2018-12-28 19:45:10
Φωτογραφία για Τηλεοπτική σειρά με άγνωστα ιστορικά στοιχεία της Αιτωλοακαρνανίας περιμένει έγκριση της ΕΡΤ
             Ένα σύνολο άγνωστων ή όχι πολύ γνωστών στο ευρύ κοινό ιστορικών γεγονότων που συνδέονται με τον νομό μας, πληροφορηθήκαμε ότι διερευνά ο δημοσιογράφος – ερευνητής Μάκης Εξαρχόπουλος, με σκοπό να ενταχθούν σε τηλεοπτική σειρά που έχει κατατεθεί στην ΕΡΤ και αναμένεται η εγκρισή της. 

          Το γεγονός αυτό μας έδωσε το κίνητρο για να τον βρούμε και να μιλήσουμε μαζί του. Ο Μάκης Εξαρχόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Από το 1981 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα μέχρι που επέστρεψε, εδώ και ένα χρόνο, πάλι στη Θεσσαλονίκη. Οι ρίζες του, και από τους δύο γονείς, είναι στην Καππαδοκία. Ο Μάκης Εξαρχόπουλος , εδώ και τέσσερις μήνες, βρίσκεται στην περιοχή μας συγκεντρώνοντας πλούσιο υλικό και άγνωστα στο ευρύ κοινό ιστορικά στοιχεία, σε μια προσπάθεια να γυριστούν δύο επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς που κατατέθηκε στην ΕΡΤ και ακόμη τέσσερα ανεξάρτητα ντοκιμαντέρ. Το AgrinioBestOf.gr και η Χρύσα Σπαή μίλησε μαζί του και έμαθε για τους αναγνώστες μας τι είναι εκείνα που περιμένουμε να δούμε για την Αιτωλοακαρνανία από αυτή την τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ, αλλά και από τα τέσσερα ντοκιμαντέρ.


Ο Μάκης Εξαρχόπουλος με την Χρύσα Σπαή κατά την διάρκεια της συνέντευξης..... Μιλήστε μας λίγο για τις έρευνες ιστορικής αναζήτησης που κάνετε στην Ελλάδα. Ποιές περιοχές έχετε επισκεφθεί;  

Εδώ και χρόνια ταξιδεύω στην Ελλάδα αναζητώντας σε κάθε τόπο τα λιγότερο γνωστά ή άγνωστα στοιχεία μιας περιοχής. Αυτά που βρίσκω τα διοχετεύω στον κόσμο μέσα από δύο δρόμους. Ένας είναι ο τηλεοπτικός, τηλεοπτικές εκπομπές και ο άλλος είναι ο εκδοτικός, κείμενα σε εφημερίδες ή περιοδικά. Οι περιοχές που έχω καταπιαστεί κατά καιρούς είναι: Στην ανατολική Θεσσαλική λεκάνη ή περιοχή της πανάρχαιας λίμνης Κάρλας, της αρχαίας Βοιβηίδας. Εκεί αφιέρωσα 10 χρόνια από τη ζωή μου στη λίμνη αυτή που βρισκόταν μεταξύ του Βελεστίνου και της Λάρισας. Ακόμη έχω ασχοληθεί με την περιοχή της Νάουσας και των Σερρών στη Μακεδονία, και στη Δυτική Θεσσαλία, με την περιοχή των Τρικάλων και της Καρδίτσας. Κατά καιρούς ασχολήθηκα και με άλλες περιοχές όπως η νότια Εύβοια, η Θήβα κλπ. 

Να μας μιλήσετε λίγο για τις σπουδές σας ; 

Από τις τελευταίες τάξεις του δημοτικού είχα αγαπήσει ιδιαίτερα την ιστορία και τη μυθολογία. Θαύμαζα τους ήρωες της μυθολογίας, αλλά και τα πρόσωπα της Ιστορίας, τα ανδραγαθήματά τους κλπ. Άρχισε λοιπόν να με ελκύει η μελέτη του παρελθόντος. Όταν λοιπόν μετά, στα γυμνασιακά μου χρόνια, συνειδητοποίησα περισσότερο τα πράγματα, άρχισα να ασχολούμαι με την αρχαιολογία. Σε όλο το εξατάξιο τότε γυμνάσιο είχα έντονη ενασχόληση με την επιστήμη της αρχαιολογίας. Και τελικά μια αρχαιολόγος έγινε η αιτία να μην γίνω εγώ αρχαιολόγος, όταν πήγα και τη βρήκα στην Έδεσσα και έμεινα μια εβδομάδα δίπλα της. Ανάμεσα σε όλα τα άλλα που μου έλεγε και μου μάθαινε μου είπε:«Ξέρεις, όταν θα τελειώσεις το πανεπιστήμιο, θα περιμένεις εσύ και άλλοι εκατό να προκύψει μια θέση στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, να δώσετε εξετάσεις και αν έχεις κάποιο μέσον να βοηθήσει κλπ» και φυσικά της λέω: «Τι θα κάνω αν δεν εργαστώ ως αρχαιολόγος;» Μου απάντησε: «Θα κάνεις ότι και οι άλλοι. Δηλαδή θα γίνεις καθηγητής στο γυμνάσιο.» Όμως εμένα, δεν με ενδιέφερε να γίνω καθηγητής, αλλά αρχαιολόγος. Έτσι έκλεισα μέσα μου την αγάπη προς την επιστήμη αυτή και στράφηκα στις δυο επόμενες τάσεις που είχα, τον κινηματογράφο και τη ζωγραφική. Οι σπουδές που ακολούθησα είχαν να κάνουν με αυτά. Σπούδασα εφαρμοσμένες τέχνες, ένα ευρύ φάσμα σπουδών που είχε μέσα φωτογραφία, εσωτερική αρχιτεκτονική, σχέδιο και ειδικεύτηκα στη γραφιστική. Εργάστηκα ως γραφίστας στη διαφήμιση, σχεδιάζοντας από εταιρικές ταυτότητες, λογότυπα και συσκευασίες προϊόντων, μέχρι εξώφυλλα βιβλίων, δίσκων και περιοδικών. Από αφίσες και καταχωρήσεις στον τύπο, μέχρι σήματα τηλεοπτικών εκπομπών και τηλεοπτικά σπότ. Ξεκινώντας από γραφίστας ειδικεύτηκα στο Animation, (κινούμενο σχέδιο). Κατέβηκα στην Αθήνα το 1981. Εργάστηκα στο στούντιο του Ιορδάνη Ανανιάδη, που είναι ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες Animator και έμεινα κοντά του για τέσσερα χρόνια, μαθαίνοντας κινούμενο σχέδιο. Ποιός δεν ξέρει μια διαφημιστική ταινία που κάναμε τότε στο στούντιο του Ι. Ανανιάδη, το 1983, τη «μικρή Τερέζα που πάτησε το ΤΕΖΑ και έμεινε τέζα»; Είχαμε κάνει, θυμάμαι, δυο σενάρια με την ηρωίδα αυτή. Έτσι λοιπόν εργάστηκα στη διαφήμιση κάνοντας ένα σωρό πράγματα και αφού την υπηρέτησα για 13 χρόνια, την εγκατέλειψα. Αποχώρησα από τον διαφημιστικό χώρο και άρχισα να αξιοποιώ τις όποιες γνώσεις και υλικό, που για χρόνια συγκέντρωνα, ασχολούμενος πλέον με τη δημοσιογραφική έρευνα σε θέματα πολιτισμού. Ξαναβγήκε δηλαδή από μέσα μου αυτό το στοιχείο της έρευνας που με συνάρπαζε όταν ήθελα να γίνω αρχαιολόγος. Ξεκίνησα λοιπόν συνεργασία με την ΕΡΤ και τότε προέκυψε η λίμνη Κάρλα στην οποία αφιέρωσα 10 χρόνια από τη ζωή μου. 

