2018-07-01 14:10:48
Φωτογραφία για Δελτία ταυτότητας με ιστορία
«Και μόνο το γεγονός ότι τα δελτία ταυτότητας εκδίδονταν από τις αστυνομικές αρχές υποδήλωνε την εξάρτηση και τη συμπίεση του πολίτη»

Γιάννης Σκουλαρίκης, πρώτος υπουργός Δημ. Τάξης του ΠΑΣΟΚ (9/4/1985)

Μετά το αποτυχημένο ριμέικ των μακεδονικών συλλαλητηρίων του 1992, λέτε να ξαναδούμε ως φάρσα και την επανάληψη των ελληνορθόδοξων λαοσυνάξεων του 2000;

Οπως γράφτηκε προ ημερών στις εφημερίδες, η Εστία Πατερικών Μελετών, δύο δικηγόροι και τέσσερις παπάδες προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωση της πρόσφατης υπουργικής απόφασης (8200/0-297647 της 10/4/2018) για τις νέες, «βιομετρικές» αστυνομικές ταυτότητες.

Εκτός από νομικά επιχειρήματα, εξηγεί σε ουδέτερους τόνους η «Καθημερινή» (18/6), οι προσφεύγοντες επικαλούνται επίσης κάποιο «προφητικό» κείμενο του... Αγίου Παϊσίου.

Με τη δυναμική πρωτοπορία ήδη παρούσα, δεν είναι λοιπόν διόλου απίθανο η τρέχουσα ζύμωση για τον θεσμικό χωρισμό εκκλησίας και κράτους να τροφοδοτήσει ακόμη μια μαζική κινητοποίηση από επισημότερους φορείς.


Από μια άλλη σκοπιά, η εξέλιξη αυτή αντανακλά τη μεταβολή του πολιτικοϊδεολογικού συσχετισμού εντός της ελληνικής κοινωνίας. Οχι τόσο τον υποτιθέμενο δυναμισμό της θρησκόληπτης και εθνικιστικής Δεξιάς, όσο τον πολιτικό αφοπλισμό της δικαιωματικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Σε αντίθεση με τη δεκαετία του 1980, όταν η θέσπιση του Ενιαίου Κωδικού Αριθμού Μητρώου (ΕΚΑΜ) αντιμετωπίστηκε ως σοβαρή απειλή για τις ατομικές ελευθερίες, η επιβολή της υποχρεωτικής βιομετρικής ταυτότητας πέρασε λίγο-πολύ απαρατήρητη.

Εκτός από το γενικότερο κλίμα ήττας που επικρατεί μετά το καλοκαίρι του 2015, καθοριστικό ρόλο έπαιξε πιθανότατα εδώ η γενικότερη συνθηκολόγηση της ευρωπαϊκής Αριστεράς σε παρόμοια ζητήματα, μετά τις πολύνεκρες τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων χρόνων.

Στη Γερμανία π.χ., όπου λόγω ναζιστικής εμπειρίας απαγορευόταν ρητά η αναγραφή ακόμη και του αριθμού ταυτότητας σε άλλα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα (ώστε να αποφευχθεί κάθε διασταύρωση προσωπικών στοιχείων), βιομετρικά δελτία ταυτότητας εκδίδονται κανονικότατα από τον Νοέμβριο του 2010 - κι αποτελούν το πρότυπο για πολλές άλλες χώρες της Ε.Ε., της δικής μας συμπεριλαμβανομένης.

Από καθαρά ιστορική άποψη, πάλι, αξιοσημείωτη είναι η διαχρονική συμβολή της Γερμανίας σ’ αυτό τον εγχώριο αστυνομικό εκσυγχρονισμό.

Το δελτίο ταυτότητας, βλέπετε, επιβλήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα επί γερμανικής Κατοχής· γεγονός καθόλου περίεργο, αφού διακηρυγμένο στόχο του μέτρου αποτελεί ο αστυνομικός (και, κατ’ επέκταση, πολιτικός) έλεγχος του πληθυσμού.

Εξ ου και, όπως θα δούμε, αν τα πρώτα βήματα του όλου συστήματος σημειώθηκαν στην Κατοχή, η θεσμική ολοκλήρωσή του πραγματώθηκε στα μεταπολεμικά πέτρινα χρόνια.

Η κληρονομιά της Κατοχής

Κατά τον πρώτο αιώνα της ύπαρξής του, το ελληνικό κράτος δεν εξέδιδε δελτία ταυτότητας. Για πρώτη φορά θεσπίστηκαν το 1925, επί υπουργού Εσωτερικών Κονδύλη, αποκλειστικά όμως για τους αλλοδαπούς άνω των 15 ετών που θα παρέμεναν στην Ελλάδα πάνω από 20 ημέρες.

