Με θέμα «Επανεξέταση της θεσμοθέτησης του «Εναλλακτικού Μαθήματος» της Ηθικής κατόπιν των ενστάσεων της Θεολογικής Σχολής του ΕΚΠΑ», συζητήθηκε στη Βουλή με τον Υφυπουργό ΠΑΙΘΑ Κωνσταντίνο Βλάση η Επίκαιρη Ερώτηση του Ανεξάρτητου Βουλευτή Χαράλαμπου Κατσιβαρδά. Ο Βουλευτής επισημαίνοντας ότι η ύπαρξη της θέσπισης του μαθήματος της Ηθικής δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ότι θα οδηγήσει σε μία μορφή θρησκευτικής αποξένωσης και αναλφαβητισμού, ρωτούσε με ποιον τρόπο θα αποκατασταθεί αυτή η εκπαιδευτική ανισότητα.
Ακολουθεί η συζήτηση στη Βουλή επί του θέματος
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΙΒΑΡΔΑΣ: Αξιότιμε κύριε Πρόεδρε, αξιότιμε κύριε Υφυπουργέ, επί της αρχής είναι γεγονός ότι το Υπουργείο Παιδείας σε κρίσιμα ζητήματα υπηρετεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον στόχο και προάγει το καλύτερο προς πάσα κατεύθυνση. Το σημερινό ερώτημα άπτεται του εξής, γιατί έχουν δημιουργηθεί κάποια εύλογα ερωτήματα, παρά τις όποιες προσπάθειες του Υπουργείου Παιδείας.
Σύμφωνα με τις τελευταίες υπουργικές αποφάσεις, θεσπίστηκε εναλλακτικώς του θρησκευτικού μαθήματος για τους μαθητές οι οποίοι επικαλούνται λόγους συνειδήσεως -δικαίως- να διδάσκονται το μάθημα της Ηθικής. Το συγκεκριμένο μάθημα βεβαίως της Ηθικής ερείδεται, επικεντρώνεται, σε ένα κανονιστικό πλαίσιο αρχών και συμπεριφοράς, το οποίο ευθυγραμμίζεται με ένα φιλοσοφικό επίπεδο. Αυτό το περιεχόμενο ουσιαστικά αφίσταται από τον θρησκευτικό εγγραμματισμό, δηλαδή ουσιαστικά είναι αποκομμένο από το ιστορικό και το πολιτιστικό πλαίσιο το οποίο επιτάσσει το μάθημα των Θρησκευτικών κατ’ άρθρο 16 του Συντάγματος. Εξάλλου, ουσιαστικά υπάρχει και η παγιωμένη νομολογία της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο αναφέρει ότι εναλλακτικώς για τους μαθητές οι οποίοι δηλώνουν απαλλαγή πρέπει να μετάσχουν σε ένα μάθημα επιστημονικά συναφές και ισότιμο θρησκειολογικού και πληροφοριακού περιεχομένου. Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι το εξής. Η ύπαρξη της θέσπισης του μαθήματος της Ηθικής με αυτό το περιεχόμενο δημιουργεί εύλογες ανησυχίες ότι θα οδηγήσει, πάντοτε κατ’ επιταγή του Συντάγματος και της νομολογίας, σε μία μορφή θρησκευτικής αποξένωσης και αναλφαβητισμού. Δηλαδή, γεννά ζητήματα ανισότητας μεταξύ των μαθητών, δημιουργώντας μαθητές ουσιαστικά δύο ταχυτήτων. Επομένως, το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο θα αποκατασταθεί αυτή η εκπαιδευτική ανισότητα, καθώς λόγω ουσιαστικά του περιεχομένου του μαθήματος αυτού οι μαθητές που δηλώνουν απαλλαγή από το κυρίως μάθημα των Θρησκευτικών θα εκπαιδευτούν σε κάτι το οποίο αντίκειται σε αυτά τα οποία προανέφερα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΣΗΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού): Αξιότιμε κύριε συνάδελφε, σας ευχαριστώ πολύ για την πολύ χρήσιμη ερώτηση που καταθέσατε. Θα ξεκινήσω να πω ότι σύμφωνα με τον νόμο -ενδεχομένως το γνωρίζετε- δεν υφίσταται καμία υποχρέωση διαβούλευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού με οποιονδήποτε για τη διαμόρφωση των προγραμμάτων σπουδών οποιουδήποτε μαθήματος. Αυτό είναι για να το βάζουμε σε μια πρώτη βάση. Αυτό βέβαια είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα από το γεγονός ότι στον αναγκαίο δημόσιο διάλογο για τα προγράμματα σπουδών κάθε μαθήματος που διεξάγεται εντός κάθε δημοκρατικής κοινωνίας όλοι έχουν το δικαίωμα να εκφράσουν τις θέσεις τους, να καταθέσουν τις προτάσεις τους, αλλά και να λάβουν τις απαραίτητες επιστημονικά τεκμηριωμένες απαντήσεις