Από το περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ (τεύχος 410, 9 Σεπτεμβρίου 1992)

Μιλήστε μας λίγο για την έρευνά σας πάνω στη λίμνη Κάρλα και την όλη εμπειρία σας.

Πήγα να κάνω δέκα μέρες διακοπές στο βόρειο Πήλιο, στο πανέμορφο ορεινό Κεραμίδι, τον Αύγουστο του 1990, και παραμονή της Παναγίας, αναζητώντας ζαχαροπλαστείο για να πάρω λίγα γλυκά, μια σειρά από συμπτώσεις με οδήγησαν σε ένα άλλο χωριό στους πρόποδες του βορείου Πηλίου, στα Κανάλια. Με συνόδευε ο αντιπρόεδρος του Κεραμιδίου, Δημήτρης Πίπος, ο οποίος μου πρότεινε να πιούμε τσίπουρο σ’ένα τραπέζι, παρέα με τρείς εξηνταπεντάρηδες Καναλιώτες. Καθίσαμε μαζί τους. Εδώ, πρέπει να πω ότι το τσίπουρο είναι ένα άριστο μέσον επικοινωνίας, όταν συναντάς ανθρώπους του τόπου.

Αυτοί ήταν τρείς από τους τελευταίους ψαράδες της λίμνης Κάρλας, που για χιλιάδες χρόνια απλωνόταν μπροστά στο χωριό τους, μέχρι το 1962 που την αποξήραναν. Οι ψαράδες αυτοί, με τις αφηγήσεις τους , με οδήγησαν βήμα βήμα πίσω στον χρόνο μιλώντας για τη ζωή τους πάνω στο νερό της λίμνης, όταν, μέχρι το 1962, όλοι σχεδόν οι άνδρες του χωριού ήταν ψαράδες και ζούσαν για εννέα περίπου μήνες κάθε χρόνο σε μια παράξενη πολιτεία του νερού, που είχε περισσότερες από εκατό στρογγυλές καλαμένιες καλύβες πάνω στην επιφάνεια της λίμνης. 

Έφευγαν λοιπόν κάθε χρόνο μετά το διήμερο πανηγύρι του δεκαπενταύγουστου, χωρισμένοι σε ομάδες, από δύο έως πέντε άτομα και τραβούσαν μακριά από το χωριό τους, προς τη Λάρισα, εκεί όπου η λίμνη είχε ένα μέτρο βάθος. Άλλωστε η Κάρλα ήταν ρηχή λίμνη, είχε μέγιστο βάθος 4 – 6 μέτρα, και η έκτασή της κυμαινόταν από 40.000 έως 180.000 στρέμματα. Εκεί λοιπόν έφτιαχναν τις στρογγυλές καλαμένιες καλύβες τους πάνω στο νερό, όπου ζούσαν με πρωτόγονες συνθήκες, μόνο άνδρες, μέχρι την επιστροφή τους στο στεριανό χωριό, κάθε χρόνο μια εβδομάδα πριν το Πάσχα. Μέσα στην καλύβα υπήρχε μια κεντρική εστία που τους θέρμαινε και έψηνε την τροφή τους σ’ένα μικρό καζανάκι, την κακαβούλα, όπως την έλεγαν, που κρεμόταν από την οροφή και ήταν κατά κανόνα ψαρόσουπα.

Αυτή η ζωή έφτασε στις μέρες μας από πατέρα σε γιό. Υπήρχε ένας άγραφος νόμος που έλεγε ότι ο δεκαεξάχρονος γιός ψαρά θα γίνει και αυτός ψαράς σε καλύβα. Δεν ξέρουμε πόσους αιώνες υπήρξε αυτός ο τρόπος ζωής, αλλά έφθασε μέχρι το 1962. Η έρευνα που ξεκίνησα τότε προσέγγισε τους τρείς τελευταίους αιώνες, για τους οποίους έχουμε στοιχεία. Αλλά φαίνεται ότι είναι πολύ αρχαιότερη. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά, με μια πρώτη ματιά, των νεολιθικών κοινωνιών. Γιατί και οι κάτοικοι των νεολιθικών οικισμών, στις όχθες των λιμνών, διατηρούσαν και λιμναίες εγκαταστάσεις επάνω στο νερό για να ψαρεύουν. Ζήτησα να δω μια φωτογραφία, αν υπήρχε, από αυτόν τον παράξενο τρόπο ζωής, που τόση ώρα μου περιέγραφαν. Ένας από αυτούς με οδήγησε σ’ένα μικρό ουζερί σε μια γωνιά της πλατείας, όπου στον τοίχο κρεμόταν μια φωτογραφία ασπρόμαυρη του σημαντικού Λαρισαίου φωτογράφου Τάκη Τλούπα, ο οποίος φωτογράφισε την Κάρλα κατά περιόδους. Η φωτογραφία απεικόνιζε μια καταπληκτική σκηνή. Μία καλύβα με την αυλή της, επάνω στο νερό, ψαράδες σε ώρα εργασίας, δίχτυα απλωμένα σε πασάλους και δύο «καράβια», όπως αποκαλούσαν τις βάρκες τους οι Καναλιώτες ψαράδες. Η ζωή της Κάρλας, που μου περιέγραφαν με λέξεις, ήταν τώρα μπροστά μου σε μια εκπληκτική φωτογραφία. Συνειδητοποίησα τότε ότι βρισκόμουν μπροστά, όχι απλώς σε ένα ενδιαφέρον και σημαντικό θέμα που το εξαντλείς δημοσιογραφικά, αλλά μπροστά σε μια πτυχή του λαϊκού πολιτισμού μας που χάνεται. Γιατί, φεύγοντας από τη ζωή αυτοί οι τελευταίοι ψαράδες της Κάρλας, που έζησαν έτσι, με αυτόν τον τρόπο, θα πάρουν μαζί τους όλες τις πληροφορίες και την τεχνογνωσία αυτής της μοναδικής ζωής. Και τότε η φωτογραφία στον τοίχο του ουζερί λειτούργησε σαν εικόνα σε ναό. Κοιτώντας την έδωσα σιωπηλά μια υπόσχεση: «Να αφιερώσω όλες μου τις δυνάμεις με κάθε κόστος στο να καταγραφεί αυτή η ζωή, να μελετηθεί και να διασωθεί με έναν μόνο τρόπο που μπορεί να γίνει αυτό, μουσειακά». Όλα ήρθαν μόνα τους στο διάβα μου, λες και είχε ανοιχτεί ένας δρόμος που ήμουν υποχρεωμένος να τον βαδίσω. Έτσι ένιωσα λοιπόν και ξεκίνησα.