Το δελτίο εκδιδόταν από την οικεία αστυνομική αρχή, επείχε «θέσιν διαβατηρίου» και σε κάθε μετακίνηση του κατόχου του εντός της ελληνικής επικράτειας έπρεπε να θεωρείται «προ πάσης αναχωρήσεως και κατά πάσαν άφιξιν» (Ν. 3275, §1-2).

Επί Βενιζέλου η σχετική υποχρέωση περιορίστηκε σε όσους επρόκειτο να διαμείνουν μόνιμα στη χώρα, με την έγκριση του υπουργείου Εσωτερικών.

Το δελτίο ταυτότητας επείχε πλέον «θέσιν αδείας εγκαταστάσεως», δίχως να προδικάζει την απόκτηση ελληνικής ιθαγένειας (Ν.4310/1929, §7).

Ακόμη και το ολοκληρωτικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου απέφυγε να επεκτείνει το μέτρο σε όλους τους Ελληνες πολίτες - με μόνη εξαίρεση τους κατοίκους της παραμεθόριας «Επιτηρούμενης Ζώνης», που επιβλήθηκε το 1936 από τη Θεσπρωτία μέχρι τον Εβρο.

Οπως παραδέχεται η ημιεπίσημη μεταπολεμική ιστορία της Χωροφυλακής, με εμφανώς εξωραϊστική βέβαια διάθεση, το αποφασιστικό βήμα σημειώθηκε έτσι στη διάρκεια της Κατοχής:

«Η κρατική ημών οργάνωσις υστερούσα εις όλους τους τομείς των συγχρόνων κρατών υστέρει και εις τα θέματα της προλήψεως.

Ούτω, καίτοι επί μίαν πενταετίαν σχεδόν η διακυβέρνησις της Χώρας είχε μορφήν και χαρακτήρα δικτατορικής διακυβερνήσεως ή άλλως Αστυνομικού κράτους,

εν τούτοις ουδεμία φροντίς είχε καταβληθή διά τον εφοδιασμόν των πολιτών διά δελτίων ταυτότητος

και επεδιώκετο ο έλεγχος και η διαπίστωσις της ταυτότητος διά των οιωνδήποτε “χαρτιών” άτινα θα συνέπιπτε να φέρη μεθ’ εαυτού ο ελεγχόμενος,

εάν δε δεν έφερεν κανένα αποδεικτικόν της ταυτότητός του έγγραφον εκρατείτο ως ύποπτος μέχρι λήψεως πληροφοριών εκ του τόπου καταγωγής. 

Οι κατακτηταί διά την μετακίνησιν από τόπου εις τόπον επέβαλλον περιορισμούς και η μετακίνησις ήτο δυνατή μόνον κατόπιν εγγράφου αδείας των,

την οποίαν όμως εχορήγουν εις όσους είχον δελτίον ταυτότητος. 

Ούτω αι Ελληνικαί Αστυνομικαί αρχαί επεφορτίσθησαν με την έκδοσιν δελτίων ταυτότητος

και εν αρχή μεν εχρησιμοποιήθησαν αι κοιναί των υπηρεσιών σφραγίδες,

εν συνεχεία δε και επειδή το σύστημα τούτο ενεφάνισε πολλάς αδυναμίας πλαστογραφίας,

διά της υπ’ αριθ. 27/1038/10β εγκ. 2 από 15-1-43 δ/γής Υπουργείου Εσωτερικών

καθιερώθησαν αι έκτυποι σφραγίδες, αίτινες και εχρησιμοποιούντο μέχρι της απελευθερώσεως»

(Κωνσταντίνος Αντωνίου, «Ιστορία Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής», Αθήναι 1965, τ.Γ', σ. 1.933).

Στις περιοχές όπου η αντίσταση του πληθυσμού εκδηλώθηκε από την πρώτη στιγμή, ο εφοδιασμός των κατοίκων με αστυνομικές ταυτότητες δεν επιβλήθηκε πάντως έμμεσα (ως προαπαιτούμενο για τις άδειες ταξιδίου) αλλά υποχρεωτικά, με ρητή εντολή των Γερμανών.

Το πιστοποιεί ένα εύγλωττο ντοκουμέντο που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης, στα Χανιά (Αρχείο Κατοχής Κρήτης, φ. 2.4β.αα, εγγρ. 15): η έντυπη προκήρυξη της δωσιλογικής Γενικής Διοικήσεως που εκδόθηκε έναν μόνο μήνα μετά την κατάληψη του νησιού, με τίτλο «Διάταξις περί της καθιερώσεως δελτίων ταυτότητος εις την Κρήτην».