από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, το ΙΕΠ. Το μάθημα λοιπόν της Ηθικής αποτελεί ένα γνωστικό αντικείμενο νέο, με μια σημαντική διαφορά από όλα τα υπόλοιπα. Εισάγεται υποχρεωτικά στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα κατόπιν των 1749 του 2019 και 1750 του 2019 αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι αποφάσεις αυτές, όπως γνωρίζετε, είχαν ως κύριο θέμα τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος των Θρησκευτικών. Η κεφαλαιώδης σημασία αυτών των αποφάσεων είναι ότι για πρώτη φορά αντιμετώπισαν το ζήτημα του μαθήματος των Θρησκευτικών στην ολότητά του. Οι αποφάσεις αυτές που λήφθηκαν από την ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό την προεδρία του κ. Ράντου, στον οποίο αξίζει μια ιδιαίτερη μνεία, έδωσαν μια οριστική απάντηση σε όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με το μάθημα των Θρησκευτικών. Κι αυτό, γιατί αποσαφήνισαν πλήρως: Πρώτον, τον σκοπό και τη στοχοθεσία του μαθήματος Διδασκαλία των Δογμάτων της Ορθόδοξου Εκκλησίας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Δεύτερον, την υποχρεωτικότητα της παρακολούθησής του. Είναι υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές που είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Τρίτον, το δικαίωμα και τη διαδικασία απαλλαγής. Όλοι όσοι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι έχουν δικαίωμα απαλλαγής. Και τέταρτον, την υποχρεωτική θέσπιση του μαθήματος Ηθικής για όσους μαθητές απαλλάσσονται από το μάθημα των Θρησκευτικών, έτσι ώστε να μην υπάρχει το φαινόμενο της καινής ώρας. Η απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν αναφέρεται ούτε σε μάθημα θρησκειολογίας, ούτε σε μάθημα ιστορίας θρησκευτικών, ούτε σε κανενός είδους μάθημα θρησκευτικού εγγραμματισμού. Με τις αποφάσεις του Σ.τ.Ε. τερματίστηκε λοιπόν μια μακρά διαμάχη για το μάθημα των Θρησκευτικών, η οποία κρατά τουλάχιστον, αν θυμάμαι καλά, από το 2006. Στη διαμάχη αυτή πρωταγωνίστησαν οι θεολόγοι, καθώς οι θεολόγοι ήταν αυτοί που έγραφαν και συνέγραφαν τα προγράμματα σπουδών. Και θεολόγοι ήταν αυτοί που αντέδρασαν και προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εκκλησία ουδέποτε προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενάντια στο πρόγραμμα σπουδών, αλλά αντίθετα ήρθε σε διάλογο με το ΙΕΠ. Στις 27 Ιουλίου του 2022 η Ένωση Αθέων έστειλε επιστολή στο ΥΠΕΘΑ, για όσους δεν γνωρίζουν, ζητώντας να προβεί άμεσα το Υπουργείο στις σχετικές ενέργειες για την εισαγωγή του μαθήματος της Ηθικής και να συμμετάσχει η ίδια στη διαμόρφωσή του. Το ΥΠΕΘΑ πολύ σωστά απάντησε ότι το πρόγραμμα σπουδών καθορίζεται από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, χωρίς καμία πρότερη διαβούλευση. Βέβαια, θα πούμε και για τον Πανελλήνιο Θεολογικό Σύνδεσμο «Καιρό», ο οποίος δήλωσε την αντίθεσή του στην εισαγωγή του μαθήματος Ηθικής, ενώ η γενικότερη επιχειρηματολογία περί της μη εισαγωγής του συγκεκριμένου μαθήματος αναφέρεται στο ψήφισμα του 2026 του Τμήματος Θεολογίας του ΕΚΠΑ.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΤΣΙΒΑΡΔΑΣ: Κύριε Υφυπουργέ, ευχαριστώ για την εμπεριστατωμένη απάντηση. Απλώς, το δεύτερο σκέλος της ερώτησης εδώ στην προκειμένη περίπτωση άπτεται του γεγονότος ότι, ναι μεν το ΙΕΠ έθεσε κάποιες κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες όμως ουσιαστικά ακριβώς δεν συμπεριλαμβάνουν το ισότιμο και επιστημονικά συναφές αντικείμενο θρησκειολογικού και πληροφοριακού περιεχομένου το οποίο θα αποτελεί το αντικείμενο του εναλλακτικού μαθήματος των Θρησκευτικών για τους μαθητές οι οποίοι επικαλούνται