2019-06-08 13:18:52
Φωτογραφία για Δίνοντας «εξετάσεις» στο υπουργείο...
Προεκλογικές ιστορίες απίστευτου κάλλους από την Παλιά Αθήνα

Η σημερινή μας ανάρτηση, στη νέα μας στήλη «Καλό Βόλι» δεν θα μπορούσε να αγνοήσει

το απροκάλυπτο κομματικό όργιο ρουσφετολογίας που παίχτηκε στην μισοάδεια Βουλή λίγα εικοσιτετράωρα προτού κλείσει την δική της αυλαία Φυσικά και στα παλιά χρόνια βολεύανε «τα δικά τους παιδιά», μόνο που, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, αυτό γινόταν με τακτ και με σεβασμό στη νοημοσύνη των ψηφοφόρων...

«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ είναι τέλος και ο τίτλος του νέου επίκαιρου βιβλίου του Αθηναιογράφου και συνεργάτου μας Θωμά Σιταρά, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, και ο οποίος βεβαίως επιμελείται του υλικού.


«-Κύριε τμηματάρχα, καλημέρα σας. Θέλω να λάβω μέρος εις τον διαγωνισμό προς απόκτησιν πτυχίου καθηγητού της γαλλικής. Έχετε την καλωσύνην να με πληροφορήσετε εις τί θα εξετασθώ;

Ο υποβάλλων την ανωτέρω ερώτησιν είναι ένας νέος είκοσι πέντε-είκοσι έξη χρόνων. Ύφος συνεσταλμένο, περιβολή πτωχού «διαβόλου» διεξάγοντος τον σκληρόν αγώνα της βιοπάλης, και καταβάλλοντος επί μήνας και έτη ακόμη απεγνωσμέναςπροσπαθείας δια να εύρη κάποια θεσούλα και να ησυχάση.

Διαβάζει τις εφημερίδες κάθε πρωί και κάθε βράδυ, ερευνά προσεκτικά εις την στήλη του «Ζητούνται», καταφεύγει εις τον βουλευτήν της ιδιαιτέρας του πατρίδος, εις τους κομματάρχας, εις τους φίλους των κομματαρχών, εις όλους τους γνωρίμους του, δια να επιτύχη την θέσι που ονειρεύεται. Τίποτε...

Και έξαφνα, μια μέρα, πληροφορείται ότι το τάδε Υπουργείον, ας είπωμεν της Εθνικής Οικονομίας, προκηρύσσει διαγωνισμόν δια την απόκτησιν πτυχίου καθηγητού. Τρίβει τα χέρια του από την ευχαρίστησι ο πτωχός «διάβολος». Μια αμυδρή φευγαλέα ελπίς φωτίζει την ψυχή του. Τα γαλλικά τα γνωρίζει θαυμάσια, έχει δύο διπλώματα, δεν είναι δυνατόν να μην επιτύχη εις τον διαγωνισμό.

Και τότε; Το μέλλον του εξησφαλίσθη. Θα διορισθή σε καμμιά επαρχιακή σχολή, και μετά δύο-τρία, τέσσερα χρόνια, όταν κενωθήκαμμιάθέσις, θα έλθη εις τας Αθήνας.

-Λοιπόν, κ. Τμηματάρχα; Επαναλαμβάνει ο υποψήφιος, με φωνήν ακόμη πιο σιγανή, με ύφος ακόμη πιο συνεσταλμένον, με το πλέον μειλίχιον ύφος, απλώνων εις το πρόσωπόν του το πιο γλυκύ του χαμόγελο, δια να μην ενοχλήση τον κ. τμηματάρχη.

Επί τέλους ο κ. τμηματάρχης υποβάλλεται εις τον κόπον ν’ απαντήση:

-Ρωτάτε δια τον διαγωνισμό των γαλλικών; Δεν βαρυέστε, δεν είναι τίποτε. Δύο μεταφράσεις, απ’ το ελληνικό εις το γαλλικό και από το γαλλικό εις το ελληνικό, λίγη γραμματική, το μεριστικό άρθρο, οι αντωνυμίες και μια έκθεσις.

-Και η εξεταστική επιτροπή, κ. τμηματάρχα;

-Θ’ αποτελήται από τρία μέλη, από ένα Γάλλο καθηγητή, έναν Έλληνα και εμένα.

Ο υποψήφιος καταθέτει τα πτυχία του ή ό, τι άλλο έγγραφον έχει, εμφαίνον τας γνώσεις του εις την γαλλικήν, καταβάλλει ένα εκατοντάδραχμον δια τα εξέταστρα και αναχωρεί ευχαριστημένος. Ούτως ή άλλως θα επετύγχανε, αφού δε είναι και τόσο εύκολες οι εξετάσεις, δεν υπάρχει αμφιβολία: έχει κιόλα το πτυχίον στην τσέπη του.