Το πλήρες κείμενο έχει ως εξής:

Η γερμανική εντολή για εφοδιασμό των Κρητικών με δελτία ταυτότητας (26/6/1941) | ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΚΡΗΤΗΣ

«Κατ’ απαίτησιν των Αρχών κατοχής διατάσσομεν τα ακόλουθα:

Ι) Μέχρι της 10ης Ιουλίου 1941 οι Δήμαρχοι και Πρόεδροι των Κοινοτήτων οφείλουσιν όπως εν συνεργασία μετά της Τοπικής Χωρ/κής (Αστυνομικών Σταθμών) εκδώσωσι πιστοποιητικά ταυτότητος διά πάντας τους διαμένοντας εν Κρήτη Ελληνας υπηκόους τους συμπληρούντες κατά το έτος 1941 το δέκατον έτος της ηλικίας των. Τα δελτία έσονται ομοιόμορφα και θέλουσιν αποσταλή κατ’ αυτάς υπό της Διοικήσεως προς τας εκδιδούσας Αρχάς.

Επί των δελτίων ταυτότητος θα θέτη ο δικαιούχος την υπογραφήν του διά μελάνης ενώπιον του αστυνομικού οργάνου. (Εις τα μέρη όπου δεν υπάρχει αστυνομικός, ενώπιον του προέδρου της Κοινότητος).

Επίσης επί του δελτίου θα τίθεται το δακτυλικόν αποτύπωμα του αντίχειρος της δεξιάς χειρός του κατόχου επί της προς τούτο προβλεπομένης θέσεως. (Ο αντίχειρ θα πιέζεται επί ταμπόν σφραγίδος ουχί πολύ εμποτισμένου διά μελάνης και θα αποτυπούται η πρώτη φάλαγξ του αντίχειρος επί του δελτίου).

ΙΙ) Πας Ελλην υπήκοος, κάτοικος της Κρήτης από του δεκάτου έτους και πάνω, οφείλει να φέρη πάντοτε μεθ’ εαυτού το δελτίον ταυτότητός του. Η αμέλεια τιμωρείται.

Αι Γερμανικαί Αρχαί κατοχής επιφυλάσσουσι εις εαυτάς το δικαίωμα τούτο.

Χανιά τη 26 Ιουνίου 1941

Ο Γεν. Γραμματεύς Γ. Διοικήσεως Κρήτης»

Τι ακριβώς σήμαινε αυτή η «επιφύλαξη δικαιώματος», το πληροφορούμαστε από τον μηνιαίο απολογισμό της βρετανικής SOE για τη Δυτική Κρήτη, τον Απρίλιο του 1942 (HS 5/725/8): «Αρκετοί άνδρες εκτελέστηκαν στην επαρχία Αποκορώνου, επειδή δεν κατείχαν ταυτότητες».

Αυτοσχεδιασμοί α λα γερμανικά

Εξαιρετικά πλούσιες είναι οι συμπληρωματικές πληροφορίες που αντλούμε από διάφορες πηγές για την εφαρμογή του συστήματος στη μεγαλόνησο.

Στις 10/9/1941 εγκύκλιος του νομάρχη Ηρακλείου διευκρινίζει ότι για την αντικατάσταση απολεσθέντος δελτίου ταυτότητας απαιτείται «σχετική άδεια από την Φελντ-Κομμαντατούρ Χανίων» και δυο φωτογραφίες του κατόχου της - για το υπηρεσιακό, προφανώς, αρχείο (ΙΑΚ/ΑΓΚ/3.3/2).

Αλλη ανακοίνωσή του μας πληροφορεί ότι «δεν δικαιούνται δελτίων ταυτότητος» οι «ξένοι» και όσοι Κρητικοί επαναπατρίστηκαν «μετά την κατάληψιν της Νήσου άνευ προηγουμένης αδείας του Στρατιωτικού Διοικητού» (ΙΑΚ/ΑΓΚ/3.3/1).

Στις 15/3/1942, διαταγή του Στρατιωτικού Διοικητή επέβαλε στους κατοίκους άνω των 16 να προμηθευτούν νέες ταυτότητες, καταχωρισμένες σε ειδικό βιβλίο «κατ’ αύξοντα αριθμόν»· διευκρινίστηκε, πάντως, ότι «ανάγκην φωτογραφίας» στην ταυτότητά τους είχαν «μόνον οι πολίται οίτινες πρόκειται να διέλθουν τα σύνορα του νομού» (ΙΑΚ/ΑΓΚ/3.2/61).

Τον Δεκέμβριο, νέα διαταγή επέβαλε αναγραφή των ονοματεπωνύμων και με λατινικούς χαρακτήρες, «προς διευκόλυνσιν των εντεταλμένων Γερμανικών οργάνων» (εφ. «Παρατηρητής», 14/8/1944).

Τον Φεβρουάριο του 1943 οι κοινότητες υποχρεώθηκαν να υποβάλλουν κάθε μήνα τους σχετικούς καταλόγους στις νομαρχίες κι αυτές στην Κομαντατούρ (ΙΑΚ/ΑΓΚ/3.2/107).

