2017-10-10 16:49:10
Φωτογραφία για Πένθος που κυλάει δεν (σε) μαραζώνει
Το άρθρο που ακολουθεί βασίζεται στο σύστημα Διαχείρισης Πένθους της Jane Siminghton, ιδρύτριας και διευθύντριας του Ινστιτούτου Τραυματοθεραπείας του Καναδά. Η Jane είναι για μένα κάτι παραπάνω από «μια ειδικό» που με βοήθησε να στηρίζω ανθρώπους σε Πένθος. Είναι ένα φωτεινό παράδειγμα ζωής και συμπόνιας, μια πραγματική δασκάλα.

«Αποχαιρετίστηκαν και στο αντίο υπήρχε ήδη το καλωσόρισες». – Μάριο Μπενεντέτι

Πέρυσι το καλοκαίρι βρέθηκα στο νοσοκομείο του νησιού μου, συνοδεύοντας μια φίλη που είχε χτυπήσει το πόδι της. Στο προαύλιο, καθώς την περίμενα να τελειώσει με τις εξετάσεις της, συνάντησα μια άλλη φίλη, ας την πούμε Στάσα, που είχα να τη δω χρόνια. Μου είπε ότι νοσηλεύονταν ένα πολύ αγαπημένο της πρόσωπο, που βρίσκονταν σε καταστολή και εκείνη περνούσε κοντά του μεγάλο μέρος της μέρας της, μιλώντας του και τραγουδώντας του. Η Στάσα, όπως όλοι οι άνθρωποι που βρίσκονται σε σοκ, ήταν σφιγμένη στην αρχή. Παρότι είχα να τη δω πολύ καιρό, είναι ένας άνθρωπος που δεν είχα σταματήσει να αγαπώ και να νοιάζομαι.


Καθώς καθόμουν σιωπηλή δίπλα της, στο πεζουλάκι του νοσοκομείου, χαλάρωσε, άρχισε να μου μιλάει, να μου δείχνει φωτογραφίες και να επιτρέπει στον εαυτό της να συγκινηθεί. Η στιγμή, που ο άνθρωπος που είναι παγωμένος από το σοκ του πένθους, επιτρέπει στον εαυτό του να ανοίξει μια τόση δα χαραμάδα για να περάσει η λύπη είναι πραγματικά ιερή. Και τότε ακολούθησε η επέλαση των γιαγιάδων. Κάποιες ηλικιωμένες γυναίκες, γνωστές της προφανώς, με μαύρα τσεμπέρια και περισσή ορμή, την πλησίασαν, τη βούτηξαν κι άρχισαν να της φωνάζουν:

– Μη κλαις

– Ο Θεός είναι μεγάλος. Θα κάνει το θαύμα του

– Πρέπει να σταθείς δυνατή

Η Στάσα, έσβησε το τσιγάρο, ξανάσφιξε τα δόντια, ευχαρίστησε ευγενικά και χάθηκε στα ενδότερα του νοσοκομείου. Η στιγμή είχε περάσει. Το πένθος που για μια στιγμή είχε επιτρέψει να κυλήσει, μπλοκαρίστηκε και πάλι.

Στις δυτικές κοινωνίες, το να μπλοκάρουμε το πένθος με λόγια, συμβουλές, παραινέσεις έχει γίνει συνήθεια. Δεν συνειδητοποιούμε ότι αυτό που συμβαίνει με λόγια σαν αυτά «των γιαγιάδων» είναι ότι μετακινούμε την εστίαση από τον άνθρωπο που πενθεί ….στον εαυτό μας. Στο φόβο μας μην μας συμβεί κάτι αντίστοιχο, στο ότι δεν αντέχουμε την έκφραση της λύπης του, στη πιθανότητα να ταραχτεί η δική μας ισορροπία, στην ανάγκη μας να πάρουμε πληροφορίες για να προστατευτούμε. Αλλά αυτή δεν είναι η δική μας στιγμή, είναι η δική του. Κι αυτό το μπλοκάρισμα, γίνεται βάρος για τον άνθρωπο που πενθεί.

Σε κάποια περιοχή της Νότιας Αμερικής, ακολουθούν ένα τελετουργικό, για κάθε γυναίκα βρίσκεται σε πένθος γιατί χάνει το σύζυγό της. Τις πρώτες μέρες, οι γυναίκες του χωριού «την υιοθετούν» πράγμα που σημαίνει ότι αναλαμβάνουν όλα τα πρακτικά, που η ίδια δεν μπορεί να διεκπεραιώσει. Από το να μαγειρέψουν και να πάρουν τα παιδιά από το σχολείο, μέχρι να καθαρίσουν το σπίτι και να περιποιηθούν τον κήπο. Το βράδυ μαζεύονται σε βεγγέρα και φέρνουν μαζί τους νήματα, σε ότι υφή και χρώμα θέλουν. Η χήρα μπορεί αν θέλει, να φέρει και κείνη τα δικά της, αλλά μπορεί και όχι.

Σε κάθε περίπτωση εκείνη έχει το ρόλο του ενορχηστρωτή. Δεν χρειάζεται καν να μιλάει. Αλλά διαλέγει χρώματα και νήματα και κάνει την αναδιανομή τους στις γυναίκες. Μετά, εκείνες φτιάχνουν ένα κύκλο και κείνη κάθεται στη μέση. Δίνει το σύνθημα πότε θα αρχίσουν το πλέξιμο. Η κάθε μια πλέκει ένα χωριστό κομμάτι που στο τέλος θα ενωθούν σε ένα ενιαίο δημιούργημα. Ανάλογα με το χρόνο που θα πάρει η διαδικασία, μπορεί τελικά να φτιάξουν ένα καρπέτο (κάτι σαν τη δική μας κουρελού), κουβέρτα, πάπλωμα.