Είναι αλήθεια ότι εις το γραφείον του κ. τμηματάρχου υπήρχαν πολλοί υποψήφιοι, αλλά τι σημαίνει; Όσοι είναι καλοί θα πάρουν το πτυχίον, γι’ αυτό γίνονται αι εξετάσεις, και ο πτωχός «διάβολος» έχει εμπιστοσύνην εις την αξίαν του.

*** Επί τέλους φθάνει η κρίσιμη ημέρα. Ώρα ενάρξεως των εξετάσεων έχει ορισθή η ενάτη. Εις τας εννιάμισυ εισάγονται εις το Υπουργείον οι υποψήφιοι. Εκεί, ύστερα από μισή ώρα, πληροφορούνται ότι αι εξετάσεις θα γίνουν, ας είπωμεν, εις την ΑνωτάτηνΕμπορικήνΣχολήν.

Δίχως να χάσουν λεπτό, μην τύχη και αργοπορήσουν, σπεύδουν τρέχοντας προς το υποδειχθέν μέρος. Επί τέλους φθάνουν, και οδηγούνται σε μια μεγάλη αίθουσα με πολλά θρανία, βαλμένα κοντά-κοντά. Επερίμεναν να εύρουν εκεί τους εξεταστάς. Αλλ’ οι εξετασταί δεν έχουν φθάσει ακόμη... Περνά ένα τέταρτο, περνά μισή ώρα. Τέλος φθάνει ο Γάλλος εξεταστής. Πολύ γνωστή φυσιογνωμία. Προ ετών κάποιος αθηναϊκός θίασος τον είχε καλέσει ως σκηνοθέτην. Τώρα είναι καθηγητής και εξεταστής υποψηφίων καθηγητών. Πάλιν καλά, μπορούσε να είναι και υπουργός.

Ύστερα από λίγο φθάνει και ο Έλλην καθηγητής. Ύφος επίσημον, εμβριθές, μεγαλοπρεπέστατον. Ούτε ένας χαιρετισμός προς τους εξεταζομένους. Αστειεύεσθε; Κοτζάμ καθηγητής να πή καλημέρα σε μαθητάς; Που βρισκόμαστε; Στην Ελβετία;

Φθάνει και ο κ. Τμηματάρχης, γελαστός, χαρούμενος.

-Ξέρει γαλλικά ο κ. Τμηματάρχης; Ρώτησε κάποιος.

-Όχι.

-Και τότε πως θα εξετάση;

-Θα βαθμολογήση τα ελληνικά.

-Μα δίνουμε εξετάσεις στα ελληνικά;

-Ούκαϋμένε, δεν βαρυέσαι! Γράφε και μη ερεύνα. Στην Ελλάδα βρισκόμαστε.

Ο Έλλην καθηγητής έχει τοποθετηθή –πού αλλού;- εις την έδρα. Θέλει να θεάται αφ’ υψηλού το άθλιον σμήνος των εξεταζομένων. Ο Γάλλος έχει αποσυρθή εις το βάθος της αιθούσης, όπου σκυμμένος ανασκαλεύει κάτι χαρτιά. Θα είναι προφανώς η ερωτική του αλληλογραφία. Και ο κ. τμηματάρχης; Ο κ. τμηματάρχης ρεμβάζει.

*** Το πρώτον θέμα έχει υπαγορευθή. Μετάφρασις εκ του γαλλικού εις το ελληνικόν. Ειμπορείτε να την κάμετε σε πέντε λεπτά και σε πέντε ώρες. Κανένας περιορισμός. Το πρώτο αυτό θέμα το καταφέρνουν οπωσδήποτε οι υποψήφιοι.

Έρχεται η σειρά του δευτέρου. Μετάφρασις εκ του ελληνικού εις το γαλλικό. Τώρα θα δράση ο κ. τμηματάρχης. Δεν πρόκειται να κρίνη τα ελληνικά; Αυτός κάνει και την υπαγόρευσιν και του ελληνικού κειμένου. Είναι ένα απόσπασμα δηλώσεων υπουργού εκ των δημοσιευομένων εις την εφημερίδα. Από τον τίτλον φαίνεται ότι πρόκειται περί της εισαγωγής των ελληνικών κρασιών εις την Γαλλίαν, αλλά καθ’ όσον προχωρεί η υπαγόρευσις, με έκπληξιν αντιλαμβάνονται οι υποψήφιοι ότι το κείμενον δεν έχει σχέσιν με τον τίτλον.