Την άνοιξη του 1944 διατάχθηκε, τέλος, αντικατάσταση των δελτίων με καινούργια («Παρατηρητής», 26/3/1944), όπου οι κοινοτάρχες θα σημείωναν κάθε αλλαγή κατοικίας (ΙΑΚ/ΑΓΚ/73β/150).

Μέχρι το φθινόπωρο του 1944, οι ταυτότητες των Κρητικών δεν διέθεταν πάντως φωτογραφία. Κατά το μεγάλο μπλόκο των Χανίων (2/9/1944), αρκετά καταζητούμενα στελέχη της Αντίστασης (ανάμεσά τους κι ο γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Μανουσάκης) θα διαφύγουν έτσι δανειζόμενα τα δελτία κάποιων τρίτων, καθώς δεν υπήρχε χρόνος για τον έλεγχο των δακτυλικών αποτυπωμάτων χιλιάδων «υπόπτων» μέσα σε λίγες ώρες (Σταύρος Βλοντάκης, «Η “Οχυρά Θέσις Κρήτης”», Αθήνα 1976, σ. 47· Νίκος & Αργυρώ Κοκοβλή, «Αλλος δρόμος δεν υπήρχε», Αθήνα 2002, σ. 48).

Μετά τη σύμπτυξη των κατοχικών στρατευμάτων σε μια στενή λωρίδα γύρω από τα Χανιά, η τεχνική αυτή αδυναμία του μηχανισμού επιτήρησης θα αναιρεθεί: διαταγή της Κομαντατούρ επιβάλλει στις 7/11/1944 τον εφοδιασμό «όλων των προσώπων άνω των 14 ετών» με «προσωπική ταυτότητα εφοδιασμένην με φωτογραφίαν», διευκρινίζοντας μάλιστα ότι στο εξής «απαγορεύεται εις όλα τα πρόσωπα η εγκατάλειψις της μονίμου κατοικίας των άνευ εγκύρου ταυτότητος» («Παρατηρητής» 8/11/1944).

Για την πρακτική εφαρμογή του μέτρου και τις επιπτώσεις του, διαφωτιστική είναι μια ημερολογιακή εγγραφή του αρχιεπισκόπου Κρήτης και μεταβατικού γενικού διοικητή (9/12/1944): «Οι κρήτες χωρικοί», διαβάζουμε, «ουδέποτε συνεμορφώθησαν προς τας απαιτήσεις των γερμανών ως προς τας ταυτότητας, δι’ ο και ο εις δανείζεται την ταυτότητα του άλλου, όταν πρόκειται να εισέλθουν ούτοι εις Χανιά. Εξ αιτίας όμως τούτου πολλοί καταδικάζονται εις θάνατον» (Στέφανος Μυλωνάκης, «Ο επίσκοπος Αγαθάγγελος Ξηρουχάκης», Χανιά 1948, σ. 313).

Στην υπόλοιπη κατεχόμενη Ελλάδα, η επικόλληση φωτογραφίας στις ταυτότητες επιβλήθηκε ήδη από τους πρώτους μήνες της Κατοχής, όπως πληροφορούμαστε από σχετική αναφορά της βρετανικής SOE (15/8/1941): προσκομίζοντας στο υπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας το «πιστοποιητικό ταυτότητας που εκδίδουν οι τοπικές δημοτικές αρχές», ο πολίτης αποκτά «αμέσως δελτίο ταυτότητας με τη φωτογραφία και τα στοιχεία του» (HS 5/661/115).

Δακτυλοσκόπηση δεν αναφέρεται, ούτε προκύπτει από τα διαθέσιμα τεκμήρια.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία διαπιστώνουμε πάντως πως οι αντικειμενικές συνθήκες της Κατοχής δεν επέτρεψαν την επιβολή ενιαίου μηχανισμού καταγραφής, ούτε ενιαίο τύπο δελτίων: κάθε νομαρχία εκδίδει τα δικά της, όπως διαπιστώνουμε αντιπαραβάλλοντας τις ταυτότητες του 1943 στην Αθήνα με εκείνες της ίδιας χρονιάς στην Καλαμάτα.

ΕΛΙΑ / Ν. ΖΕΡΒΗΣ, «ΚΑΛΑΜΑΤΑ. ΚΑΤΟΧΗ-ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ» (Καλαμάτα 2005)

Εξίσου ποικιλόμορφη (και χαλαρή) φαίνεται πως υπήρξε και η επένδυσή τους: η ταυτότητα του συγγραφέα Γιάννη Μπεράτη είναι δεμένη με μπλε πανί, ενώ αυτή του δικηγόρου Γεράσιμου Βασιλάτου έχει καρφιτσωμένο δίγλωσσο εξώφυλλο, στα ελληνικά και τα γερμανικά.

