2014-03-10 10:17:12
Φωτογραφία για Τιθασεύοντας τις τράπεζες της Ευρώπης
Τον περασμένο μήνα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε το πολυαναμενόμενο σχέδιό της για τη μεταρρύθμιση του τραπεζικού τομέα, με στόχο να τιθασεύσει την ανάληψη κινδύνων από μέρους των μεγάλων τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ωστόσο, η πρόταση συνάντησε σημαντική αντίσταση, με κάποιους να προειδοποιούν ότι θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών, και άλλους να υποστηρίζουν ότι το σχέδιο δεν είναι αρκετό για να περιορίσει αποτελεσματικά τους τραπεζικούς κινδύνους. Η εξέλιξη αυτής της συζήτησης θα έχει σοβαρές επιπτώσεις για το μέλλον της ΕΕ.

Σύμφωνα με τον Michel Barnier, τον επίτροπο της ΕΕ που ηγείται της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, τα προτεινόμενα μέτρα –συμπεριλαμβανομένης της ρυθμιστικής αρχής που θα διαχωρίσει τις πιο επικίνδυνες εμπορικές δραστηριότητες των τραπεζών από τις δραστηριότητες καταθέσεων, και μίας απαγόρευσης του proprietary trading από τις μεγαλύτερες τράπεζες- θα ενισχύσουν την οικονομική σταθερότητα και θα προστατεύσουν τους φορολογούμενους
. Ωστόσο, το σχέδιο του προγράμματος υπολείπεται κατά πολύ από τις συστάσεις που έγιναν από μία ομάδα υψηλόβαθμων εμπειρογνωμόνων το 2012. Οι συστάσεις αυτές περιλάμβαναν ένα αδιαπέραστο τείχος μεταξύ των κερδοσκοπικών δραστηριοτήτων και των δραστηριοτήτων λιανικής και εμπορίου των τραπεζών.

Παρ’ όλα αυτά, πολλοί ισχυρίζονται ότι η πρόταση του Barnier είναι υπερβολική. Ίσως η ισχυρότερη αντίδραση προήλθε από τον Διοικητή της Τράπεζας της Γαλλίας Christian Noyer, ο οποίος αποκάλεσε την πρόταση «ανεύθυνη και αντίθετη προς τα συμφέροντα της ευρωπαϊκής οικονομίας».

Οι θέσεις που ελήφθησαν σε αυτή την πολύπλοκη συζήτηση δε συμβαδίζουν απόλυτα με το παραδοσιακό πολιτικό φάσμα αριστεράς-δεξιάς. Ο Barnier είναι ένας κεντροδεξιός Γάλλος ο οποίος προτείνει περισσότερο δημόσιο έλεγχο των ιδιωτικών τραπεζικών δραστηριοτήτων. (Πράγματι, οι αυστηρότερες τραπεζικές ρυθμίσεις έχουν υποστηριχθεί από όλους.) Και, ενώ η θέση του Noyer στην κεντρική τράπεζα τον καθιστά ανεξάρτητο, υποστηρίζει την αυτονομία του τραπεζικού τομέα σε μία χώρα που καθοδηγείται από μία αριστερή κυβέρνηση. Αυτό που διακυβεύεται είναι η ικανότητα της Ευρώπης να αποφύγει άλλη μία κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος –μία που θα μπορούσε να είναι ακόμη πιο καταστροφική από την κρίση του 2007.

Φυσικά, μέχρι έναν βαθμό, ένα καπιταλιστικό σύστημα θα είναι πάντα ευάλωτο σε σοκ και κρίσεις. Το ερώτημα είναι πως θα ανταποκριθεί σε αυτά ώστε να ελαχιστοποιήσει τις επιπτώσεις, ενισχύοντας παράλληλα την ανθεκτικότητα του συστήματος.

Το 1929, μία κρίση μεταξύ των κερδοσκόπων καπιταλιστών προκάλεσε πρόχειρες και υπερβολικές αντιδράσεις που οδήγησαν σε μία βαθιά και παρατεταμένη ύφεση. Λιγότερο από τέσσερα χρόνια αργότερα, η νεοεκλεχθείσα κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Φραγκλίνου Ρούζβελτ πέρασε το νόμο Glass-Steagall Act, ο οποίος απαγόρευε από τις εμπορικές τράπεζες να διαπραγματεύονται οικονομικούς τίτλους χρησιμοποιώντας τις καταθέσεις των πελατών τους.

Απαγορεύοντας από τις επενδυτικές τράπεζες να διατηρούν καταθέσεις σε μετρητά, ο νόμος Glass-Steagall βοήθησε στην επίτευξη οικονομικής σταθερότητας για πάνω από μισό αιώνα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό –μαζί με τον κανόνα του χρυσού, ο οποίος διασφάλιζε ότι η πίστωση δεν ξεπερνούσε την παραγωγική ικανότητα της οικονομίας- συνέβαλε στη βιωσιμότητα της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης.