Εγκατέλειψα την Αθήνα και την ΕΡΤ, παρότι εκείνες τις μέρες είχε εγκριθεί μια εκπομπή μου, και έμεινα στην περιοχή της Κάρλας αντί για δέκα μέρες, δέκα χρόνια. Και όπως έγραψε η φίλη δημοσιογράφος Δέσποινα Μερσιάδου, που μου έκανε τότε μια συνέντευξη στο περιοδικό ΤΗΛΕΘΕΑΤΗΣ, «πουθενά σε όλο τον κόσμο δεν ξεκίνησε η προσπάθεια διάσωσης ενός πολιτισμού από ένα κουτί γλυκά».

Για δέκα λοιπόν χρόνια μελέτησα την ευρύτερη περιοχή της Κάρλας και κατέγραψα την τεχνογνωσία της αλιευτικής αυτής κοινωνίας της παράξενης «πολιτείας του νερού». Το 1992 επεξεργάστηκα και παρουσίασα στην Ευρωπαιϊκή Ένωση και στους αρμόδιους ελληνικούς φορείς, πρόταση ανάπτυξης της περιοχής με επίκεντρο τη δημιουργία ενός Οικομουσείου της Κάρλας, με αναπαράσταση του λιμναίου οικισμού με τις καλύβες, αφού πρώτα βέβαια επαναδημιουργηθεί η λίμνη. Το 1996, με τη συμμετοχή πολλών προσωπικοτήτων από τον επιστημονικό και πνευματικό χώρο, ιδρύσαμε το Κέντρο Έρευνας Πολιτισμού Λίμνης Κάρλας (ΚΕΠΟΛΚ), με σκοπό την πολυδιάστατη έρευνα της περιοχής της λίμνης και της παρουσίας του ανθρώπου διαχρονικά σ’υτήν. Το 1999 όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση ζητούσε να ακούσει τις φωνές των μη κυβερνητικών φορέων, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την επαναδημιουργία της λμνης, ο τότε πρόεδρος του ΤΕΕ Μαγνησίας και μετέπειτα νομάρχης Γιάννης Πρίντζος, σχημάτισε μια «Επιτροπή για την αποκατάσταση της Κάρλας» με τη συμμετοχή όλων των δημάρχων της περιοχής, των δύο ΤΕΕ, Λάρισας και Μαγνησίας και του ΓΕΩΤΕΕ Κεντρικής Ελλάδας. Η Επιτροπή αυτή μου ανέθεσε να δημιουργήσω τον φάκελο με όλα τα σχετικά με την Κάρλα στοιχεία, τον οποίο κατέθεσε στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες. Ο φάκελος έπαιξε σημαντικό ρόλο και έπεισε τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι έδωσαν την έγκρισή τους για χρηματοδότηση της αποκατάστασης της Κάρλας. Την ίδια περίοδο, μετά από απαίτηση πολλών, προσάρμοσα το περιεχόμενο του φακέλου σε έκδοση, που χρηματοδότησε το ΤΕΕ Μαγνησίας, και έτσι εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Λίμνη Κάρλα, η αρχαία Βοιβηίς. Η αποκατάσταση ενός υγρότοπου από τους σημαντικότερους της Ευρώπης». Το βιβλίο γρήγορα εξαντλήθηκε, δεν επανεκδόθηκε, και σήμερα βρίσκεται μόνο σε βιβλιοθήκες, αποτελώντας βασική βιβλιογραφία για όσους ασχολούνται με τη λίμνη Κάρλα. Όλα αυτά τα δέκα χρόνια που ασχολήθηκα με την Κάρλα έδωσα σειρά διαλέξεων σε όλη τη Θεσσαλία και ακόμη στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τη Δοϊράνη και αλλού, δίδαξα σε σεμινάρια, συμμετείχα σε συνέδρια, διοργάνωσα εκδηλώσεις και αποστολές εξερεύνησης σπηλαίων σε συνεργασία με την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία (Ε.Σ.Ε.), ξενάγησα γκρούπ επισκεπτών στην περιοχή και παρουσίασα από όλα τα ΜΜΕ την Κάρλα και τον λιμναίο πολιτισμό της. Το 2000 ξεκίνησαν τα έργα αποκατάστασης της λίμνης και εγώ επέστρεψα στην Αθήνα.

Συνέντευξη του Μάκη Εξαρχόπουλου στο περιοδικό ΕΙΚΟΝΕΣ (τεύχος 410, 9 Σεπτεμβρίου 1992)

Η δημοσιογραφική έρευνα συνδέεται με κάποιες επιστήμες;

Η δημοσιογραφική έρευνα, ιδιαίτερα στον τομέα του πολιτισμού, με τον οποίο ασχολούμαι, στηρίζεται σε πολλές επιστήμες, όπως η αρχαιολογία, η ιστορία, η λαογραφία, η ανθρωπολογία, η γεωλογία και η γεωγραφία, που αναφέρονται στον τόπο που εξετάζουμε. Γι’αυτό εργάζομαι πάντα με βάση την βιβλιογραφία, που αποτελεί την πιο έγκυρη και αξιόπιστη βάση πληροφοριών. 

Από την εμπειρία σας, που έχετε ασχοληθεί με διάφορες περιοχές, τι λέτε, γνωρίζει ο Έλληνας την ιστορία του;

Επειδή η έρευνά μου έχει να κάνει με την ιστορία και μάλιστα πάντα αναζητώ τα λιγότερο γνωστά ή τα άγνωστα στοιχεία ενός τόπου, διαπιστώνω ότι σε πολλές περιπτώσεις έχουν άγνοια οι άνθρωποι του τόπου. Δεν γνωρίζουν την τοπική τους ιστορία. Είναι κάτι που το συναντώ συνέχεια μπροστά μου. Θα έπρεπε η τοπική ιστορία να διδάσκεται στα σχολεία. Πρέπει πρώτα να ξέρεις το σπίτι σου, μετά του γείτονα και μετά να πας παραπέρα. Συναντώ συνέχεια ανθρώπους που δεν γνωρίζουν την ιστορία του τόπου τους, οι περισσότεροι ούτε και την γενική ιστορία γνωρίζουν καλά, ελάχιστοι την ξέρουν. Θυμάμαι, πριν λίγα χρόνια, στη Θεσσαλία, συνεργαζόμουν με έναν εκδότη τοπικής εφημερίδας στα Τρίκαλα, τον Δημήτρη Κρούπη, που εκδίδει τον ΔΙΑΛΟΓΟ και μαζί κάναμε το «Ταξιδεύοντας στη Θεσσαλία», μια περιηγητική τηλεοπτική εκπομπή, που η προβολή της ξεκίνησε στο κανάλι TV10 των Τρικάλων και αργότερα πέρασε στο μεγάλο κανάλι της κεντρικής Ελλάδας ASTRA TV με έδρα τον Βόλο και εμβέλεια από τα Γρεβενά μέχρι τη Λαμία. Η έρευνα που έκανα και τότε για την εκπομπή αποσκοπούσε στην ανάδειξη των άγνωστων ,κυρίως, στοιχείων ενός τόπου. Επέλεγα ένα χωριό και βυθιζόμουν πίσω στον χώρο και τον χρόνο, αναζητώντας την ίδρυση και την εξελιξή του. Θυμάμαι λοιπόν τότε, που με σταματούσαν στον δρόμο στα Τρίκαλα τηλεθεατές που έβλεπαν την εκπομπή και μου έλεγαν έκπληκτοι: «μας μαθαίνεις τον τόπο μας και σ’ευχαριστούμε γι’αυτό». Αργότερα, πάλι με τον Δημήτρη Κρούπη εκδώσαμε το περιοδικό «ΞΕΝΙΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΣ», σε μεγάλο σχήμα, 130 σελίδες, με θεσσαλική θεματολογία, αλλά πανελλαδική κυκλοφορία με κυριακάτικη εφημερίδα από την Αθήνα. Και τότε αναζητούσαμε τα άγνωστα στοιχεία της Θεσσαλίας θέλοντας να μιλήσουμε γι’αυτά. Και πάλι ο κόσμος, οι αναγνώστες τώρα του περιοδικού, θαυμάζοντας την ποιότητα και το περιεχόμενο της έκδοσης, μας ζητούσαν να συνεχίσουμε να τους αποκαλύπτουμε, δηλαδή να τους μαθαίνουμε, τον τόπο τους. Ίσως για την άγνοια του κόσμου, σε τοπικό επίπεδο, να μην ευθύνονται οι ίδιοι, αλλά εμείς οι «άλλοι» που καταπιανόμαστε με την έρευνα και πρέπει να τους μαθαίνουμε τον τόπο τους. Να συνεχίσουμε να τους μαθαίνουμε τον τόπο τους. Πάντως, από την πολύχρονη εμπειρία μου, διαπιστώνω ότι οι περισσότεροι είναι πρόθυμοι και δεκτικοί στο να μάθουν κάτι νέο, άγνωστο, για τον τόπο τους. Αρκεί να τους το δίνουμε σωστά και υπεύθυνα, και με έναν τρόπο κατανοητό, μιλώντας τη γλώσσα που καταλαβαίνουν.