Αντιφατικές ήταν άλλωστε και οι σχετικές εντολές των κατοχικών αρχών, όταν αυτές ήρθαν αντιμέτωπες με το φούντωμα της Αντίστασης.

Την επαύριο των διαδοχικών μπλόκων Γερμανών και Ταγμάτων Ασφαλείας στην Καλαμάτα, ο νομάρχης Περρωτής ανακοίνωσε λ.χ. ότι, «κατόπιν εντολής του Γερμανικού Φρουραρχείου, άπασαι αι ταυτότητες αι εκδεδομέναι μέχρι σήμερον ακυρούνται», οι δε πολίτες «υποχρεούνται να εφοδιασθώσιν με νέας τοιαύτας, αίτινες θα εκδίδωνται παρά των οικείων Αστυνομικών Τμημάτων της πόλεως μετά έλεγχον της Νομαρχίας» (εφ. «Θάρρος», 12/2/1944)· προμηθευόμενοι μάλιστα ειδικό ένσημο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού από τα αστυνομικά τμήματα, «επί τη καταβολή της ονομαστικής του αξίας» («Θάρρος», 13/2/1944).

Μια βδομάδα μετά, ο νομάρχης ανακοίνωσε ωστόσο ότι, «προς αποφυγήν επιβαρρύνσεως του κοινού», το Γερμανικό Φρουραρχείο «απεδέχθη όπως ανανεωθώσιν τα ήδη εκδεδομένα» δελτία «διά της σφραγίσεως αυτών διά των νέων σφραγίδων, μετά προηγούμενον έλεγχον της ταυτότητος του κατόχου» και διάτρησή τους από τη Νομαρχία (Νίκος Ζερβής, «Καλαμάτα. Κατοχή-Αντίσταση-Απελευθέρωση», τ.Ε', Καλαμάτα 2005, σ. 317-324).

Από τους Γερμανούς στους Αμερικάνους

Από αριστερά: οι ταυτότητες του συγγραφέα Γιάννη Μπεράτη (Αθήνα 1943) και του δικηγόρου Γεράσιμου Βασιλάτου (Αθήνα 1943) | ΕΛΙΑ/ ΓΑΚ

Το καθοριστικό θεσμικό βήμα σημειώθηκε αμέσως μετά την Κατοχή, κατά την τελευταία φάση των Δεκεμβριανών: στις 12 Ιανουαρίου 1945 δημοσιεύτηκε ο Ν. 87 «περί υποχρεωτικού εφοδιασμού διά δελτίων ταυτότητος» από «πάντας τους διαμένοντας εν Ελλάδι μονίμως ή προσκαίρως ημεδαπούς και αλλοδαπούς αμφοτέρων των φύλων», από 14 ετών (§1).

Η κατοχική ταυτότητα του μαθητή Νίκου Ζερβή (Καλαμάτα 1943) | 

Οι νέες ταυτότητες θα έφεραν φωτογραφία του κατόχου τους (§2), ενδεχομένως και τα δακτυλικά αποτυπώματά του, εφόσον εκδιδόταν σχετική υπουργική απόφαση (§3).

Η σημαντικότερη διάταξη απαγόρευε κάθε συναλλαγή δημοσίων υπαλλήλων, ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ «μετά προσώπων μη εφωδιασμένων διά δελτίων ταυτότητος», καθώς και την «υπογραφήν παντός είδους συμβολαίων» από αυτά (§6).

Απαγορεύσεις που θα χαλαρώσουν κάπως την επόμενη διετία, με απαλλαγή των αλλοδαπών (Ν.550/1945) και νομιμοποίηση της υπογραφής συμβολαίων από πολίτες η ταυτότητα των οποίων «δύναται, κατά την κρίσιν του Συμβολαιογράφου και υπ’ ευθύνη αυτού, να βεβαιωθή πλήρως κατ’ άλλον νόμιμον τρόπον» (Ν.Δ. 179/1946).

Οι ταυτότητες: πάνω του τέως αρχιεπισκόπου Χρύσανθου (1945) και κάτω η μετακατοχική του Γιάννη Μπεράτη (1945). | ΕΛΙΑ

Τα μεταπολεμικά δελτία ταυτότητας ήταν χαρτονένια, ποικιλόχρωμα δίπτυχα. Η πλαστογράφηση ή παραχάραξή τους, σε συνθήκες μάλιστα εμφυλίου πολέμου, δεν παρουσίαζε ως εκ τούτου ιδιαίτερες δυσκολίες.

Η Αστυνομία Πόλεων φρόντισε έτσι ήδη από το 1946 να εφοδιάσει τους υπαλλήλους της (κι εν συνεχεία τους βαθμοφόρους του Πολεμικού Ναυτικού) με πλαστικοποιημένα δελτία «αμερικανικού τύπου».

