2019-09-24 21:29:50
Φωτογραφία για 12539 - Ἀνέκδοτα ψαλτοτράγουδα συναχθέντα παρά Κυρίλλου Μοναχού Κουτλουμουσιανού
Ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου εἰς τὸν ταβᾶν τῶν κολοκυθιῶν

(Ἰλάσθητί μοι Σωτήρ)

Τὰ κολοκύθια λαμπρά, * ἀλλ᾽ ὅμως τσικνίλες ἐμύριζαν, *

κι ἄβραστα ἐν ταυτῷ * ξαναμαγειρεύονται *

βάσκανος ἐνέργεια, * φθόνος τοῦ διαβόλου *

νὰ μὴν τὰ καλοχωνεύσωμεν.

Οἱ δαίμονες τὰ φθονοῦν * τὰ κολοκύθια ὡς φαίνεται *

καὶ βάζουν τὰ δυνατά, * νὰ μᾶς τὰ τσικνίσουνε *

γιὰ νὰ μὴν τὰ τρώγωμεν, * βλέπουν φῶςκαὶ βγαίνουν *

ἀπὸ μέσα καὶ τρομάζουνε.

Ἂν τύχει ἄλλην φοράν, * νὰ μαγειρεύσεις τὰ ἴδια, *

νὰ πάρεις δυὸ κατσιά, * μὲ ἀρκετὸ θυμίαμα, *

εὐλαβῶς θυμίαζε * τὸν ταβᾶν τριγύρω, *

νὰ τὸν διώχνης τὸν μισόκαλον.

Μὴ λυπηθεῖς ἀδελφέ, * τὸ γιατρικὸν εἶναι εὔκολον, *

νὰ διώχνεις ἀπ᾽ τὸν ταβᾶν, * τὸν βάσκανον δαίμονα, *

θυμίαζε τριγύριζε, * ψάλλε καὶ ἂν θέλεις *


τὰ ἀργὰ εὐλογητάρια.

Μὴν φοβηθεῖς παντελῶς, * τὰς ἐνεργείας τοῦ δαίμονος, *

ἀρχίνα τὴν Μουσικήν, * δυνατὰ καὶ φώναζε, *

κάπνιζε, τριγύριζε, * ὀρθὸ θὰ τὸν σκάσης *

βασκανίας τὸ δαιμόνιον.

Κι ἂς τὸ μάθει κι αὐτός * ὁ σατανᾶς ὁ πατέρας του, *

πῶς μάγειρος Μοναχὸς * Γεώργιος τοὔνομα, *

ἔκαψ᾽ ἕνα δαίμονα, * μὲς τὰ κολοκύθια, *

καὶ κλαμμένος κλαίων ἔφυγε.

Ἂν θέλεις τὸν νοῦν καθαρόν, * τὰ κολοκύθια προτίμησον, *

αὐτὰ λαμπρύνουν τὸν νοῦ, * αὐτὰ καὶ τὰ ὀμάττια, *

καὶ τὸ μεσημέρι, * θὰ μετρᾶς τὰ ἄστρ᾽ ἀνάσκελα.

Εἰς Πανήγυριν

(Ὡς γενναῖον ἐν μάρτυσιν)

Ἐπαξίως τιμήσωμεν * καὶ καλῶς ἐκοπιάσατε *

καὶ ἡμεῖς πρεπόντως γὰρ σὰς προσφέρωμεν, *

τὴν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μας, *

εὐχόμενοι πάντοτε * μὲ ὑγείαν καὶ χαράν *

τὴν κατ᾽ ἔτος σεβάσμιον * ἑορτὴν ἡμῶν, *

ἐκτελοῦντες ὁμοῦ καὶ εὐθυμοῦντες, *

ὡς μακραίωνας ἐνδόξως, * μὲ ψυχικὴν ἀγαλλίασιν.

Ἡ ἡμέρα προυκάλεσε, * τὴν ἁγίαν συνάθροισιν, *

εἰς τὴν μνήμην σήμερον τὴν σεβασμίαν, *

διὸ εὐφράνθητε ἅπαντες, *

καὶ χαίρεσθε φίλτατοι¹ * στὴν πανήγυριν ἡμῶν, *

εὐχαρίστως νὰ ψάλλητε * καὶ νὰ πίνητε, *

καὶ συγχρόνως κτυπᾶτε τὰ ποτήρια *

μ᾽ ἁρμονίαν εἰς ὑγείαν * τῆς σεπτῆς αὐτῆς συνάξεως.