Η χήρα είναι αυτή που αποφασίζει πόσο θα κρατήσει και τι μορφή θα πάρει το πλεκτό. Αν κάποιος βλέπει από μακριά μοιάζει το πλεκτό να δημιουργεί έναν ιστό υποστήριξης γύρω από τη γυναίκα που πενθεί. Κι έτσι είναι. Στη διάρκεια που πλέκουν, εξωτερικεύουν την θλίψη τους σε ένα δημιούργημα, με πρακτικό όφελος. Μέσα από τα χέρια, μέσα από τις βελόνες, μέσα από τα χρώματα, μέσα από τα τραγούδια ή τα παραμύθια επιτρέπουν στο πένθος τους να ρέει. Γιατί υπάρχει ένας απαράβατος κανόνας στα νυχτέρια αυτά. Οι κυράδες δεν πρέπει να μιλάνε, να συζητάνε. Αλλά μπορεί να ενώνουν τη φωνή τους σε ένα τραγούδι (όχι απαραίτητα μοιρολόι) ή να διηγούνται παραμύθια.

Είναι πεπεισμένες ότι έτσι το πένθος κυλάει. Ο,τι θα έλεγαν, ότι θα θρηνούσαν το ενσωματώνουν σε κείνο το πλεκτό. Βγάζουν πάνω του τη στενοχώρια τους κι αλαφραίνει η καρδιά. Συμ-παραστέκονται στη χήρα χωρίς να τη βαραίνουν και να την κανοναρχούν. Μόνο όποτε εκείνη το αποφασίσει, σταματούν, στρώνουν κάτω το πλεκτό και από κει και πέρα στα νυχτέρια τους κάθονται και μιλάνε για τον νεκρό, τιμώντας τη ζωή του. Σ’ αυτό το τελετουργικό ενσωματώνονται πολλά που αργότερα, επιστημονικές πηγές για τη διαχείριση του πένθους θα επιβεβαίωναν.

Ένας άνθρωπος που πενθεί δεν χρειάζεται συνήθως – μια και δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες για τον ανθρώπινο πόνο – να μιλάει, αλλά χρειάζεται τη παρουσία ανθρώπων γύρω του «να τον ζεσταίνουν» και να του δίνουν την βεβαιότητα ότι μέσα στο κόσμο (του) που έχει γκρεμιστεί, κάποιοι άνθρωποι παραμένουν σταθερά εκεί. Αυτός που πενθεί, πολλές φορές δεν είναι σε θέση να ανταπεξέλθει στις πρακτικές του υποχρεώσεις. Η συμπαράσταση, λοιπόν, ανθρώπων που βρίσκονται κοντά του και που «αναλαμβάνουν» για πάρτη του να κάνουν όσα εκείνος δεν είναι σε θέση, είναι καταλυτική.

Ξέρουμε, πια, και μέσα από μαγνητικές τομογραφίες πως η μνήμη του πένθους εδράζει στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου. Εκεί δηλαδή που εδράζει κι η διαισθητικότητα, ο οραματισμός και η δημιουργικότητά μας. Ο άνθρωπος που πενθεί, όπως είπαμε συνήθως, στα πρώτα στάδια δε θέλει να μιλάει. Η δημιουργικότητα, όμως, η τέχνη είναι ένας καλός τρόπος να ανοίξει το κανάλι της ψυχής του και να κυλήσει ο πόνος. Το ίδιο και τα δάκρυα. Η έκφραση αυτή συνδυασμένη με τα διαλείμματα σιωπής αλλά και με την αίσθηση της παρουσίας της Κοινότητας, είναι αυτό που οι κυράδες ήξεραν ότι βοηθάει. Και βοηθάει.

Κι έχει σημασία εδώ να πούμε πως πένθος δεν επισύρει μόνο η απώλεια ενός προσώπου, αλλά και η απειλή για την υγεία του, όπως στο παράδειγμα της αρχής, ακόμα και η διατάραξη της πραγματικότητας που γνωρίζουμε, όπως π.χ. η απώλεια της εργασίας μας. Με την ευρεία έννοια πένθος επισύρει ότι «σπάει» την ασφάλεια του κόσμου, όπως τον ξέρουμε.

Η Jane συνηθίζει να λέει ότι το ορόσημο στο πένθος είναι η βαθιά γνώση ότι η ζωή μας μετά από αυτό το γεγονός δεν θα είναι ποτέ η ίδια. Θα χρειαστεί νέα διαπραγμάτευση και νέοι όροι ζωής. Αν όμως η ροή δεν διακοπεί, η διαπραγμάτευση αυτή ανοίγει μια πόρτα σε μια άλλη περισσότερο πλήρη και νοηματοδοτημένη ζωή.

Γιατί το πένθος αν και κουβαλάει έναν οξύ πόνο, κουβαλάει επίσης ουσιαστικές αλήθειες: 1. ότι είσαι συναισθηματικά ζωντανός και 2. ότι ο πόνος αυτός σε καλεί να του επιτρέψεις να βιωθεί και να «κυλήσει». Γιατί η πηγή του συνήθως λέγεται βαθιά αγάπη. Κι αυτές οι αλήθειες μπορεί να είναι βαθιά αναζωογονητικές και παρηγορητικές.

Και κάπως έτσι πραγματώνεται και η ρήση του παππού Καζαντζάκη: «Τετέλεσται, είπε κι ήταν σαν να λεγε: Τώρα αρχίζουν όλα».

Αγγελική Πλουμά, Εκπαίδευση και Ανάπτυξη Ατόμων/Οργανισμών, ομιλήτρια, συγγραφέας
Πηγή Tromaktiko
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