Στις 6 Μαρτίου 1947, παραμονές του Δόγματος Τρούμαν, το υπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας σύστησε ειδική επιτροπή «προς υπόδειξιν του καταλληλοτέρου συστήματος δελτίων ταυτότητος».

Το πόρισμά της, που κατατέθηκε στις 5/10/1947 και δημοσιεύτηκε αργότερα στο επίσημο έντυπο της Αστυνομίας («Αστυνομικά Χρονικά», 1/12/1958, σ. 6.444-52), εισηγήθηκε την επιβολή ενιαίου τύπου και ενιαία αρίθμηση των δελτίων σε όλη τη χώρα, με δακτυλικά αποτυπώματα και αύξοντες αριθμούς που θα υποδείκνυαν στους μυημένους τη γεωγραφική προέλευση του κατόχου (1-1.000.000 Αθήνα, 1.00.001-1.500.000 Πειραιάς κοκ).

Για την αποφυγή πλαστογραφήσεων, οι ταυτότητες θα ήταν δίχρωμες, με συγγενείς χρωματισμούς «μη δυναμένους να αποχωρισθώσιν διά τσιγκογραφίας», η δε φωτογραφία του κατόχου θα καρφωνόταν με ειδικό καψύλι.

Εξαιρετικά διαφωτιστική για τις συνθήκες των ημερών είναι μια συμπληρωματική έκθεση της ίδιας επιτροπής (16/6/1948), για την ανάγκη νομοθετικής απαγόρευσης «πάσης αναγραφής ή επισημάνσεως επί των δελτίων ταυτότητος παρ’ ιδιώτου ή οιασδήποτε αρχής εξ οιασδήποτε αιτίας και δι’ οιονδήποτε σκοπόν» (όπ.π., 15/12/1958, σ. 6.490).

Το παράτυπο σημάδεμα των ταυτοτήτων από «ιδιώτες ή αρχές» αφορούσε προφανώς τη συνήθεια των παρακρατικών, κράτος εν κράτει τότε σε μεγάλο μέρος της υπαίθρου, να σημειώνουν πάνω στις ταυτότητες την «εθνικοφροσύνη» ή την «επικινδυνότητα» των κατόχων τους, προκαθορίζοντας έτσι τη μεταχείρισή τους από τα ομόφρονα στελέχη της διοίκησης και των μηχανισμών ασφαλείας.

Από τον Καραμανλή στη χούντα

Δελτίο «νέου τύπου» του συγγραφέα Αρη Αλεξάνδρου (1961) | ΕΛΙΑ

Παρά την κατηγορηματικότητα του πορίσματος, η υλοποίηση των εισηγήσεών του καθυστέρησε πάνω από μια δεκαετία.

Το 1952 συντάχθηκε από την κυβέρνηση Πλαστήρα σχέδιο νόμου, κατέληξε όμως στο ψυγείο επί Παπάγου (όπ.π., 1/1/1959, σ. 6.553-5).

Εντονες αντιδράσεις προκάλεσε επίσης το καλοκαίρι του 1955 η είδηση πως οι ταυτότητες θα περιελάμβαναν δακτυλικό αποτύπωμα, μέτρο που καταγγέλθηκε δημόσια ως «ανελεύθερον και άξιον μόνον διά τους εγκληματίας» (όπ.π., 15/10/1955, σ. 2.790).

Για το αποφασιστικό βήμα θα χρειαστεί ως εκ τούτου το σοκ των εκλογών της 11ης Μαΐου 1958, που ανέδειξαν ως αξιωματική αντιπολίτευση την ΕΔΑ με 24,6%.

Εναν μήνα μετά τις εκλογές, σε μια φάση γενικευμένης ανασύνταξης των κατασταλτικών μηχανισμών για τον βίαιο «σωφρονισμό» του κόσμου της Αριστεράς, ο νέος υφυπουργός Δημόσιας Τάξης συγκροτεί επιτροπή εμπειρογνωμόνων κι αυτή υποδεικνύει ταχύτατα (24/7/1958) συγκεκριμένη μέθοδο πλαστικοποίησης.

Η τελική ρύθμιση θα πάρει τη μορφή υπουργικής απόφασης (20/6/1959) με την οποία καθιερώθηκε η γαλάζια αστυνομική ταυτότητα που, με κάποιες μικροαλλαγές, ισχύει μέχρι σήμερα.

Εκτός από την πλαστικοποίηση, η υπουργική απόφαση του 1959 εισήγαγε επίσης την υποχρεωτική δακτυλοσκόπηση, προέβλεπε την καταστροφή κάθε δελτίου με «γραφικόν σφάλμα, μη επιτρεπομένης ουδεμιάς απολύτως προσπαθείας προς αποκατάστασιν ή απόκρυψιν του γενομένου σφάλματος δι’ οιουδήποτε μέσου ή τρόπου -τριβής, ξέσεως, πλύσεως, επανεγγραφής, προσθήκης ή αφαιρέσεως»- κι επέβαλε την υποχρεωτική επιστροφή (και καταστροφή) των δελτίων μετά τον θάνατο του κατόχου τους.

