2013-06-20 13:08:03
Φωτογραφία για Η αρμύρα ρίζωσε και το ιώδιο... κυλάει στις φλέβες του
του Μανόλη Παντινάκη

Στη θάλασσα του Λιβυκού έδωσε τη ζωή του ο καπετάν Επαμεινώνδας - Το ερχόμενο τριήμερο η 3η Γιορτή των Ψαράδων στην Αγία Γαλήνη

Ο Επαμεινώνδας Μπαγιαρτάκης σήμερα στα 81 του χρόνια, γεμάτος αλμύρα Στις φλέβες του θαλασσόλυκου της Αγίας Γαλήνης Επαμεινώνδα Μπαγιαρτάκη κυλάει πια… ιώδιο και η ζωή του στα εξήντα εφτά χρόνια που δερνόταν από τα μποφόρια ήταν σαν την αρμύρα της θάλασσας. Σπίτι του ... το καΐκι - όσο κι αν κάποιες φορές τα βρήκε σκούρα!

Στο καΐκι ο καπετάν Επαμεινώνδας με τα παιδιά του Μιχάλη και Λεωνίδα και μπροστά στο μόλο η γυναίκα του Θάλεια με τις κόρες τους Αικατερίνη και Μαρία. Φωτογραφία στα τέλη του’60 ή αρχές ’70…

Όταν σηκωνόταν πρωί-πρωί για να ξανοιχτεί στο πέλαγος και να βγάλει το μεροκάματο, σήκωνε το χέρι του κι έκανε το σταυρό του γιατί είχε να δαμάσει τα στοιχεία της φύσης και πάντα έλεγε στη γυναίκα του: «Θάλεια γατέχω την ώρα που θα φύγω, μα δε γατέχω τη μέρα και την ώρα που θα ‘ρθω κι αν θα ‘ρθω…»


Στην ταραχή με τους αέρηδες που «θέριζαν»στο πέλαγος, η ζωή του καπετάν Επαμεινώνδα δεν είχε κανόνες και πρόγραμμα γιατί εδώ τα σχέδια τα έφτιαχναν στα δικά τους μέτρα τα φαινόμενα της φύσης. Πολλές φορές η βροχή, η θάλασσα και ο ιδρώτας τον μούσκευαν και τρεις μέρες, και τα ρούχα στέγνωναν πάνω στο κορμί του και αρκετές άλλες στις 24 ώρες, ίσα που προλάβαινε να βάλει μια μπουκιά ψωμί στο στόμα του! Ζωή σε ένα άλλο κόσμο με παρέα τη μοναξιά της θάλασσας και του ουρανού, τις τρικυμίες και την ψαριά του… «Δεν είναι αυτή δουλειά!» έλεγε κάθε μέρα, «μα και τι να κάνω, η φτώχεια μ’ έκανε ψαρά γιατί δεν είχα κι άλλες επιλογές όταν μπήκα στη θάλασσα».

Θαλασσοδαρμένος μια μέρα, με το τρεχαντήρι τον «Φραγκίσκο» τα βρήκε σκούρα με τα παιδιά του το Μιχάλη και το Λεωνίδα, «τα τρία Τρουλλινάκια και το Γιάννη τον Ανυφαντάκη» και κατάφεραν να φύγουν και πενήντα μίλια από την Κρήτη προς τη Λιβύη για να γλιτώσουν. Και μια άλλη, πάνω στο «Στελιανό» στο Λιβυκό, με οκτώ μποφόρια με τον αδελφό του τον Γιώργο και πάλι με τον

Ανυφαντάκη, που ως φαίνεται είχε… μονιμότητα, που «χάλασε η μηχανή στο πέλαγος». Η ζωή τους τότε «κρεμόταν» από μια κλωστή, ο βυθός ήταν έτοιμος να τους πάρει μαζί τους κι όμως «σωθήκαμε από θαύμα».

Τώρα και οκτώ χρόνια, έχοντας αποτραβηχτεί από τις ψαριές, δεν την γυρεύει τη θάλασσα, απλά παρακολουθεί σαν θεατής και πότε-πότε δεν κρατιέται. Κουράστηκε και πόνεσε και το φάρμακό της δεν τον γιατρεύει!

Βλέπει τους σημερινούς που μοιάζουν με ψαράδες …πολυτελείας, με ανέσεις και μέσα και δεν «βούτηξαν» σαν κι αυτόν στις ταλαιπωρίες και στα βάσανα των πέτρινων θαλασσινών χρόνων. «Την ταξίδεψα τη θάλασσα εξήντα πέντε χρόνια», βγάζει το συμπέρασμα της πολύχρονης φουρτούνας του. «Μα δεν την αναζητώ, ούτε να τη βλέπω θέλω! Κουράστηκα και από παιδάκι δεν ήξερα πότε θα κοιμηθώ και πότε θα σηκωθώ. Τώρα και εφτά-οκτώ χρόνια δεν πάω καθόλου στο καΐκι και το έδωσα στο γιό μου το Λεωνίδα που είναι στην Αυστραλία και το βάζει στη θάλασσα όταν έρχεται στο χωριό. Το έχει κλεισμένο στο γκαράζ του…»

ΜΕ ΜΙΚΡΑ ΚΑΙΚΙΑ ΚΑΙ ΚΟΥΠΙΑ…

Μεγάλα σόγια που βρέθηκαν από τις Μέλαμπες στην Αγία Γαλήνη, λες και γεννήθηκαν κι ανατράφηκαν μέσα στη θάλασσα, οι Μπαγιαρτάκηδες και οι Μπαντίνηδες.