Όλα άλλαξαν το 1971, όταν ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον, μη μπορώντας να συγκρατήσει το δημοσιονομικό έλλειμμα που προέκυψε από τις δαπάνες του Πολέμου στο Βιετνάμ και από τα εκτεταμένα προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, κατήργησε την άμεση μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό. Η συναλλαγματική ισοτιμία, τα επιτόκια και η αστάθεια των τιμών των βασικών προϊόντων που προέκυψαν, συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Από τότε, ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια να σχεδιάσει εργαλεία που θα τον προστατεύσουν από τις διακυμάνσεις των τιμών, για να μετατρέψει το ιδιωτικό χρέος σε διαπραγματεύσιμους οικονομικούς τίτλους, και για να αποκτήσει πρόσβαση στις κερδοσκοπικές αγορές. Ωστόσο, οι προσπάθειες αυτές ευνόησαν την απάτη και την εγκληματικότητα και ως εκ τούτου πυροδότησαν ένα κύμα νέων οικονομικών κρίσεων –στην Ευρώπη το 1992, στην Ασία το 1997, και στη Ρωσία το 1998- καθώς και μία ύφεση στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Δύο άλλες αποσταθεροποιητικές εξελίξεις προέκυψαν κατά το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα: ένα ισχυρό κίνητρο για τη χρήση του χρέους για τη στήριξη της ζήτησης, και μία στροφή προς τη χρηματοδότηση του δημοσίου χρέους μέσω ιδιωτικών ιδρυμάτων σε τιμές αγοράς, υπό το πρόσχημα της καταπολέμησης του πληθωρισμού. Οι τάσεις αυτές ενίσχυσαν το φορτίο του δημόσιου χρέους, ενώ πλημμύρισαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα με ρευστότητα που δημιουργήθηκε από τις δραστηριότητες των ιδιωτικών τραπεζών οι οποίες δεν συνδέονταν με τις συναλλαγές της πραγματικής οικονομίας.

Ως αποτέλεσμα, μέχρι το 2006, η παγκόσμια ρευστότητα ανερχόταν σε πάνω από το διπλάσιο της αξίας του παγκόσμιου ΑΕΠ. Σε αυτό ήρθαν να προστεθούν οι ασταθείς δραστηριότητες subprime και τιτλοποίησης των ΗΠΑ, και δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα δύο επόμενα χρόνια έφεραν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα στο χείλος της κατάρρευσης.

Για να μην οδηγηθεί η ύφεση σε ένα ακόμη Μεγάλο Κραχ, παρενέβησαν οι κυβερνήσεις με μαζικές διασώσεις (bail-out) με τη συμμετοχή των φορολογουμένων, προκαλώντας την περαιτέρω επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, το οποίο έφτασε σε μη βιώσιμα επίπεδα σε πολλές ανεπτυγμένες οικονομίες. Κάνοντας τα πράγματα χειρότερα, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιαπωνία άρχισαν να εφαρμόζουν πολιτικές ποσοτικής χαλάρωσης –δηλαδή άρχισαν να τυπώνουν χρήμα- σε μία προσπάθεια να στηρίξουν την ανάπτυξη του ΑΕΠ.

Μέσα από όλα αυτά, οι κυβερνήσεις έχουν ενισχύσει μονάχα λιγάκι τη ρύθμιση των τραπεζών, αφήνοντας αναντιμετώπιστα βασικά ζητήματα όπως η δημιουργία ρευστότητας, η έκθεση σε παράγωγα και η φοροαποφυγή. Σήμερα, το 98% των $750 τρισ. της παγκόσμιας ρευστότητας βρίσκεται στις κερδοσκοπικές αγορές. Όπως όλες οι φούσκες, είναι βέβαιο ότι θα έρθει η ώρα που θα σκάσει και αυτή.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναγνωρίσει τον κίνδυνο, δηλώνοντας ότι ο μόνος τρόπος για να μετριαστεί είναι να διαχωρίσει την πραγματική οικονομία από τις κερδοσκοπικές αγορές, εμποδίζοντας τις τράπεζες από το να συμμετέχουν και στις δύο. Αλλά, σύμφωνα με τον Noyer, μία τέτοια κίνηση δε θα λειτουργούσε στην ευρωζώνη, όπου τα κέρδη των τραπεζών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις «ριψοκίνδυνες» δραστηριότητές τους. Αν οι δραστηριότητες αυτές μεταφερθούν στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οικονομία της ευρωζώνης θα υποφέρει αισθητά.

Από μία βραχυπρόθεσμη οπτική, η θέση του Noyer είναι αρκετά σωστή. Όμως τα κέρδη που θα χάνονταν παραμένουν χαμηλότερα από το δυνητικό κόστος μίας ακόμη μεγάλης οικονομικής κρίσης. Τα κράτη μέλη της ευρωζώνης δεν θα έπρεπε να χρειαστεί να πληρώσουν ξανά αυτό το υψηλό αντίτιμο.
banksnews.gr
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