Ξεκαθάριζε δε χωρίς περιστροφές ότι τα νέα δελτία «αποτελούσι περιουσίαν του Ελληνικού Δημοσίου» και όχι του κατόχου τους, που «καθίσταται υπόλογος επί της αυστηράς και απολύτου χρήσεως αυτών» («Αστυνομικά Χρονικά», 1/8/1959, σ. 7.264-9).

Για την αργόσυρτη υλοποίηση του νέου μέτρου, αποκαλυπτική είναι πάντως η ανακοίνωση του Παττακού, αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, πως «όσοι εκ των πολιτών δεν έχουν εφοδιασθή ακόμη με αστυνομικάς ταυτότητας νέου τύπου, πρέπει να σπεύσουν μέχρι τις 31ης Μαΐου» («Εθνος», 28/4/1967).

Μια μερίδα πολιτών μάλλον δεν επέδειξε ωστόσο την αναμενόμενη σπουδή κι έτσι το 1969 ο Παττακός αναγόρευσε τα εν λόγω δελτία σε αποκλειστικό νόμιμο μέσο απόδειξης της ταυτότητας των πολιτών, τα στοιχεία του οποίου πρέπει επί ποινή ακυρότητας να αναγράφονται σε κάθε αίτηση, δήλωση ή αναφορά (Ν.Δ. 127, § 9).

Δύο μήνες μετά προειδοποίησε δε όσους δεν είχαν ακόμη καταθέσει τα χαρτιά τους ότι θα διώκονταν ποινικά βάσει του ίδιου διατάγματος («Εθνος», 21/4/1969).

Από τον ΕΚΑΜ στα τσιπάκια

Η δημοκρατική τομή της Μεταπολίτευσης δεν άλλαξε και πολλά πράγματα σ’ αυτό το πεδίο. Την άνοιξη του 1985, ο πρώτος υπουργός Δημόσιας Τάξης του ΠΑΣΟΚ, Γιάννης Σκουλαρίκης, προανήγγειλε πάντως την αντικατάσταση των αστυνομικών ταυτοτήτων, με μεταβίβαση της σχετικής αρμοδιότητας στο υπουργείο Εσωτερικών και απώτερο στόχο την κατάργησή τους.

«Και μόνο το γεγονός ότι τα δελτία ταυτότητας εκδίδονταν από τις αστυνομικές αρχές», εξήγησε, «υποδήλωνε την εξάρτηση και τη συμπίεση του πολίτη» («Ελευθεροτυπία», 10/4/1985).

Οπως και πολλές άλλες εξαγγελίες του ΠΑΣΟΚ, έτσι κι αυτή κατέληξε τελικά στο αντίθετό της, με τη θέσπιση ενός Ενιαίου Κωδικού Αριθμού Μητρώου (ΕΚΑΜ) 13 ψηφίων που θα ακολουθούσε τον πολίτη σε κάθε του βήμα: ληξιαρχικές πράξεις, δελτίο ταυτότητας, εκλογικό βιβλιάριο, διαβατήριο, ασφαλιστικό βιβλιάριο, άδεια οδήγησης, μητρώο αρρένων, δημοτολόγιο κοκ (Ν. 1599/1986, § 2.4).

Μια άλλη καινοτομία των νέων ταυτοτήτων θα αποτελούσε η αναγραφή της «εκπλήρωσης (ή μη) των στρατολογικών υποχρεώσεων» του κατόχου (§3.1.θ).

Η απειλή ενός γενικευμένου ηλεκτρονικού φακελώματος προκάλεσε ωστόσο εξίσου γενικευμένες αντιδράσεις και οι επίμαχες διατάξεις δεν εφαρμόστηκαν ποτέ, καταργήθηκαν δε οριστικά από την κυβέρνηση Μητσοτάκη (Ν.1988/1991).

Μαζί με την κατάργηση του ΕΚΑΜ, ο υπουργός Εσωτερικών του Μητσοτάκη, Νίκος Κλείτος, εξήγγειλε ένα νέο, «ευρωπαϊκό» δελτίο ταυτότητας, δίχως δακτυλικά αποτυπώματα και αναγραφή του θρησκεύματος («Το Βήμα», 20/10/1991).

Η αντίδραση της εκκλησίας ματαίωσε όμως αυτό τον εκσυγχρονισμό, που υλοποιήθηκε τελικά από την κυβέρνηση Σημίτη (ΦΕΚ 2000/Β/879, Υ.Α. 8200/0441210 της 17/7/2000), παρά τις λαοσυνάξεις και το «δημοψήφισμα» που οργάνωσε τότε ο μακαριστός Χριστόδουλος.

