2015-09-20 14:32:05
Φωτογραφία για Η Ελλάδα του Κωστή Παλαμά...
Γύριζε

«Γύριζε, μὴ σταθῇς ποτέ, ρίξε μας πέτρα μαύρη,

ὁ ψεύτης εἴδωλο εἶν᾿ ἐδῶ, τὸ προσκυνᾷ ἡ πλεμπάγια,

ἡ Ἀλήθεια τόπο νὰ σταθῇ μιὰ σπιθαμὴ δὲ θἄβρῃ.

Ἀλάργα. Μόρα τῆς ψυχῆς τῆς χώρας τὰ μουράγια.

Ἀπὸ θαμποὺς ντερβίσηδες καὶ στέρφους μανταρίνους

κι ἀπὸ τοὺς χαλκοπράσινους ἡ Πολιτεία πατιέται.

Χαρὰ στοὺς χασομέρηδες! Χαρὰ στοὺς ἀρλεκίνους!

Σκλάβος ξανάσκυψε ὁ ρωμιὸς καὶ δασκαλοκρατιέται.

Δὲν ἔχεις, Ὄλυμπε, θεούς, μηδὲ λεβέντες ἡ Ὄσσα,

ραγιάδες ἔχεις, μάννα γῆ, σκυφτοὺς γιὰ τὸ χαράτσι,

κούφιοι καὶ ὀκνοὶ καταφρονοῦν τὴ θεία τραχιά σου γλώσσα,

τῶν Εὐρωπαίων περιγελᾷ καὶ τῶν ἀρχαίων παλιάτσοι.

Καὶ δημοκόποι Κλέωνες καὶ λογοκόποι Ζωίλοι,

καὶ Μαμμωνᾶδες βάρβαροι, καὶ χαῦνοι λεβαντίνοι.

λύκοι, ὦ κοπάδια, οἱ πιστικοὶ καὶ ψωριασμένοι οἱ σκύλοι


κι οἱ χαροκόποι ἀδιάντροποι καὶ πόρνη ἡ Ρωμιοσύνη!»

Ὕμνος τῶν Αἰώνων

Μητέρα μας πολύπαθη, ὦ ἀθάνατη,

δὲν εἶναι μόνο σου στολίδι οἱ Παρθενῶνες·

τοῦ συντριμμοῦ σου τὰ σπαθιὰ στὰ κάμανε

φυλαχτὰ καὶ στεφάνια σου οἱ αἰῶνες.

Καὶ οἱ πέτρες ποὺ τὶς ἔστησε στὸ χῶμα σου

τὸ νικηφόρο χέρι τοῦ Ῥωμαίου,

κ᾿ ἡ σταυροθόλωτη ἐκκλησιὰ ἀπὸ τὸ Βυζάντιο,

στὸν τόπο τοῦ πολύστυλου ναοῦ τοῦ ἀρχαίου,

Κι αὐτὸ τὸ κάστρο ποὺ μουγγρίζει μέσα του

τῆς Βενετιᾶς ἀκόμη τὸ λιοντάρι,

κι ὁ μιναρὲς ποὺ στέκει, τῆς ὁλόμαυρης

καὶ τῆς πικρότατης σκλαβιᾶς ἀπομεινάρι,

Καὶ τοῦ Σλάβου τὸ διάβα ἀντιλαλούμενο

στ᾿ ὄνομα ποὺ μᾶς ἔρχεται στὸ στόμα

-μὲ τὸ γάλα τῆς μάννας ποὺ βυζάξαμε-

σὰν ξένη ἀνθοβολιὰ στὸ ντόπιο χῶμα,

Ὅλα ἕνα νύφης φόρεμα σοῦ ὑφαίνουνε,

σοῦ πρέπουνε, ὦ βασίλισσα, σὰ στέμμα,

στὴν ὀμορφάδα σου ὀμορφιὰ ἀπιθώσανε

κ᾿ εἶναι σὰ σπλάχνα ἀπ᾿ τὸ δικό σου τὸ αἷμα.

Ὦ τίμια φυλαχτά, στολίδια ἀταίριαστα,

ὦ διαβατάρικα, ἀπὸ σᾶς πλάθετ᾿ αἰώνια,

κόσμος ἀπὸ παλιὰ κοσμοσυντρίμματα,

ἡ νέα τρανὴ Πατρίδα ἡ παναρμόνια!