Ο κ. τμηματάρχης είναι ζαλισμένος, φαίνεται από κάποιο ξενύχτι εις συνοικιακόνκινηματογράφον, και μπερδεύει τις στήλες της εφημερίδος. Από άλλην στήλην επήρε τον τίτλον, και από άλλην το κείμενον.

*** Εν τω μεταξύ οι δυστυχείς υποψήφιοι γράφουν. Αλλ’ όχι όλοι κατά τον ίδιο τρόπον. Πολλοί αρκούνται εις τα ιδικά των φώτα, αλλ’ άλλοι, πιστεύοντες ότι τα του γείτονος πιθανόν να είναι ασφαλέστερα, καταφεύγουν εις αυτά. Έτσι οι εξεταζόμενοι διαιρούνται εις δύο κατηγορίας: εις τους «μονήρεις» και εις τους «συνεργαζόμενους».

Εννοείται ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται εις δύο, αλλ’ εις τρείς, τέσσερις και ολόκληρον τμήμα της αιθούσης, κάποτε δε βαίνει τόσον απροσκόπτως και επιτυχώς, ώστε οι συνεργαζόμενοι αποθρασύνονται εντελώς, και μη αρκούμενοι εις ψιθύρους, υψώνουν την φωνήν, και αναφανδόν πλέον, ωσάν να ευρίσκονται εις τον δρόμο ή εις το σπίτι των, μεταδίδουν «μεγαφωνικώς» μεταξύ των τα «φώτα» των.

Εις την δια ζώσης αλληλοβοήθειαν έρχεται επίκουρος και η γραπτή. Μικρά χαρτάκια, ως ραβασάκια, κυκλοφορούν, φτερωτά, γρήγορα, από θρανίο σε θρανίο. Και οι εξετασταί; Ο Έλλην καθηγητής εξακολουθεί να έχη το ίδιον εμβριθές ύφος του, ο Γάλλος καταγίνεται πάντοτε με την ερωτικήν του αλληλογραφίαν, και ο κ. τμηματάρχης ρεμβάζει.

Ένας από τους «μονήρεις» υποψηφίους, ηλίθιος, τίμιος και ευσυνείδητος, και φανταζόμενος ότι αρκούν εις την εποχήν μας αι ατομικαί μας δυνάμεις, όσον μεγάλαι και αν είναι, απευθύνεται εις τον κ. τμηματάρχην και εφιστά την προσοχήν του επί των εκτρόπων που γίνονται. Ο κ. τμηματάρχης ρίπτει εν βλέμμα «αυστηρόν» εις την αίθουσαν και κατόπιν ξαναβυθίζεται εις τον ρεμβασμόν του.

*** Επακολουθεί η σύνταξις μιας επιστολής –εμπορικής, ας είπωμεν- εις την γαλλικήν, και ενός θέματος εις την γαλλικήν επίσης, και τα γραπτά τελειώνουν δια να τα διαδεχθούν τα προφορικά.

Αυτά πρέπει να γίνουν πολύ γρήγορα. Και ξεύρετε γιατί; Διότι ο Γάλλος καθηγητής αναχωρεί την επαύριον της ημέρας των εξετάσεων δια την πατρίδα του. Το τακτικό καλοκαιρινό του ταξειδάκι δεν εννοεί να το αναβάλη κατ’ ουδέναλόγον, και επί τέλους αν το ανέβαλλε, δεν θα το ανέβαλλε βέβαια για 40 Έλληνας υποψηφίους καθηγητάς. Πού βρισκόμαστε; Στη Γαλλία;

Λοιπόν οι εξετάσεις διεξάγονται εν μεγίστη βία. Τώρα ο κ. τμηματάρχης ούτε καν παρίσταται. Προς τί να παραστή; Αυτός δεν πρόκειται να κρίνη τους εξεταζομένους, αλλά μόνον να τους βαθμολογήση. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Και πού ακούστηκε, παρακαλώ, να είναι ανάγκη ν’ ακούσετε έναν εξεταζόμενο για να τον βαθμολογήσετε; Μα τόσο σχολαστικοί θα γίνωμε τώρα;

Ο Έλλην καθηγητής ευρίσκεται εις όλην την αίγλην του. Στάδιον δόξης λαμπρόν. Άτεγκτος, μεγαλοπρεπής, αυστηρότατος ωσάν Ρωμαίος συγκλητικός. Μόνον –«σελεμάν», όπως προφέρει και ο ίδιος το κάπως διαφορετικά προφερόμενονγαλλικόν «seulement»- μόνον ότι δεν είναι δίκαιος όσον θα επερίμενε κανείς από το άτεγκτον ύφος του. Άλλους τους εξετάζει μισή ώρα, και άλλους πέντε λεπτά, εις άλλους υποβάλλει ευκόλους και εις άλλους δυσκόλους ερωτήσεις.