Το γεφύρι της Αρτοτίβας απ' όπου πέρασαν οι εξοδίτες του Μεσολογγίου και όπου τους μέτρησαν οι άνδρες του "Καραισκάκη" προκειμένου να  φροντίσει για την τροφή τους.

Πως βρεθήκατε στην Αιτωλοακαρνανία; Τι ερευνάτε; Πόσο χρόνο είστε εδώ; 

Στην Αιτωλοακαρνανία βρίσκομαι ήδη τέσσερις μήνες. Ήρθα να κάνω δύο πράγματα και κάνω έξι. Θα έλεγα ότι είναι ένα μικρό κομμάτι από τη ζωή μου κι αυτό και μπορεί να ανοίξει άλλους δρόμους στη συνέχεια. Εδώ λοιπόν βρέθηκα με αφορμή μια πρόταση για τηλεοπτική εκπομπή που καταθέσαμε στην ΕΡΤ, με σκηνοθέτη τον Σταύρο Παρχαρίδη, με τον οποίο μας συνδέει μακροχρόνια φιλία και έχουμε συνεργαστεί σε πολλές εκπομπές. Ο Σταύρος Παρχαρίδης είναι αυτός που σκηνοθετεί σήμερα τη γνωστή εκπομπή της ΕΡΤ3 «Κυριακή στο Χωριό». Η εκπομπή που καταθέσαμε στην ΕΡΤ και περιμένουμε έγκριση είναι ταξιδιωτική - περιηγητική. Θα ταξιδεύουμε κάθε φορά στην Ελλάδα και θα βλέπουμε μια περιοχή, που θα την παρουσιάζουμε στον κόσμο, με αφορμή ένα βιβλίο. Θα βλέπουμε την περιοχή με τα μάτια του συγγραφέα, που κάποτε πέρασε και έγραψε, αλλά και με τα δικά μας σύγχρονα μάτια. Μια διπλή ματιά στον τόπο. Τα βιβλία που έχουμε επιλέξει για την εκπομπή είναι βιβλία κυρίως ταξιδιωτικά και περιηγητικά, γραμμένα από περιηγητές που περιηγήθηκαν την Ελλάδα. Είναι επίσης ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, αφού οι λογοτέχνες μας, σχεδόν όλοι, ταξίδεψαν στην Ελλάδα και γράψανε εντυπώσεις. Μπορεί να είναι ακόμη και λογοτεχνικά, αρκεί ο χώρος της δράσης να είναι πραγματικός. Όπως για παράδειγμα «Το λεμονοδάσος» του Κοσμά Πολίτη που αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη περιοχή, στον Πόρο και τον Γαλατά στην Αργολίδα. Επιλέξαμε λοιπόν μια σειρά από τέτοια βιβλία για την πρόταση που καταθέσαμε στην ΕΡΤ. Ένα επεισόδιο η ΕΡΤ το ζητάει σε σεναριακή μορφή. Για αυτό είχα έρθει στην περιοχή σας πριν τρία χρόνια για να κάνω ρεπεράζ για ένα επεισόδιο, προκειμένου να ετοιμαστεί το σενάριο για να κατατεθεί η πρόταση. Εδώ στην Αιτωλοακαρνανία, υπολογίσαμε να γυριστούν δύο επεισόδια με δύο βιβλία.