Διὰ τὴν ὑγείαν

(Ἐξήνθισεν ἡ ἔρημος)

Τὰ μάλαθρα τὴν ἄνοιξιν, * κάθε μέρα τρῶγε τα, *

νὰ ἀνοιχθοῦν τὰ μάτια σου, * μακριὰ νὰ βλέπουσι, *

ὠς ὀγδόντα μίλια, * ἐὰν σὲ φύγ᾽ ὁ γάιδαρος.

Γιαούρτι ἂν ὀρέγησε, * εἶνε δροσερότατον, *

μὲ τὸ πιλάφι τρῶγε το, * τὸ δὲ περίσσευμα, *

ὁπόταν θὰ πλαγιάσης * ν᾽ ἀλοίφης τὸ κεφάλι σου.

Τὰ κολοκύθια πάντοτε * ἔχε εἰς ὑπόληψιν, *

καὶ κάθε μέρα τρῶγε τα, * διὰ τὴ ὄρασιν,

καὶ μέρα μεσημέρι, * μετρᾶς τὰ ἄστρ᾽ ἀνάσκελα.

Ἂν σὲ χαλάσ᾽ ἡ ὄρεξις * πίνε κατραμόνερο, *

καὶ μιὰ σβουνιὰ τὸν Μάιον, * κόλλησε στὴν ράχη σου, *

ἂς εἶν᾽ καὶ βουβαλίσια, * φθάνει νὰ εἶν᾽ ταζέδικη.

Ἐὰν σὲ πάει κίνησις * εἶνε σημεῖον κάλλιστον, *

μέτρα τὰ χέρια πάντοτε, * ὥσπου νὰ φθάσουνε, *

ἂν φθάσουν τὰ ἑξῆντα, * δὲν σὲ φοβοῦμαι φίλε μου.

Στρείδια μύδια φίλε μου, * εἶνε κακοχώνευτα, *

ἂν σὲ πλακώσει ἄξαφνα, * θέρμη τρικούβερτη *

σκεπάσου μὲ τρεῖς τσέργες, * τρεῖς μέρες μὴ σηκώνεσαι.

Τὰ ὀστρακοδέρματα * εἶναι κακοχώνευτα, *

ἀλλὰ ἐσὺ συνήθιζε * δύο ἀντιφάρμακα, *

κρασὶ ὡς τρεῖς ὀκάδες * κατόπιν καὶ περίπατον.

Πεζὸς ἐὰν δὲν δύνασαι, * εὗρε ἕνα γάιδαρον, *

ἂς εἶν ὀλίγον ἄγριος, * καὶ καβαλίκεψ᾽ τον *

ἂν τύχει νὰ σὲ ρίξει * χωνεύεις εὐκολώτερα.

Πουλάκια ἂν ὀρέγησε, * ποιὸς δὲν τὰ ὀρέγηται *

ὅταν στὸ νοῦ μου ἔρχονται * τρέχουν τὰ σάλια μου, *

καὶ μάλιστα στὴν σοῦβλαν * καὶ καπαμὰ μὲ βούτυρον.

Ἀφόβως πάντα τρῶγε τα, * ὅμως μὲ ἐγκράτειαν, *

καὶ δυὸ ἀγγούρια ὕστερον, * μὲ ἀλατοπίπερον, *

καὶ δυὸ κουκουνάρες * καὶ μερικὰ δαμάσκηνα.

Τὰ γαλακτώδη βότανα, * ὡς ὑπνώδη τρῶγε τα, *

καὶ θὰ κοιμᾶσ᾽ ἀμέριμνος * ὕπνον Βαρούχιον, *

δυὸ μῆνες μὴ ξυπνήσεις * ἔχεις μεγάλο διάφορο.

Τὰ φουρνιστὰ γὰρ ἄπαντα, * εἶνε καλοχώνευτα, *

ἀρνάκια χῆνες μάλιστα * καὶ γαλατόπιτες, *

καὶ παραγεμισμένες * κουρκάνες, καλὴν ὄρεξιν. *

Ὁπόταν θὲς νὰ κάθησε * νὰ τρῶς αὐτὰ ποὺ εἴπαμε *

νὰ προσκαλεῖς τὸν φίλο μας, * τὸν πατέρα Κύριλλον, *

χωρὶς ἀμφιβολία * συντείνει στὴν ὑγεία σου.