Και ο Γάλλος καθηγητής;

Αυτός συλλογίζεται το ταξειδάκι του, όχι όμως βέβαια και τα 140 γραπτά των εξετασθέντων που πρέπει να τα διορθώση εντός δύο-τριών ωρών. Γιατί; Φυσικά δεν πρόκειται ν’ αγρυπνήση για ένα τέτοιο ασήμαντο πράγμα. Πρέπει να είναι φρέσκος και όχι ξαγρυπνισμένος στο ταξείδι του.

*** Αι εξετάσεις λοιπόν ετελείωσαν. Την άλλη ημέρα κιόλας ήταν γνωστά τα αποτελέσματα. Ο υποψήφιος μας ήτο βέβαιος ότι είχε επιτύχει. Είχε γράψει τόσο καλά και στο προφορικό μάθημα της γαλλικής φιλολογίας τα είχε πή καλύτερα από δάσκαλο. Τον είχαν ρωτήσει περί Ρουσσώ και αυτός ενθυμήθη και το όνομα ακόμη του εραστού της φίλης του Ρουσσώ! Και στοιχειώδες αίσθημα δικαιοσύνης αν είχαν οι εξετασταί, έπρεπε να τον κρίνουν επιτυχόντα.

Και όμως απέτυχε! Παρά μισό βαθμό! Αλλοίμονο! Πήγαιναν χαμένα τα φτωχά όνειρά του. Έσβυνε η ελπίδα που είχε χαράξει για μια στιγμή στην ψυχή του!

Μα όχι! Αυτό ήταν πολύ άδικο, ήταν σκάνδαλο σωστό. Έπρεπε να φωνάξη, να διαμαρτυρηθή, έπρεπε να εξακριβώση αν είχε αδικηθή ή όχι, όχι μόνον για τον εαυτό του, αλλά και για το μέλλον, για όλους τους άλλους άμοιρους Έλληνας που θα ευρίσκοντο εις την ανάγκη να επιδιώξουν ένα πτυχίο.

Επήγε στον τμηματάρχη και εζήτησε τα γραπτά του. Είχαν τρείς βαθμούς, οι δύο των καθηγητών και ο ένας του τμηματάρχου! Εβαθμολόγησε λοιπόν και ο τμηματάρχης χωρίς να ξεύρη γαλλικά! Πρωτάκουστο! Και ο βαθμός μάλιστα του τμηματάρχου, του μη γνωρίζοντος την γαλλικήν, ήτο αυστηρότερος, όπως ομολόγησεν και ο ίδιος, της βαθμολογίας των δύο καθηγητών!

-Μα πως συμβαίνει αυτό, κ. τμηματάρχα;

-Εγώ μετρώ τα λάθη που διορθώνουν οι καθηγηταί και όταν βλέπω ότι η βαθμολογία των είναι μεγάλη την κατεβάζω. Γέμισε ο τόπος από πτυχιούχους. Πρέπει να λιγοστέψουν.

-Και το είδος των λαθών, δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν; Αν είναι ουσιώδη ή ασήμαντα;

-Όχι, μόνον ο αριθμός των.

Ο υποψήφιος ζητεί να εξετασθούν τα γραπτά του και να παραβληθούν με των επιτυχόντων. Εις την σύνθεσιν ούτε ένα λάθος. Εις τα τρία άλλα θέματα, πέντε, έξη λάθη εν όλω, εντελώς ασήμαντα, ισάριθμα και λιγώτερα των επιτυχόντων.

Εν τούτοις απερρίφθη. Γιατί; Διότι για να επιτύχη έπρεπε να γνωρίζη όσα γαλλικά και ο κ. τμηματάρχης, να συνεργασθή με τους άλλους υποψηφίους, να προφέρη την γλώσσαν του Βολταίρου ως ορεσίβιος Αιτωλοακαρνάν, και να μη γνωρίζη περί του Ρουσσώ περισσότερα από τον Γάλλονκαθηγητήν που τον είχε εξετάσει...».

(«Ακρόπολις», 1930, «Κλ. Π-ος»)

... και φυσικά, θα προσέθετα κι’ εγώ, το κυριότερο, κάποιος κομματικός να ενδιαφερθεί τέλος πάντων και γι’ αυτό το παιδί!

Διαβάστε περισσότερα για την Παλιά Αθήνα στο www.paliaathina.com
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