Το ένα θα γυριστεί με το βιβλίο «Μπρουσός» του δημοτικιστή λογοτέχνη και μεταφραστή Αλέξανδρου Πάλλη, που έζησε από το 1851 έως το 1935. Ο Αλέξανδρος Πάλλης, το 1920, κάνει ένα ταξίδι μετά τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου που έχασε ο Βενιζέλος και έφυγε από το πολιτικό σκηνικό. Στις 20 του μηνός έρχεται ο βασιλιάς. Ο Αλέξανδρος Πάλλης είναι άνθρωπος του Βενιζέλου, ο οποίος τον είχε τοποθετήσει μάλιστα στη δημόσια διοίκηση διευθυντή. Είναι οργισμένος, πικραμένος, ενοχλημένος από αυτή την πολιτική αλλαγή. Και πριν καλά καλά έρθει ο βασιλιάς αυτός φεύγει από την Αθήνα και κάνει ένα ταξίδι για να ξεδώσει. Πάει στην Πάτρα, εκεί φιλοξενείται από έναν συμμαθητή του, τον Αντώνη Μαραγκό. Περνάει στο Κρυονέρι απέναντι και φθάνει στο Μεσολόγγι. Για το Μεσολόγγι μας γράφει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Μετά περνάει την Κλεισούρα και έρχεται στο Αγρίνιο. Ξεκινάει νύκτα από το Αγρίνιο με μια σούστα και με έναν αγωγιάτη, που ονομάζεται Γιώργης, για να κατευθυνθεί στα παραλίμνια χωριά όπου θα διανυκτερεύσει στη Μαντάνησσα (σημερινή Παντάνασσα), γιατί εκεί διαμένει ο Γιώργης και έχει ένα Χάνι. Η εκπομπή θα αρχίζει νύκτα από το Αγρίνιο, θα περνάμε από τα παραλίμνια χωριά, όπως τα πέρασε εκείνος, Παναιτώλιο, Καινούργιο, Παραβόλα, Παντάνασσα. Σε όλα αυτά τα χωριά κατεβαίνει ο αγωγιάτης και κτυπάει τρία τσίπουρα σε κάθε χωριό για να ζεσταθεί. Στο τρίτο χωριό, στην Παραβόλα, ο Πάλλης τον παρακαλεί να μην πιεί άλλο τσίπουρο, γιατί τον είδε ότι αρχίζει να χάνει τον έλεγχο. Εκείνος υπόσχεται ότι δεν θα πιεί άλλο τσίπουρο. Η σούστα είναι σταματημένη έξω από έναν καφενέ. Μέσα έχει φως. Ο Πάλλης κάθεται δίπλα στη θέση του αγωγιάτη και έχει κάτω από τα πόδια του ένα σακί που δεν ξέρει τι περιέχει, αλλά τον ενοχλεί. Κοιτάζει μέσα στο καφενείο και βλέπει ότι ο Γιώργης σηκώνει πάλι τρείς φορές το χέρι του, που σημαίνει ότι χτύπησε άλλα τρία τσίπουρα. Γυρίζοντας διαμαρτύρεται λέγοντάς του ότι δεν είναι εντάξει γιατί δεν κράτησε τον λόγο του. «Πάλι ήπιες τσίπουρο;» τον ρωτάει. Κι ο Γιώργης του απαντάει: «Όχι, κράτησα τον λόγο μου, δεν ήταν τσίπουρο, ήταν κονιάκ». Κτύπησε τρία κονιάκ για να ζεσταθεί περισσότερο. Το άλογο πάει μόνο του πια. Φθάνουνε στο σπίτι του αγωγιάτη. Αυτός, τακτοποιεί το άλογο και πάει για ύπνο. «Θα τον δω το επόμενο πρωί» λέει ο Πάλλης. Τον Πάλλη τον περιποιείται η γυναίκα του αγωγιάτη, η οποία μαγειρεύει ένα πρόβιο μπούτι που φέρανε από το Αγρίνιο. Αναζητούν μέσα στη νύκτα ένα αυγό για να κάνουν αυγολέμονο και το πληρώνει μια δραχμή, τη στιγμή που, όπως λέει, στην Αθήνα τα αυγά έχουν μισή δραχμή το ένα. Εκείνο το βράδυ, στο ίδιο τραπέζι, κάθεται και ο γαμβρός του αγωγιάτη με τη γυναίκα του, η οποία κουνάει και μια κούνια με ένα μωρό μέσα. Τώρα, αξίζει να πούμε ότι καθότι η ιστορία διαδραματίζεται πριν 100 χρόνια, μπορούμε, ίσως, να βρούμε στοιχεία για τους πρωταγωνιστές ή τους απογόνους τους, αλλά και για τους χώρους που διαδραματίστηκαν όσα αναφέρει στο βιβλίο του ο Πάλλης. Έχουμε βρεί λοιπόν τον καφενέ στο Παναιτώλιο, έχουμε βρεί το όνομα του αγωγιάτη, το χάνι και το σπίτι του, δεν βρήκαμε ακόμη τον καφενέ στο Καινούργιο, βρήκαμε όμως το μαγαζί που ήπιε τα κονιάκ ο Γιώργης στην Παραβόλα. Εδώ και τρία χρόνια που ήρθα στην περιοχή για να κάνω το ρεπεράζ ακολουθώντας τα βήματα του Πάλλη, ανέθεσα τότε σε έναν υπέροχο άνθρωπο από την Παντάνασσα, στον Κώστα Δεληγιάννη, να βρεί τα πρόσωπα και τους χώρους που συνδέονται με το πέρασμα του Πάλλη. Κι ο καλός μου συνεργάτης πλέον, ο Κώστας Δεληγιάννης, τα βρήκε όλα και τον ευχαριστώ ιδιαίτερα γι αυτό. Χωρίς αυτόν η ερευνά μου θα ήταν ελλειπής.

Η συνέχεια της ιστορίας έχει να κάνει με το γεγονός ότι την επόμενη μέρα έρχεται ένας άλλος αγωγιάτης από τον Προυσό, ο Κώστας Παπαλουκάς, ο οποίος είναι πρόγονος του σημερινού αθλητή του μπάσκετ, Θοδωρή Παπαλουκά, τον παίρνει με ένα μουλάρι και τον ανεβάζει στον Προυσό. Περνάνε από τη Στριγανιά, από το χάνι του Τσακανίκα και τα Αραποκέφαλα και φθάνουν στον Προυσό. Το βράδυ θα κοιμηθεί ο Πάλλης σ’ ένα σπίτι του χωριού και το επόμενο πρωί ξεκινούν για το Καρπενήσι. Από εκεί ο Πάλλης θέλει να επιστρέψει στην Αθήνα μέσω Λαμίας. Βγαίνοντας όμως από τον Προυσό, συναντούν έναν παππά που ανεβαίνει από το μοναστήρι. Ο παππάς είναι ο σχολάρχης του χωριού και πάει να διδάξει. Πιάνει κουβέντα μαζί του ο Πάλλης και αποφασίζει να επισκεφθεί το μοναστήρι. Κάνει μια παράκαμψη και φθάνει στο μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτισσας. Θα μείνει εκεί δύο μέρες και το πρώτο βράδυ θα χιονίσει. Φοβάται να συνεχίσει για το Καρπενήσι, μήπως αποκλειστεί από τα χιόνια και αποφασίζει να γυρίσει πίσω στο Αγρίνιο. Το τελευταίο του βράδυ στην περιοχή θα το περάσει στην Προστοβά (σημερινή Καλλιθέα) σε ένα χάνι και παντοπωλείο μαζί, το οποίο υπάρχει και σήμερα. Εδώ τελειώνει το επεισόδιο.

Ο Κώστας Δεληγιάννης με φόντο το χωριό Καλλιθέα όπου πέρασε το βράδυ του ο Αλέξανδρος Πάλλης επιστρέφοντας στο Αγρίνιο από τον Προυσό

