη κοινό συλλείτουργο στήν Κων/πολι καί στήν Ἀλεξάνδρεια, γιά τόν Γέροντα δέν ὡλοκληρώθηκε ἀκόμη ἀλλά ὀφείλει νά ἐπαναληφθῇ ὑπό Ὀρθόδοξες πλέον προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες θά ἐξασφαλίσουν ἑνότητα ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Χριστολογίας. Ἡ ἔκδο­σις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπό τόν τίτλο «Παρατηρήσεις περί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων» (1996), ἡ ἔκδο­σις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου μέ τίτλο «Εἶναι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι Ὀρ­θόδοξοι;» (1995), καί μερικά ἀκόμη μεταγενέστερα ἄρθρα καί βιβλία, ὅπως «Ἡ ‘‘ἰδεολογική'' Ὀρθοδοξία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων» (2005), ὑπῆρξαν καρπός τῆς θεολογικῆς προσφορᾶς τοῦ Γέροντος σέ αὐτόν τόν τομέα τοῦ ἐνδο-ορθοδόξου διαλόγου περί τῆς δῆθεν agioritikesmnimes
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