ουσιαστικά την ελευθερία συνείδησης και απαλλάσσονται από το κυρίως μάθημα των Θρησκευτικών, όπως επιτάσσει το άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Βεβαίως η συνταγματική έννομη τάξη είναι αυτή η οποία χαράσσει την κατευθυντήρια γραμμή και στην προμετωπίδα του Συντάγματος αναφέρεται «εις το όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Υπάρχει το άρθρο 16 παράγραφος 2, το άρθρο 3 περί κρατούσης θρησκείας, χωρίς βεβαίως να θίγονται τα αντίστοιχα θρησκευτικά δικαιώματα και ο θρησκευτικός πλουραλισμός και το άρθρο 13. Άρα μέσα σε αυτό το πλέγμα της κείμενης νομοθεσίας φρονώ -και εδώ έρχομαι και διατυπώνω το δεύτερο ερώτημα- για ποιον λόγο θα ήταν δηλαδή λίαν εποικοδομητικό να συμμετάσχουν και οι θεολογικές σχολές. Εγώ σας καθιστώ γνωστό το γεγονός ότι υπάρχει το ψήφισμα της 5ης Φεβρουαρίου 2026 του Τμήματος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ως προς το περιεχόμενο του οποίου συνετάγη αναφανδόν και το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Το περιεχόμενο του ψηφίσματος αυτού μιλάει αποκλειστικά για τους μαθητές οι οποίοι δηλώνουν την απαλλαγή ότι αν διδαχθούν αποκλειστικά και μόνο το ζήτημα της ηθικής με αυτήν την κατεύθυνση, υπόκεινται σε μια μορφή ανισότιμης μεταχείρισης, διότι αφίστανται με το θρησκευτικό αντικείμενο που πρέπει, όπως προανέφερα, να είναι επιστημονικά ισότιμο και δημιουργεί προϋποθέσεις ενός θρησκευτικού αναλφαβητισμού. Στερούνται αυτό το οποίο ονομάζουμε θρησκευτικό εγγραμματισμό, διότι το ψήφισμα το οποίο επικυρώθηκε και έγινε δεκτό και από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης σταχυολογεί κάποιες ανησυχίες επιστημονικού τύπου, οι οποίες δεν ετέθησαν στα πλαίσια μιας διαβούλευσης, προκειμένου να διαφωτιστεί έτι περαιτέρω αυτό το μείζον ζήτημα της θρησκευτικής συνείδησης ή της ελευθερίας συνειδήσεως, αν θέλετε, αυτών οι οποίοι δηλώνουν απαλλαγή και δηλώνουν ότι δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι, όπως ρητώς και προβλέπεται. Οι προβληματισμοί είναι, όπως είπαμε, για την έλλειψη του θρησκευτικού εγγραμματισμού, για την υποβάθμιση της πολιτιστικής ταυτότητας. Δεν έχουν μια διευρυμένη επισκόπηση της ιστορικής και της πολιτισμικής συνείδησης γενικότερα και της Ελλάδας και της Ευρώπης. Δημιουργούνται προβλήματα επιστημονικής ασάφειας και ανισότητας εκπαιδευτικής και συν τοις άλλοις, εάν έχει προσανατολισμό σε μια πρακτική μορφή φιλοσοφίας, κατ’ ουσίαν αυτό αντίκειται γενικότερα και στη νομολογία συλλήβδην του Συμβουλίου της Επικρατείας που ερείδεται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του Συντάγματος, αλλά και στο άρθρο 9 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Θέλω να πω ότι φρονούμε ότι θα ήτο εποικοδομητική η διαβούλευσις με τις θεολογικές σχολές που είναι εξ αντικειμένου καθ’ ύλην αρμόδιοι και επιστημονικά ειδικότεροι επαΐοντες, γιατί το αντικείμενο είναι συναφές με το θρησκευτικό αντικείμενο αυτό καθαυτό, επικεντρώνοντας σε αυτό το θέμα, δηλαδή της εναλλακτικής διδασκαλίας για τους μαθητές που δηλώνουν απαλλαγή από το μάθημα των θρησκευτικών.