Το άλλο επεισόδιο θα γυριστεί νοτιότερα και έχει να κάνει με μια πραγματικά τραγική πορεία 1500 πολεμιστών, ανάμεσα τους και 13 γυναίκες. Είναι αυτοί που βγήκαν από το Μεσολόγγι κατά την έξοδο, τον Απρίλιο του 1826, οι λεγόμενοι εξοδίτες. Ήταν ο κύριος κορμός της φρουράς που, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη διαδρομή, έφθασαν τελικά στο Ναύπλιο. Αναμεσά τους ήταν και ο Νικόλαος Κασομούλης, που περιγράφει αυτή τη δραματική πορεία στα «Στρατιωτικά ενθυμήματα». Εμείς θα ακολουθήσουμε την πορεία τους από το Μεσολόγγι στη Δερβέκιστα (σημερινή Ανάληψη) κι από εκεί στον Πλάτανο Ναυπακτίας, όπου τους περίμενε ο Καραϊσκάκης, αφού έστειλε και τους μέτρησαν στη γέφυρα της Αρτοτίβας, για να τους ταΐσει. Αυτή τη διαδρομή μου έδειξαν ξεκινώντας από το Μεσολόγγι και το Θέρμο. Τη μισή διαδρομή την προσεγγίσαμε από το Θέρμο με τον συγγραφέα του βιβλίου με το οποίο θα ακολουθήσουμε τα βήματά τους. Συγγραφέας είναι ο Κώστας Καρακόϊδας, εκπαιδευτικός από την Ανάληψη, και το βιβλίο του έχει τίτλο «Το στρατόπεδο της Δερβέκιστας και το οδοιπορικό της θυσίας των “Ελεύθερων Πολιορκημένων”. Απρίλης 1825 - Απρίλης 1826». Το βιβλίο τουΚώστα Καρακόϊδα στηρίζεται στις περιγραφές του Ν. Κασομούλη. Με οδήγησαν λοιπόν στα βήματα των εξοδιτών ο Κώστας Καρακόϊδας και ο δημοτικός σύμβουλος του δήμου Θέρμου Νίκος Κωστακόπουλος, με το τζίπ 4x4, που πρόθυμα μας διέθεσε ο Δήμαρχος του Θέρμου Σπύρος Κωνσταντάρας. Έτσι, μπόρεσα και είδα το δεύτερο μισό της πορείας των εξοδιτών, από το Κουρμέκι μέχρι τον Πλάτανο. Περάσαμε από την Ανάληψη, όπου τότε βρισκόταν εκεί ο στρατός των Ελλήνων. Εκεί ήταν και το στρατηγείο του Καραϊσκάκη. Με πήγαν και μου έδειξαν τα ερείπιά του. Έπειτα, από το Μεσολόγγι ο Γιάννης Μακρής, απευθείας απόγονος του στρατηγού Δημήτρη Μακρή, που οδήγησε τους εξοδίτες τότε στο Ναύπλιο, και πρόεδρος της Αδελφότητας Απογόνων των Εξοδιτών και ο φιλόλογος Δημήτρης Δραγγανάς, μου έδειξαν το πρώτο μισό της πορείας των εξοδιτών, μέχρι το Κουρμέκι. Πρόκειται για μια δύσβατη διαδρομή μέσα στον Αράκυνθο, που δεν θα μπορούσαμε να την προσεγγίσουμε δίχως τη συμβολή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας. Ο Διοικητής της Πυροσβεστικής στο Μεσολόγγι, Χριστόφορος Μπόκας, μας διέθεσε ειδικό όχημα με οδηγό τον πυροσβέστη Θεόδωρο Ντέκα, που κατάγεται από την περιοχή από όπου πέρασαν οι εξοδίτες και γνωρίζει καλά τα μονοπάτια. Ομολογώ πως ήταν η πιο δύσκολη διαδρομή που έκανα στη ζωή μου σε ορεινούς παρατημένους, εδώ και εννέα χρόνια, όπως με πληροφόρησαν, χωματόδρομους, που έχουν μετατραπεί σε μικρά ποτάμια. Και το όχημα προσπαθούσε να το ισορροπεί επιδέξια ο Θόδωρος στις “όχθες” πλέον των δρόμων – ποταμών. Του αξίζει ο θαυμασμός και ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ! Σε επιμέρους σημεία της διαδρομής των εξοδιτών με οδήγησαν σε διαφορετικούς χρόνους ο αστυνομικός Δημήτρης Μυλωνάς από την Κάτω Μακρινού και ο Δημήτρης Μπαλαμπάνης από τον Άγιο Γεώργιο, ενώ ο Θεόδωρος Μυλωνάς, τοπογράφος – μηχανικός στο Μεσολόγγι, ο οποίος έχει μια άλλη άποψη για τη διαδρομή που ακολούθησαν οι εξοδίτες, βγαίνοντας από το Μεσολόγγι μέχρι το Κουρμέκι, μου μίλησε παραστατικά για τη δική του εκδοχή. Πάντως, όπως και να έχει, η αναζήτηση αυτή της πορείας των εξοδιτών ήταν μια συγκλονιστική, μοναδική εμπειρία για μένα. Πάτησα εκεί που πάτησαν, στάθηκα εκεί που στάθηκαν, ξεδίψασα εκεί που ξεδίψασαν, είδα το τοπίο που είδαν, ξαπόστασα εκεί που ξαπόστασαν, μόνο που δεν μάτωσα εγώ, όπως μάτωσαν εκείνοι. Είδα το σημείο όπου έφαγαν τα κουκιά που βρήκαν και διανυκτέρευσαν εκεί, όπως μας λέει ο Κασομούλης, ο οποίος μας περιγράφει την εμφάνισή τους: Σκελετωμένοι με κόκκινα μάτια από την αϋπνία, ωχρά πρόσωπα με ξέπλεκα βρόμικα μαλλιά και ρούχα ματωμένα, λασπωμένα και βρεγμένα. Μια τραγική εικόνα ανθρώπων σε μια δραματική πορεία φυγής προς την ελευθερία. Είναι συγκλονιστικό αυτό που έζησα όλον αυτόν τον καιρό ακολουθώντας τα βήματά τους. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό να πατάς εκεί που πάτησαν σημαντικά πρόσωπα της Ιστορίας. Έτσι λοιπόν ολοκληρώθηκε η ερευνά μου για τα δύο επεισόδια της εκπομπής που καταθέσαμε στην ΕΡΤ και τώρα περιμένουμε την έγκριση για να προχωρήσουμε στα γυρίσματα.

Με τον Κώστα Καρακόϊδα μπροστά στα ερείπια του στρατηγείου του Καραϊσκάκη στη Δερβέκιστα (Ανάληψη) Τριχωνίδας.

Ο Νίκος Κωστακόπουλος και ο Κώστας Καρακόϊδας με φόντο την περιοχή από όπου πέρασαν οι εξοδίτες με κατεύθυνση τον Πλάτανο Ναυπακτίας

Ο Νίκος Βλαχόπουλος, οπλουργός και πρόεδρος του Ομίλου Φίλων Ιστορικής Φορεσιάς και Οπλισμού «Λιάρος» στο Μεσολόγγι επιδεικνύει όπλα της Επανάστασης του 1821

Ο Θεόδωρος Ντέκας (πυροσβέστης), ο Γιάννης Μακρής (απόγονος του στρατηγού Μακρή) και ο Δημήτρης Δραγγανάς (φιλόλογος) αναζητώντας το μονοπάτι που πέρασαν οι εξοδίτες στον Αράκυνθο

Όμως, εκτός από τα δύο αυτά επεισόδια, που ήρθα να δουλέψω στον τόπο σας, προέκυψαν άλλα τέσσερα, ανεξάρτητα μεταξύ τους, ντοκιμαντέρ. Κι έτσι ενώ ήρθα για να μείνω, όπως υπολόγιζα, ένα μήνα στην Αιτωλοακαρνανία, τελικά είμαι εδώ πάνω από τέσσερις μήνες. Τώρα, ποιά είναι αυτά τα τέσσερα ντοκιμαντέρ. Το πρώτο έχει να κάνει με την τραγική πορεία των εξοδιτών στο σύνολό της. Θα γυρίσουμε ένα ντοκιμαντέρ που θα αναφέρεται σε ολόκληρη την διαδρομή τους μέχρι το Ναύπλιο. Πρόκειται για δύσκολο εγχείρημα. Θέλει μεγάλη προετοιμασία, έχει πολλές μέρες γυρίσματα και υψηλό κόστος παραγωγής. Ετοιμάζουμε φάκελο για χρηματοδότηση από ιδρύματα και φορείς, με στόχο να είναι έτοιμο το ντοκιμαντέρ το 2021, όταν η Ελλάδα θα γιορτάσει την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Ελπίζουμε να τα καταφέρουμε, γιατί η έξοδος του Μεσολογγίου, ως ιστορικό γεγονός της περιόδου εκείνης, δεν είναι δευτερεύον η τριτεύον θέμα, αλλά πρωτεύον. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως μετά την έξοδο, άλλαξε ριζικά το κλίμα σε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο υπέρ των Ελλήνων.