Ο καπετάν Επαμεινώνδας, μικρός από τα 13 του χρόνια άρχισε να δουλεύει «σαν σκύλος» πρώτα σε ξένα καΐκια στου Χαράλαμπου του Κασωτάκη, στου πατέρα του και «στους γέρους Μπαντίνηδες του Μπαντινόκωστα και του Μπαντινογιώργη του κουτσού…». Ψαράς ο πατέρας του Μιχάλης «που πετούσε τους δυναμίτες με τα… πόδια», ψαράς και ο παππούς του Επαμεινώνδας, που το ίδιο εκρηκτικό του «έκοψε» τη ζωή…

Το ταξίδι στη ζωή του έχει πολλές τρικυμίες και καθώς τραβά κουπί, η καρδιά του ματώνει! Ο βετεράνος, ενώ ξεδιπλώνει τις πτυχές της διαδρομής του, πότε σηκώνει κύματα και πότε γαληνεύει και η γυναίκα του η Θάλεια, που το όνομά της το έδωσε σε ένα του ψαροκάικο, επιμελής ακροατής των διηγήσεών του, πού και πού κάτι παρατηρεί ή συμπληρώνει. Φαίνεται αυτές οι μαρτυρίες να τη γυρίζουν πολλά χρόνια πίσω…

«Και τι να κάνω;» διερωτάται. «Πείνα και δυστυχία! Ο πατέρας μου ψαράς κι ο παππούς μου ψαράς και το ’40 και το ’50 δυστυχούσαμε. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά και η μάνα μου η Αικατερίνη θέριζε για δυο οκάδες κριθάρι. Στο σπίτι του πατέρα μου κρέας δεν είχαμε να πάρομε και τρώγαμε μόνο τις μεγάλες γιορτές… Όταν μπήκα στη θάλασσα, πηγαίναμε με μικρά καϊκάκια των πέντε με έξι μέτρων και με κουπιά, και κάναμε το πολύ δέκα μίλια. Φτάναμε στα Παξιμάδια, στον Κεραμέ και στον κόλπο της Μεσαράς. Κάναμε ξωμονές, ρίχναμε τα δίχτυα, μαζεύαμε ύστερα τα ψάρια αλλά πού πάγος! Ερχότανε οι αγωγιάτες όπου λιμενίζαμε, παίρνανε τα ψάρια και τα πουλούσαν στα χωριά τους ή τα γυρνούσαν με τα γαϊδουράκια σε κοντινά…

»Άμα δεν μπορούσαν να έλθουν οι αγωγιάτες, υποχρεωτικά τους τα πηγαίναμε εμείς στα χωριά με τα πόδια και ξυπόλυτοι. Φαντάσου τυραννία! Να σου φέρω ένα παράδειγμα: Στα Κάτω Σαχτούρια τα ψάρια τα έπαιρνε ένας Στέφανος Καραπιδάκης, που ήταν και ψάλτης στην εκκλησία, και τις Κυριακές το πρωί δεν μπορούσε να έλθει να τα πάρει. Γι αυτό μια ώρα, μιάμιση ώρα δρόμο, τα πήγαινα εγώ από το «Πρασονήσι», που λιμενίζαμε και τρώγαμε, τα ψάρια. Η πληρωμή μας ήταν με όσπρια ή άλλα αγροτικά προϊόντα. Τότε, μια οκά μπαρμπούνια μια οκά λάδι και σήμερα ένα κιλό μπαρμπούνια δέκα κιλά λάδι! Το ψάρι κατάντησε να είναι είδος πολυτελείας και μια φορά ερχότανε και σου λέγανε: Μώρεσύ έχεις ψάρι; Και του έλεγες «ναι» πάρε ότι θέλεις και δώσε όσο θέλεις. Και σήμερα έρχεται ο ξενοδόχος και σου λέει: Παρακαλώ, κύριε έχετε ψάρι;»

ΤΟ «ΤΟΝΑΚΙ»…

Το πρώτο σκάφος που «του έδινε μεροκάματο στα κοντινά του πελάγους»» ήταν το «Τονάκι», ένα μικρό σφουγγαράδικο που το έφεραν σφουγγαράδες από την Κάλυμνο. Η Τόνια, μια Αγγλίδα τουρίστρια από τους πρώτους τουρίστες που ανακάλυψαν την Αγία Γαλήνη, φίλη του, ενθουσιάστηκε με το ψαροχώρι και τη θάλασσα, και το αγόρασε για «να κάνει βαρκάδες και να φτάνει στη «Σπηλιάρα» και να κάνει μπάνιο γυμνή».