Τὰ φαγητὰ τὰ νόστιμα, * τὰ φθονοῦν οἱ δαίμονες, *

καὶ ἀγριεύουν βλέποντες * νὰ τρῶς μὲ ἄνεσιν, *

καὶ προσπαθοῦν μὲ δόλους, * νὰ σὲ χαλοῦν τὴν ὄρεξιν.

Ἂν τοὺς ἰδῆς ποὺ ἔρχονται, * κάμε τὸν τρελλὸν εὐθύς, *

σήκω ἐπάνω χόρευε * πέτα τὴν σκούφιαν σου *

πέταξε καὶ τὰ ροῦχα, * καὶ θὰ γελοῦν - νὰ φεύγουνε.

Ἐὰν φυλάξης ἄνωθεν, * ὅλα ὅσα εἴπαμεν, *

μήτε ὁ Χάρος ἔρχεται, * μήτε θὰ βρῆ καιρόν, *

ἂν τύχει καὶ νὰ ἔλθη * ἀρχίνα πήδα, χόρευε.

Ἂν γίνεις ἑκατὸ χρονῶν, * γράψ᾽ τὴν διαθήκην σου, *

ἐὰν σὲ βροῦν τ᾽ ἀνάσκελα, * ἂς λογαριάσουνε, *

τὰ μπρούμητα ἂν σ᾽ εὕρουν, * ἂς βάλουν καὶ διάφορον.

Μαβροχάβιαρο καλό

(Τὸν Προφ. Ἰωνᾶν)

Μαυροχάβιαρο καλό, * πάρε δράμια ἑκατό, *

κάμε τὸ σαλατικό * πάρε καὶ ψωμὶ ζεστό, *

ἀξίζει γάρ, * κι ἑβδομήντα κι ὀγδοήκοντα.

Καὶ λαυράκι ἂν εὑρῆς * μιάμισι ὀκὰ σχεδόν, *

καὶ ταζέδικον καλόν, * κάμε το εὐθὺς ψητόν, *

μὲ σάλτσα γάρ, * θὲ νὰ βλέπης κι εἰς τὸν ὕπνον σου.

Τὸ κεφάλι τοῦ ροφοῦ * ἐὰν εἶνε ζωντανό, *

εὐθὺς κάμε το βραστό, * εἶν᾽ τὸ μόνον θαυμαστό, *

μιὰ τρέλλα γάρ, * καθίστε φίλοι νὰ τὸ πλακώσωμεν.

Μὴ φοβᾶσαι νὰ πρησθῆς, * κάμε χώνεψιν εὐθύς, *

τὰ μπρούμητα, * τὰ νῶτα ἄνω, καὶ ἀλαφρώνεσαι.

Στρείδια, μύδια, ἀχιουνιούς, * χτένια πίνες καὶ σουπιές, *

καλαμάρια, ἀστακοὺς * καὶ γαρίδες ζωντανές, *

μεζέδες γάρ, * καὶ μὲ ὑγείαν νὰ τὰ χωνεύητε.

Τὰ τοιαῦτα φαγητά, * τραβοῦν ἄμετρο κρασί, *

ἀλλὰ θέλει προσοχή, * νὰ μὴ γίνωμεν στουπί, *

καὶ τότε γάρ, * ἀνάγκη πᾶσα νὰ τραγουδήσωμεν.

Ἄσπρον γάιδαρο νὰ βρῆς, * μισιργιώτικον καλόν, *

δὸς πεντήκοντα φλωριά, * καὶ ἀγόρασον αὐτό, *

καὶ τρέχα γάρ, * νὰ τὰ χωνεύσης ὅλα μὲ ἄνεσιν.

Ἡ Κοκκοροδίκη

(Ὁ ἐξ ὑψίστου κληθείς)

Ἱερεὺς τις τὴν κλῆσιν Ἰωάσαφ, *

εἶχε μαῦρον κόκκορα ἔνδον τοῦ οἴκου αὐτοῦ, *

ὅνπερ ἠγάπα ὡς τέκνον του, * μόνον καὶ μόνον, *

ἵνα ἀκούει τὴν μελωδίαν του, *

φθόνῳ δὲ τοῦ ὄφεως αἴφνης ἀπώλετο, *

ἀφανὴς ὅλος γενόμενος, * πρόξενος λύπης, *

ἥτις ἐπλήρωσε τὴν καρδίαν του, *

εἰς τόσον ὥστε μείνας ἄσιτος, * ἐκ τῆς πολλῆς ἀθυμίας του, *

προτιμῶν ἔτι μᾶλλον, * τοῦ θανεῖν ὑπὲρ τὸν κόκκορα.

