2014-05-28 02:58:06
Φωτογραφία για Εδά ούτε σχολειό, ούτε μπακάλικο, ούτε χασάπικο...
«Ζόρε-ζόρε ήμαστονε τριάντα» και στα ελάχιστα σπίτια που κατοικούνται στη Μέση, στο λαδοχώρι του Κατωμεριού στο Ρέθυμνο, διαμένουν ή ένα ή δυο άτομα και αυτά κάποιας ηλικίας. Νεότερης ηλικίας, από 25 μέχρι 35 χρόνων, άντε να είναι πέντε ή έξι και απασχολούνται στην αγροτοκτηνοτροφία.

Τόλμησε πριν δώδεκα χρόνια ο Μανώλης Καντιδάκης, πηγαίνοντας κόντρα… στο ρεύμα, να κάνει στην πιάτσα του χωριού το τσαγκαράδικο του Σταύρου Γιακουμάκη καφενείο και ίσως και να το έχει μετανιώσει γιατί «δεν βγάζει ούτε το φως».

Αλλά και τί να κάνει που επέλεξε να μείνει, όταν όλοι οι άλλοι πλην πέντε ακόμα, τους παρέσυρε το… ρεύμα της αστυφιλίας και τους έστειλε στις πόλεις, άλλους στο κοντινό Ρέθυμνο που είναι «ένα τσιγάρο δρόμος» και πολλούς στην υδροκέφαλη Αθήνα; Τον χειμώνα, η Μέση των τριάντα ανθρώπων «είναι νεκροταφείο» και κάποιοι από την πόλη θα εμφανιστούν, θα κάνουν τη δουλειά τους και θα φύγουν άρον-άρον! Και το καλοκαίρι με την κάθοδο των αποδήμων, για τις μέρες των διακοπών κάτι γίνεται
. Όμως ο χρόνος των ξενιτεμένων γρήγορα φεύγει και το χωριουδάκι των γιατρών επανέρχεται ξανά στους ρυθμούς της μοναξιάς του Εκείνο το πρωινό στην πλατεία του πολιούχου Άη Γιάννη του Προδρόμου, το καφενεδάκι ήταν κλειστό γιατί ο Μανώλης έλειπε σε «μια δεκαρέ πρόβατα» που έχει, γιατί έπρεπε «να τα αρμέξει και να πάει το γάλα στην Κυριάννα».

Ήλθε το μικρό τρένο του τουρισμού και έφερε ίσως δεκαπέντε ξένους παραθεριστές, που συνηθίζουν να κάνουν μικρές εκδρομές από τα ξενοδοχεία που διαμένουν στον Αδελιανό κάμπο, για να γνωρίσουν τους κοντινούς προορισμούς της ενδοχώρας. Η ξεναγός δεν βρήκε ανοιχτό το μαγαζάκι και τους πήρε προς τα κάτω να δουν και να φωτογραφίσουν.

Πήραν πάλι το τρενάκι και έφυγαν…

«ΕΔΑ ΘΑ ΔΩ ΔΥΟ ΜΕ ΤΡΕΙΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ…»

Ο Γιώργης ο Καντιδάκης, ο πατέρας του καφεπώλη, που έφτασε λίγο πριν, δεν τα έβαψε και… μαύρα, γιατί αυτές οι επισκέψεις τις πιο πολλές φορές δεν αφήνουν μεροκάματο. «Σπάνια θα έλθουν και θα κάτσουν», έχει διαπιστώσει και θυμήθηκε πέρυσι το καλοκαίρι, που «ανεβαίνανε καψωμένοι από κάτω οι ξένοι και δεν πήρανε ούτε μια μποτίλια νερό» και απογοήτευσαν τον γιό του.

«Θα έλθουν στο χωριό, θα φωτογραφίζουνε και ύστερα θα φύγουνε. Ούτε το φως δε βγάνει το κοπέλι και άμα το ήξερα δεν θα τον άφηνα να το ανοίξει», θα πει και συνεχίζει: «Μια φορά, παλιά, η Μέση είχενε τρία καφενεία και εδά κάθομαι τέσσερις με πέντε ώρες και θα δω δυο με τρείς ανθρώπους. Το χωριό ρήμαξε, κρίμα στη θέση που ‘χει!»

Και μπορεί το καφενεδάκι να μένει από… πελάτες τους περισσότερους μήνες του χρόνου, αφού και οι μόνιμοι χάθηκαν, όμως έχει το δικό του ωράριο και μένει ανοιχτό το πρωί από τις 10 μέχρι το μεσημέρι και το απόγευμα από τις 3 με 4 μέχρι τη νύχτα, ανάλογα με την κίνηση! Ο Μανώλης, ωστόσο, αντέχει  και ίσως να νιώθει και ευτυχής που ο ίδιος με τη λειτουργία που τόλμησε, δίδει έστω και μικρή ανάσα ζωής στο χωριό του…

Έμεινε από κατοίκους η Μέση, έμεινε και από παιδιά και τα τέσσερα που ζουν με τις οικογένειες τους μετακινούνται καθημερινά στο νηπιαγωγείο και στο δημοτικό σχολείο του Άδελε. «Η ερημιά μας τρώει», λέει με παράπονο ο Γιώργης Καντιδάκης. «Εδά ούτε σχολειό, ούτε μπακάλικο ούτε χασάπικο…»
madeincreta.gr
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