«Σατυρικὰ γυμνάσματα», δεύτερη σειρά

1.

Στ᾿ ἀκάθαρτα κυλῆστε μας τοῦ βούρκου,

καὶ πιὸ βαθιά. Πατῆστε μας μὲ κάτι

κι ἀπὸ τὸ πόδι πιὸ σκληρό του Τούρκου.

Διαβασμένοι, ντοτόροι, σπιρουνάτοι,

ρασοφόροι, δασκάλοι, ρουσφετλῆδες,

οἰκοπεδοφαγάδες, ἀβοκᾶτοι,

κομματάρχηδες καὶ κοτζαμπασῆδες,

καὶ τῆς γραμματικῆς οἱ μανταρίνοι

καὶ τῆς πολιτικῆς οἱ φασουλῆδες,

ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι!

-Ἀμάν! Ἀγά, στὰ πόδια σου! ἄκου! στάσου!

Βυζαντινοὶ — Γασμοῦλοι — Λεβαντίνοι.

Ρωμαίικο, νά! Μὲ γειά σου, μὲ χαρά σου.

μέρος β´

Οἱ βωμοὶ συντριμμένοι καὶ σβησμένα

τὰ πολυκάντηλα ὅλα τῆς λατρείας.

Οὔτ᾿ ἡ Ἀθηνᾶ, πολεμικὴ παρθένα,

καὶ μήτε ἡ εὐλογία τῆς Παναγιᾶς.

Σ᾿ ἀρχαῖα καὶ νέα, παλάτια καὶ ρημάδια

τ᾿ ἄδειο παντοῦ· τὸ κρύο τῆς ἀθεΐας.

Σὰν ἀγριμιῶν καὶ σὰν ἀρνιῶν κοπάδια

ζοῦν οἱ ζωές, τρῶν, τρώγονται καὶ πᾶνε.

Κι ἀπάνου ἀπ᾿ ὅλα τῶν θεῶν τὰ βράδια

ὑπέρθεα ξωτικὰ φεγγοβολᾶνε

μακριὰ ἀπὸ μᾶς Ἰδέα καὶ Ἐπιστήμη.

Βάρβαροι σὲ ναοὺς τὶς προσκυνᾶνε.

Τ᾿ ἄτι σου ἀκόμα μᾶς πατᾷ, Μπραΐμη!

4

Σκύλος κοκκαλογλύφτης φέρνει γύρα

κράκ! τάκ! τῆς γειτονιᾶς τοὺς τενεκέδες.

Ὁ ποσαπαίρνης μὲ τὸ θεσιθήρα

γιὰ τὴν πατρὶς καυγᾶ στοὺς καφενέδες.

Οἱ γάτοι λυγεροὶ στὰ κεραμίδια

ταιριάζουν ἐρωτόπαθους γιαρέδες.

Φαγοπότι, ξαπλωταριό, τὰ ἴδια.

Τὰ θέατρα, τὶς ταβέρνες, τὰ πορνεῖα,

φάμπρικες, μπάνκες, σπίτια, ἀποκαΐδια,

τ᾿ ἀνταμώνει ἀττικώτατη ἁρμονία.

Καὶ κοιμισμένη στὰ ὄνειρά της βλέπει

μουρλὴ γλωσσοκοπάνα Πολιτεία

τὸν Περικλῆ. Μὰ ὁ Χασεκὴς τῆς πρέπει.

Ὁ γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,

ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.

Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.

Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.

Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,

πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.

ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·

τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης

καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι

τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.

Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,

κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,

καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,

παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.

Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια

ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.

Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει

τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι

δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει

τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει

Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,

καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.

Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι

καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,

καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,

καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;

Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε

γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Ὁ ἑλληνικὸς ὕμνος

Mistral (βραβεῖο Νόμπελ λογοτεχνίας 1904)

μετάφραση: Κωνσταντῖνος Παλαμᾶς

Μὲ τὴν αὐγὴ καὶ ἡ θάλασσα μενεξεδένια

λάμπει, καὶ μὲ τὸ φῶς τὰ πάντα ξανανιώνουν.

Νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, νὰ τὸ χελιδόνι

στὸν Παρθενώνα ξαναχτίζει τὴ φωλιά του!

Πανίερη Ἀθηνᾶ, τίναξε τὸ πουλί σου

στ᾿ ἀμπέλια μας ἀπάνω τὰ σαρακωμένα.

Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Ἀγάλια ἀγάλια ἀποχρυσώνεται τὸ κύμα,

νὰ ἡ ἄνοιξη γυρίζει, μέσ᾿ στὰ κορφοβούνια

τοῦ Προμηθέα τὰ σπλάχνα σκίζοντας ἕνα ὄρνιο

μεγάλο, ἀσάλευτο ξανοίγεται μακριάθε

γιὰ νὰ διώξεις τὸ μαῦρο γύπα ποὺ σὲ τρώει,

ἁρμάτωσέ μας, νέε νησιώτη, τὸ καράβι.

Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τ᾿ ἀνάκρασμα τ᾿ ἀκοῦτε τῆς ἀρχαίας Πυθείας;

«Νίκη στῶν ἡμιθέων τ᾿ ἀγγόνια!» Ἀπὸ τὴν Ἴδη

ὡς τῆς Νικαίας τ᾿ ἀκρογιάλια ξανανθίζουν

αἰώνιες οἱ ἐλιές. Μὲ τ᾿ ἄρματα στὰ χέρια

ἐμπρός! Τὰ ὕψη τῶν βουνῶν ἂς τ᾿ ἀνεβοῦμε,

τοὺς Σαλαμίνικους ἀντίλαλους ξυπνώντας!

Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Κ᾿ ἔλα, ἑτοιμάστε τὰ λευκὰ φορέματά σας,

ἀρραβωνιαστικές, γιὰ νὰ στεφανωθῆτε

στὸ γυρισμὸ τοὺς ἀκριβούς σας μέσ᾿ στὸ λόγγο

γι᾿ αὐτοὺς ποὺ σᾶς γλυτώσανε κόφτε τὴ δάφνη.

Ἀγνάντια στὴ σκυφτὴ καὶ ντροπιασμένη Εὐρώπη,

ἂς πιοῦμε ξέχειλη τὴ δόξα παλληκάρια.

Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Ὅ,τι ἔγινε μπορεῖ νὰ ξαναγίνει, ἀδέρφια!

Στῶν πυρωμένων τούτων βράχων τὴν λαμπάδα

μὲ σάρκα θεία μπόρεσ᾿ ὁ ἄνθρωπος νὰ νοιώσῃ

τὸ φωτερώτερο κι ἀπ᾿ ὅλα τὰ ὄνειρά του.

Κι ἡ χριστιανὴ ψυχὴ βωβὴ ἐκεῖ πέρα θὰ εἶναι;

Κ᾿ ἐμεῖς ἑνὸς κορμιοῦ ξερόκλαδα ἐκεῖ πέρα;

Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τὸ Μαραθώνιο πεζοδρόμο ἀκολουθώντας

κι ἂν πέσουμε, τὸ χρέος μας ἔχουμε κάμει!

Καὶ μὲ τὸ αἷμα τοῦ προγόνου μας Λεωνίδα

τὸ αἷμα μας, θριάμβων αἷμα, ταιριασμένο,

θὰ πορφυρώσει τὸν καρπὸ τὸν κοραλλένιο

καὶ τὸ σταφύλι τὸ κρεμάμενο στὸ κλῆμα.

Κι ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.

Τῆς ἱστορίας μας φέγγουν τρεῖς χιλιάδες χρόνια,

Ὀρθοί! Καὶ πρόβαλε ἀπὸ τώρα τὸ παλάτι

στὸν τόπο ἐκεῖ ποὺ λύθηκαν τὰ κακὰ μάγια,

κι ὁ φοίνικας ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴ στάχτη.

Στὶς ἀμμουδιὲς τῆς Μέκκας διῶξέ το ἥλιε,

τὸ μισοφέγγαρο μακριὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανό μας...

Ἂν πρέπει νὰ πεθάνουμε γιὰ τὴν Ἑλλάδα,

θεία εἶν᾿ ἡ δάφνη! Μία φορὰ κανεὶς πεθαίνει.
Πηγή
Tromaktiko
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