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΣΗΣ (Υφυπουργός Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού): Αγαπητέ συνάδελφε, θα σας πω για ένα δελτίο Τύπου που εξέδωσε στις 3 Αυγούστου του ‘24 η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων και μάλιστα με τίτλο «Λογική, λειτουργική και νόμιμη απόφαση για εναλλακτικό μάθημα ηθικής». Στο δελτίο τύπου η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων δηλώνει μεταξύ άλλων ότι η απόφαση του Υπουργείου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Διαβάζω λίγο επί λέξει -για να δούμε και όλο το σκεπτικό- το δελτίο Τύπου της ΠΕΘ. «Εν προκειμένω, ως προς το μάθημα που θα διδάσκονται οι απαλλασσόμενοι μαθητές-μαθήτριες, η θέση μας είναι ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να σέβονται τη θρησκευτική ελευθερία όλων των μαθητών και φυσικά και αυτών των κατηγοριών που απαλλάσσονται, καθώς είναι απαραβίαστη, σύμφωνα με το Σύνταγμα. Επομένως, πολύ ορθά οι απαλλασσόμενοι μαθητές θα πρέπει να διδάσκονται ένα ουδέτερο από θρησκευτικής πλευράς μάθημα Ηθικής ή κατά τη γνώμη μας Ηθικοκοινωνικής Αγωγής. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να απαιτούμε από τους γονείς και τους μαθητές που δηλώνουν άθεοι, αγνωστικιστές, αλλόδοξοι ή ετερόθρησκοι να σέβονται το δικαίωμα της δικής μας θρησκευτικής ελευθερίας να διδασκόμαστε την πίστη της επιλογής μας και εμείς να μη σεβόμαστε το δικαίωμα της δικής τους επιλογής να μη διδάσκονται θρησκείες. Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό ότι οι γονείς που δήλωναν άθεοι και αγνωστικιστές είχαν εκφράσει ήδη παλαιότερα την επιλογή τους, προσφεύγοντας κατά του πολυθρησκειακού, θρησκειολογικού μαθήματος θρησκευτικών που είχε εισαχθεί το 2016 επί ΣΥΡΙΖΑ, Φίλη-Γαβρόγλου και ζητώντας απαλλαγή από αυτό. Τέλος, υπάρχει διάχυτη η αίσθηση ότι οι θεολόγοι αυτής της μικρής ομάδας που συνέγραψαν και στήριξαν τα ακυρωθέντα από το Συμβούλιο της Επικρατείας προγράμματα των Φίλη-Γαβρόγλου και οι οποίοι προτείνουν ένα θρησκειολογικό μάθημα για τους απαλλασσόμενους μαθητές-μαθήτριες, δεν το πράττουν επειδή ενδιαφέρονται όντως για τα δικαιώματα αυτών των μαθητών, αλλά προφανώς για τους δικούς τους συγκεκριμένους λόγους και σχεδιασμούς, διότι μέχρι τώρα δεν φαινόταν να τους ενοχλεί το γεγονός ότι οι μαθητές-μαθήτριες που απαλλάσσονταν από το μάθημα θρησκευτικών περιφέρονταν τις περισσότερες φορές άσκοπα στον χώρο του σχολείου, ούτε ενδιαφέρθηκαν να προτείνουν κάποια λύση γι’ αυτό. Η άποψη, λοιπόν: Είναι ένα μάθημα θρησκειολογικό. Είναι προτιμότερο από την ηθική. Έχει συγκεκριμένη στόχευση, η οποία όμως αντιστρατεύεται τη θρησκευτική ελευθερία των μαθητών που αιτούνται απαλλαγή. Συνεπώς η απόφαση του Υπουργείου Παιδείας να ορίσει για τους αιτούμενους απαλλαγή από το μάθημα θρησκευτικών ένα μάθημα ηθικής προβάλλει λογική, λειτουργική και νόμιμη». Αυτή είναι όλη η ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Επομένως, μας κάνει έκπληξη που το Τμήμα Θεολογίας, όπως είπατε, του ΕΚΠΑ εξέδωσε ομόφωνα απόφαση στις 5 Φεβρουαρίου του ’26, καθώς η πλειοψηφία των καθηγητών του έχει στραφεί δημοσίως και εντόνως κατά της αντίληψης περί θρησκευτικού εγγραματισμού, όταν αυτή αφορούσε το μάθημα των θρησκευτικών. Κύριε συνάδελφε, το Υπουργείο Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού καλωσορίζει κάθε κατάθεση προτάσεων, απόψεων και κριτικής σχετικά με τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος της ηθικής όχι μόνο για τις θεολογικές σχολές, αλλά και από τις φιλοσοφικές σχολές και από τα παιδαγωγικά τμήματα δημοτικής εκπαίδευσης, όμως ελπίζει και επιθυμεί πρώτιστα και κύρια να δει απόψεις και θέσεις από πρόσωπα και φορείς που πρόκειται να κάνουν χρήση αυτών των προγραμμάτων σπουδών, δηλαδή από όσους δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Εκτός των άλλων, για να τα λέμε και όλα, στην επιστημονική ομάδα που συνέταξε τα προγράμματα σπουδών του μαθήματος ηθικής μετείχαν και έγκριτοι θεολόγοι, οι οποίοι παραδόξως αντί να δεχτούν συγχαρητήρια για την προσφορά τους, δέχτηκαν επίθεση από συναδέλφους.
especial
thriskeftika