Φεύγοντας, μετά από ένα μήνα του το χάρισε, όμως δυο χρόνια μετά που ήλθε ξανά δεν το βρήκε. Ο καπετάν Επαμεινώνδας το είχε πουλήσει και έβαλε πλώρη για αγορές μεγαλύτερων σκαφών, που «αυτά θα του ζούσαν το σπίτι με τα τέσσερα παιδιά…» Οι ψαράδες, τότε, στην Αγία Γαλήνη θα ήταν δεκαπέντε από τις οικογένειες των Μπαγιαρτάκηδων και των Μπαντινάκηδων..

Και μετά το «Τονάκι» δούλεψε στην «Αναστασία» του πατέρα του, ύστερα με τον αδελφό του στο «Στελιανό», συνέχεια στο «Μιχάλη», στο «Φραγκίσκο» και στη «Θάλεια». Αναρίθμητα τα ταξίδια του ο πόνος της βιοπάλης καθημερινός και τις πολλές φορές αβάσταχτος. «Τα μποφόρια δεν με έστεναν, είχα κοπέλια και γραμμάτια και ήθελα να είμαι εντάξει με τις υποχρεώσεις μου», θα πει για τις εποχές της στέρησης. «Τη δουλειά μου την αγάπησα γιατί έζησε το σπίτι μου, μα και τώρα να ξαναγεννιούμουν με τις σημερινές συνθήκες πάλι ψαράς θα ήθελα να ήμουν…»

Ο ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΕΦΕΡΕ ΤΟ ΨΑΡΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Και αν τις δεκαετίες πριν το ’80 το ψάρι ήταν για τους φτωχούς και μεροκαματιάρηδες, με την άνοδο του τουριστικού ρεύματος στα ψαραχώρια, απόκτησε αξία και πλέον μπήκε στο τραπέζι «ως εκλεκτό και πολυτελείας». Γι'αυτό θα πει ο ογδοντάχρονος θαλασσοπόρος: «Τότε, όλα τα μαγέρικα δουλεύανε με όσπρια και κρέας και τα ψάρια δεν τα προτιμούσε ο κόσμος. Εμένα, αν μου έλειπε το ψάρι από το καθημερινό τραπέζι, δεν μπορούσα να ζήσω και τώρα το τρώγω μια και δυο και τρεις φορές τη βδομάδα. Το ψάρι είναι δύναμη! Αυτό και τα όσπρια με έστεναν όταν ξαγρυπνούσα και κουραζόμουνα. Από το ’80 και μετά που ήλθε ο τουρίστας, αυτός έφερε το ψάρι στο τραπέζι του Έλληνα, του έδωσε αξία και το έκανε πολυτελείας και πανάκριβο…»

Αξιολογώντας τις θρεπτικές αξίες των ψαριών και διαθέτοντας εμπειρία τόσων χρόνων, θεωρεί ότι «το πιο καλό ψάρι» το έβαλε στα δίχτυα του από τη θάλασσα του Κεραμέ και από τα Παξιμάδια και βάζει στην κορυφή τα πετρόψαρα από άποψης υγείας και νοστιμιάς, δηλαδή τους σαργούς, τα μελανούρια, τα σκαθάρια και τα μαυρόψαρα. Ακολουθούν σε αξιολόγηση «τα λασπόψαρα, το μπαρμπούνι, η κουτσομούρα και οι σφυρίδες και «δώρα» αξίας είναι τα λυθρίνια, η συναγρίδα, το φαγκρί και το μπαρμπούνι…»

Θα μπορούσε ο θαλασσόδαρτος καπετάν Επαμεινώνδας να μιλάει για ώρες πολλές για τις φουρτούνες και τις μπουνάτσες, για τις τρικυμίες και τα δάνεια που χρειάστηκε για να στήσει το σπίτι του και δεν ήταν όμοια με τα θαλασσοδάνεια πολιτικών και δημοσίων προσώπων.

Τώρα πια στο ψαροχώρι του, ένα δυο στενά από την αγορά της Αγίας Γαλήνης, κρυμμένος από το λιμάνι, δε θέλει να βλέπει και να ακούει για καΐκια και ψαριές. Μοιάζει με τον απόμαχο που κάνει… αποτοξίνωση και απολαμβάνει τις θύμησες του, παρέα με την αρχόντισσά του που τον περίμενε, έκανε προσευχές και σταυροκοπιούνταν να γυρίσει ζωντανός από την ταραχή του μεροκάματου…

Το ερχόμενο σαββατοκύριακο, στην Αγία Γαλήνη πραγματοποιείται για τρίτη χρονιά η Γιορτή των Ψαράδων, κατά τη διάρκεια της οποίας θα πραγματοποιηθούν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζει η βαρκάδα της Δευτέρας (ημέρας του Αγίου Πνεύματος) στον κόλπο της Μεσσαράς!

madeincreta.gr
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