Ένα άλλο θέμα που δουλεύω αυτόν τον καιρό στην περιοχή σας και είναι άγνωστο στον κόσμο αφορά τις Αποκλείστρες. Οι Αποκλείστρες είναι τεράστιοι χώροι στα βουνά ή αλλού, όπου κατά την Επανάσταση του 1821, μπορούσαν να φιλοξενήσουν πολλά γυναικόπαιδα, κάτι σαν καταφύγιο, με μια μονάχα πρόσβαση, η οποία μπορούσε να φυλαχθεί από λίγους άνδρες. Ο Σπυρομήλιος στο «Χρονικό του Μεσολογγίου» μας λέει ότι η Δυτική Στερεά έχει δύο Αποκλείστρες. Η μια είναι του Καρπενησίου, η οποία βρίσκεται κοντά στο χωριό Καστανιά, στον Προυσό και η άλλη είναι στον Βάλτο. Τις επισκέφθηκα και τις δύο. Αυτή της Καστανιάς είναι η μεγάλη Αποκλείστρα. Πρόκειται για έναν ορεινό όγκο, που μόνο ένα μονοπάτι οδηγεί σ’ αυτόν. Έχει μια απότομη πλαγιά και πάνω μια κορυφογραμμή πεπλατυσμένη. Εκεί κατέφευγε ο άμαχος πληθυσμός, τα γυναικόπαιδα. Είχε και λιθοσωρούς στην κορυφή, πάνω από το μονοπάτι, που αν πλησίαζαν οι Τούρκοι τις έσπρωχναν πάνω τους με αποτέλεσμα να τους πλακώσουν. Αυτή η Αποκλείστρα χωρούσε μέχρι 25000 άτομα από όλη τη γύρω περιοχή και αρκούσαν 70 με 100 άνδρες για φύλαξη. Έτσι οι υπόλοιποι μπορούσαν να πολεμάνε τους Τούρκους μακριά, χωρίς να έχουν το μυαλό τους στις οικογένειές τους. Αυτή λοιπόν η Αποκλείστρα της Καστανιάς είναι εντυπωσιακή. Οι κάτοικοι του χωριού έχουν βάλει και μια πινακίδα με σκοπό να την αναδείξουν. Η Αποκλείστρα της Καστανιάς βρίσκεται σε μια ωραία ελατοσκέπαστη περιοχή, με εξαιρετική θέα προς τα γύρω βουνά που την περιβάλλουν. Προσφέρει όλα τα πλεονεκτήματα του βουνού στον επισκέπτη που θα έρθει ως εδώ. 

Η μεγάλη Αποκλείστρα της Καστανιάς στο κέντρο της φωτό

Ο Νίκος Σιάτρας, ο Ανδρέας Κούκος και ο Σπύρος Σπυρόπουλος στον χώρο της μεγάλης Αποκλείστρας της Καστανιάς

Η δεύτερη Αποκλείστρα που επισκέφθηκα είναι στον Βάλτο, ανάμεσα στον Εμπεσό και το Περδικάκι στο όρος Καλάνα ή Κανάλα Σ’ αυτή την Αποκλείστρα υπήρχε παλαιότερα και ένα χωριό που εγκαταλείφθηκε κατά τη δεκαετία του 1960, η Μηλιά. Δεν την ξέρουν ως Αποκλείστρα ούτε οι κάτοικοι των χωριών της περιοχής. Εκεί, με βοήθησε για να την εντοπίσω ο Νίκος Τέλωνας, ένας σημαντικός μελετητής της τοπικής ιστορίας με αξιόλογο συγγραφικό έργο. Ήταν ο μόνος που την ήξερε και μου υπέδειξε τον χώρο. Έχει μάλιστα εντοπίσει στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και ένα έγγραφο του 1825 που την περιγράφει. Την επίσκεψή μου στην Αποκλείστρα του Βάλτου, ανέλαβε να οργανώσει ο Βαγγέλης Τσούνης από το Χαλκιόπουλο, πρόεδρος του Συλλόγου Χαλκιοπουλιτών στην Αθήνα, ο οποίος τότε βρισκόταν εδώ. Στο Χαλκιόπουλο έμεινα τέσσερις μέρες στο σπίτι του πυροσβέστη Κώστα Ριζογιάννη, που μου το διέθεσε με προθυμία και τον ευχαριστώ. Με τον Βαγγέλη Τσούνη και τον Νώντα Νέστωρα από το Χαλκιόπουλο, και οδηγό μας στο 4x4 έναν άλλον πυροσβέστη, τον Κώστα Μέρκο από τον Εμπεσό, ένα πρωινό στα μέσα Οκτωβρίου επισκεφθήκαμε την Αποκλείστρα του Βάλτου.

Η Αποκλείστρα αυτή προστατεύεται από τη μια πλευρά από τον ποταμό Αχελώο, που εκεί σχηματίζει τη λίμνη των Κρεμαστών, και από την άλλη από πανύψηλους κάθετους βράχους. Πάνω σ’ αυτούς τους απότομους βράχους, μου έδειξαν από μακριά και τη σπηλιά όπου μόνασε ο Άγιος Ανδρέας ο Ερημίτης. Τη μια μέρα με οδήγησαν μέσα στον χώρο της Αποκλείστρας, όπου υπάρχει ένας μικρός ναός του Αγίου Δημητρίου και δυό τρία σπίτια, και την επόμενη μέρα, ο Βαγγέλης Τσούνης και ο Φώτης Νέστωρας με ανέβασαν ψηλά, πάνω από τους βράχους, στο μονοπάτι που οδηγεί στη σπηλιά του Αγίου Ανδρέα. Από το μονοπάτι αυτό και από ένα παρατηρητήριο που υπάρχει εκεί είδα από ψηλά την Αποκλείστρα, ένα θέαμα μοναδικό, από τα εντυπωσιακότερα που έχω δει μέχρι σήμερα. Η Αποκλείστρα, ο Αχελώος, η πανέμορφη λίμνη των Κρεμαστών, όλα απλώνονταν κάτω από τα πόδια μου, σαν να βρισκόμουν σε αεροπλάνο. Μοναδική θέα, αξέχαστη. Η δική σας Αποκλείστρα, είπα σ’ αυτούς που με συνόδευαν, με τη θέα που παρέχουν οι βράχοι από ψηλά, έχει έντονα τουριστικό χαρακτήρα. Πράγματι αξίζει να φτάσει κανείς εκεί για να θαυμάσει αυτή τη μοναδική θέα. 