Ακολούθησαν κάποιες δευτερεύουσες μεταρρυθμίσεις: ο Γιώργος Βουλγαράκης κατέβασε λ.χ. στα 12 χρόνια το κατώφλι της υποχρέωσης εφοδιασμού με αστυνομική ταυτότητα (ΦΕΚ 2005/Β/1440, Υ.Α. 3021/19/53), με άκρως αμφίβολη πάντως ανταπόκριση.

Η αντικατάσταση των υφιστάμενων δελτίων ταυτότητας εξαγγέλθηκε από την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ. τον Φλεβάρη του 2010, επί υπουργίας Χρυσοχοΐδη, με επιχείρημα την καταπολέμηση της πλαστογραφίας.

Τα σχετικά δημοσιεύματα δεν έκαναν όμως ακόμη λόγο για βιομετρικά στοιχεία - καινοτομία που φέρεται να απαιτήθηκε για πρώτη φορά από ΗΠΑ και Ε.Ε. το 2015, στη σκιά των τρομοκρατικών επιθέσεων του ISIS στην Ευρώπη.

Απομένει να μάθουμε την οικονομική διάσταση του όλου εκσυγχρονισμού: ποιες ακριβώς εταιρείες θα βγάλουν από τα τσιπάκια ξύγκι, στο όνομα μιας συλλογικής ασφάλειας όλο και περισσότερο εικονικής.

Στο γκέτο της Πρέσπας

Τεκμήρια αστυνομικού κράτους από τους Ψαράδες της δεκαετίας του 1960: «λευκή ταυτότητα» (περιορισμένης) κυκλοφορίας στην Επιτηρούμενη Ζώνη και χειρόγραφη άδεια της Χωροφυλακής για έξοδο από αυτήν | ΑΠ. ΤΣΙΟΥΜΗΤΑΣ, «ΨΑΡΑΔΕΣ» (Φλώρινα 2003) / ΓΑΚ ΦΛΩΡΙΝΑΣ

Χιλιάδες Ελληνες πολίτες, τα χωριά των οποίων βρίσκονταν μέσα στην παραμεθόρια Επιτηρούμενη Ζώνη (Ε.Ζ.), ήταν επί δεκαετίες εφοδιασμένοι με ειδικές λευκές ταυτότητες («ατομικά δελτία κυκλοφορίας») που τους επέτρεπαν την «ελευθέραν κυκλοφορίαν εις ακτίνα 30 χιλιομέτρων από του τόπου μονίμου εγκαταστάσεώς» τους.

Θεσπισμένη το 1936 από τη μεταξική δικτατορία, η Ε.Ζ. κάλυπτε -κι από νομική άποψη εξακολουθεί να καλύπτει- όλο το μήκος των βόρειων συνόρων της χώρας, σε βάθος 15-45 χιλιομέτρων.

Μέχρι το 1974, η είσοδος και η έξοδος επιτρέπονταν μόνο από συγκεκριμένα σημεία («μπάρες») και μόνο την ημέρα· όσοι δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοι μπορούσαν να περάσουν από εκεί μόνο με γραπτή άδεια των στρατιωτικών ή αστυνομικών αρχών.

Στο μεγαλύτερο μέρος της μεθορίου, οι περιορισμοί αυτοί καταργήθηκαν μέσα στην πρώτη πενταετία μετά τη Μεταπολίτευση.

Μοναδική εξαίρεση αποτέλεσαν τα Πομακοχώρια της Ροδόπης, όπου η μπάρα έπεσε μόλις τον Νοέμβριο του 1995.

Με την Επιτηρούμενη Ζώνη θα ασχοληθούμε εκτενώς σε κάποιο μελλοντικό αφιέρωμα. Σήμερα περιοριζόμαστε στη δημοσίευση δύο σχετικών τεκμηρίων που σχετίζονται με το διεθνώς διάσημο πλέον χωριό Ψαράδες της Πρέσπας.

Το πρώτο είναι η «λευκή ταυτότητα» ενός (άκρως εθνικόφρονος) δασκάλου από τη γειτονική Φλώρινα, που υπηρέτησε εκεί τη δεκαετία του 1960.

Το δεύτερο είναι μια χειρόγραφη «άδεια ταξιδείου» [sic] που φυλάσσεται στα ΓΑΚ Φλώρινας κι αποτυπώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο τι ακριβώς σήμαινε «ελευθέρα κυκλοφορία εις ακτίνα 30 χιλιομέτρων»: εν έτει 1960, έντεκα ολόκληρα χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, ο τοπικός Σταθμός Χωροφυλακής «επιτρέπει» σε μια κάτοικο του χωριού «όπως μεταβή εις Φλώρινα» (σε απόσταση 83 χιλιομέτρων) μέσα στο επόμενο δεκαήμερο Τάσος Κωστόπουλος - efsyn.gr - Έντυπη έκδοση
_
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