Ο Κώστας Μέρκος (πυροσβέστης από τον Εμπεσσό), ο Βαγγέλης Τσούνης (Πρόεδρος του Συλλόγου Χαλκιοπουλιτών Αθήνας) και ο Νώντας Νέστωρας με φόντο την Αποκλείστρα του Βάλτου

Μια άλλη περιοχή που χρησιμοποιήθηκε ως Αποκλείστρα βρίσκεται κοντά στις εκβολές του Αχελώου, στο χωριό Λεσίνι. Εκεί υπάρχει το μοναστήρι της Παναγίας της Λεσινιώτισσας. Τότε ήταν πάνω σε ένα νησάκι που περιβαλλόταν από βάλτους. Ήταν ένα δυσπρόσιτο μέρος και για να το προσεγγίσεις έπρεπε να ξέρεις τα περάσματα μέσα στους βάλτους, τα οποία φυσικά τα ήξεραν μόνο οι ντόπιοι. Εκεί με πήγε ο Γιάννης Μακρής από το Μεσολόγγι, απόγονος του στρατηγού Δ. Μακρή όπως ανέφερα προηγουμένως.

Ο χώρος της Ιεράς Μονής της Παναγίας της Λεσινιώτισσας, που τότε ήταν νησί, το οποίο περιβαλλόταν από βάλτους και χρησιμοποιήθηκε ως Αποκλείστρα

Εκτός από αυτές τις Αποκλείστρες έμαθα ότι υπάρχουν άλλες δύο στην ορεινή Ναυπακτία. Η μία κοντά στην Κλεπά, πήγα και μου την έδειξαν από μακριά. Η άλλη είναι ο Καρφοπεταλιάς απέναντι από το χωριό Νεοχώρι. Επισκέφθηκα το Νεοχώρι και τον Καρφοπεταλιά με τον Νίκο Δεδόπουλο από τον Πλάτανο και τον Σωτήρη Χολέβα από το Θέρμο. Ο Καρφοπεταλιάς είναι μια βραχώδης, απότομη, σχεδόν κάθετη επιφάνεια, απέναντι από το Νεοχώρι, που παρέχει προστασία σε όσους βρίσκονται πάνω του. Κι εδώ έχουμε μια εξαιρετική θέα προς την τεχνητή λίμνη που σχηματίζει ο ποταμός Εύηνος.

Αφού επισκέφθηκα και κατέγραψα τις Αποκλείστρες, συγκεντρώνω τώρα βιβλιογραφικά στοιχεία, πληροφορίες και υλικό για να οργανώσω την παραγωγή ενός ντοκιμαντέρ γι’αυτές τις τόσο άγνωστες, αλλά πολύ σημαντικές για τη σωτηρία του άμαχου πληθυσμού, Αποκλείστρες.

Στη συνέχεια προέκυψαν άλλα δύο ντοκιμαντέρ. Το ένα θα γυριστεί στο Θέρμο και έχει ήδη πάρει τον δρόμο του. Κατέθεσα μια πρόταση στον Δήμαρχο Σπύρο Κωνσταντάρα, πέρασε από το δημοτικό συμβούλιο, εγκρίθηκε και τώρα προχωράει. Το ντοκιμαντέρ αυτό θα έχει ως θέμα το Θέρμο και την περιοχή του με αφορμή την πέτρα και το νερό, που είναι τα κυρίαρχα στοιχεία της περιοχής. Υπάρχει σήμερα στο Θέρμο ένας λιθοξόος που δουλεύει την πέτρα. Λαϊκός καλλιτέχνης, σμιλευτής της πέτρας. Φτιάχνει γλυπτά, ανάγλυφα, βρύσες σε όλη την περιοχή. Επίσης φτιάχνει τζάκια, κτίζει τοίχους, είναι βαθύς γνώστης του υλικού και της συμπεριφοράς του, αλλά και της μαστοριάς. Δηλαδή το πως με αυτό το υλικό φτιάχνεις κάτι. Αυτός είναι ο Σωτήρης Χολέβας και η ζωή του έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Μεγάλωσε δίπλα σε έναν παραπόταμο του Εύηνου, στα Φιδάκια. Λίγο πριν τα Φιδάκια ρίξουν τα νερά τους στον Εύηνο υπάρχει δίπλα στο ποτάμι ένας μύλος και ένα σπιτάκι. Εκεί ζούσαν οκτώ αδέλφια και οι δύο γονείς τους, συνολικά δέκα άτομα. Εκεί μεγάλωσαν τα αδέλφια αυτά, και ανάμεσά τους ο Σωτήρης, κυνηγώντας και ψαρεύοντας, μέχρι το 1975, όπως ο παλαιολιθικός άνθρωπος. Ο Σωτήρης έκανε δύο ώρες με τα πόδια να πάει σχολείο στη Χρυσοβίτσα πρώτα και αργότερα στο Γυμνάσιο στο Θέρμο. Ξυπόλητος τις περισσότερες φορές, γιατί όταν απέκτησε παπούτσια, πιο πολύ τα κρατούσε στο χέρι και λιγότερο τα φορούσε, για να μη χαλάσουν. Είναι μια ειδική περίπτωση ο Σωτήρης Χολέβας, γιατί εκτός από την ιδιαίτερη ζωή που έζησε δίπλα στο ποτάμι, είναι και ένας άνθρωπος καλλιεργημένος. Κάποτε αγόρασε ένα βιβλίο για τη φιλοσοφία, με αποσπάσματα αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Το διάβασε, το τελείωσε και το ξαναπήρε από την αρχή. Το βιβλίο έχει σχεδόν διαλυθεί από τις επαναλαμβανόμενες αναγνώσεις. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να υιοθετήσει αυτές τις απόψεις για τη ζωή του και επιπλέον, όταν κουβεντιάζει σήμερα, αναφέρει πάνω στη συζήτηση ότι πχ ο Ζήνων είπε αυτό, ή ο Πλάτων έλεγε εκείνο. Ο Σωτήρης Χολέβας είναι ακόμη ένας οξυδερκής άνθρωπος με απόλυτη αίσθηση του χιούμορ. Ότι και να σου πει το λέει με έναν τέτοιο τρόπο που γελάς. Έχει πάρα πολλά στοιχεία αυτός ο λαϊκός δημιουργός και όταν τον γνώρισα σκέφθηκα να γυρίσουμε ένα ντοκιμαντέρ με αφορμή το έργο του. Το ντοκιμαντέρ θα αναφέρεται στο σμίλεμα της πέτρας και το νερό και γύρω από αυτό θα ξετυλιχθεί το νήμα όλης της περιοχής του Θέρμου. 

Ο Σωτήρης Χολέβας με ένα δημιούργημά του στην πλατεία του Θέρμου, μπροστά στο δημαρχείο

Το άλλο ντοκιμαντέρ αφορά μια ενδιαφέρουσα περιοχή στο νότιο τμήμα της λίμνης Τριχωνίδας, που δεν έχει προβληθεί όσο θα έπρεπε. Πρόκειται για τη Μακρυνεία, μια περιοχή που έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ιστορικά, αρχαιολογικά, περιβαλλοντικά, τα οποία τώρα τα γνωρίζω με συνεχείς επισκέψεις μου εκεί. Στα σημεία ειδικού ενδιαφέροντος της περιοχής με οδηγούν ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Γαβαλούς Ανδρέας Γούλας, που τόσα έχει προσφέρει ανιδιοτελώς στον τόπο του, ο συγγραφέας Δημήτρης Αλεξανδρής, ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Τριχωνίου Δημήτρης Γούλας και το μ ximeronews
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