Τὴν ἐπιοῦσαν ἰδὼν ἀπὸ μακρόθεν, *

ἕνα μαῦρο κόκκορα περιφερόμενον, *

καὶ προσελθών ἀνεκραύγαζε, * τοῖς πᾶσι λέγων, *

συγχάρητέ μοι φίλοι πανπόθητοι *

εὗρον τὸν ποθούμενον ὅνπερ ἀπώλεσα, *

καὶ κυνηγῶντας τὸν ἔφθασεν, * ἐντὸς τοῦ κήπου, *

τοῦ τῶν Σεϊμένηδων τῶν ἀπέναντι, *

ὅν συλλαβῶν ἐνηγκαλίσατο, * κατεφίλει θερμῶς ὡς ἐνόμιζεν, *

ὅτι οὗτος ὑπάρχει, * ἀλλ᾽ ἐψεύσθη ὁ ταλαίπωρος.

Εἰς τὴν σκηνὴν τῆς στιγμῆς ταύτης ἐπέστη *

ἄνωθεν ὁ Ἄνθιμος ζητῶν τὸν κόκκορα, *

καὶ προσελθὼν ἀνεκραύγαζε * τοῖς ἐπιστάταις *

τὸν κόκκορά μου ἀδίκως ἤρπασαν, *

τότε τοὺς Σεϊμένηδες προσεπιτάττουσιν, *

ὅπως ταχέως ἀνέλθωσι, * φέρουσιν ἄμα *

τὸν Ἰωάσαφ ὡς καὶ τὸν κόκκορα, *

μετὰ πολλῆς δὲ συζητήσεως, * ἐπιτέλους ἐγνώσθη τὸ δίκαιον, *

καὶ ἡ κοκκοροδίκη, * πέρας εἴληφε θαυμάσιον.

Οὗτος ὁ τρόπος τῆς δίκης τοῦ κοκκόρου, *

πρὸς χάριν ἐκφράσωμεν κατὰ τὸν πόθον ὑμῶν, *

ὅπως δεόντως δοξάσητε, * τοὺς ἐπιστάτας, *

οἵτινες ὄντως σοφία κρείττονι, *

παρόμοιοι ὤφθησαν τοῦ Σολομῶντος αὐτοῦ,

κρίσιν δικαίαν προκρίναντες, * ἵνα ἀφήσουν, *

ὅλως ἐλεύθερον τὸν ποθούμενον, *

ὅν καὶ εὐθέως ἀπολύσαντες, * ὁ δὲ ἐπάρας τὰς πτέρυγας *

μεταρσίως μετέβη, * στὸν αὐθέντη του τὸν Ἄνθιμον.

Ἡ γατοδίκη

(Οἶκος τοῦ Εὐφραθᾶ)

Βλάχος τις Ἱερεύς, * ἀγόρασε καλύβην, * εἰς ἤν ὑπῆρχε γάτος *

ὅς αἴφνης ἀπωλέσθη, * πρόξενος λύπης γέγονεν.

Ἐννόησεν εὐθύς, * ὁ βλάχος τὴν ἀπάτην, * ὅτι ὁ γάτος ἤρθη *

ἐκ μέσου τῆς καλύβης, * ἀπὸ τὸν πρώην κάτοικον.

Ἔδραμε παρευθύς, * εἰς τὴν ἐπιστασίαν * εἰς ἤν ἐξιστορήσας, *

μὲ λύπην του μεγάλην, * τοῦ γάτου τὴν ἀπώλειαν.

Ὡς ἤκουσαν εὐθύς, * οἱ ἐπιστάται ταῦτα, * ἔστειλαν τὸν Σεϊμένην, *

νὰ φέρει ὅσον τάχος, * τοῦ βλάχου τὸν ἀντίδικον.

Ἔφθασεν ὁ ρηθείς, * λέγ᾽ ἡ ἐπιστασία, * νὰ δώσει χωρὶς ἄλλο, *

τὸν γάτον εἰς τὸν βλάχον, * χωρὶς καμμίαν πρόφασιν.

Παρακαλῶ πολὺ * ἅγιοι ἐπιστάται, * ἐγὼ δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, *

ἐπώλησα καλύβην, * ἀλλὰ χωρὶς τὸν γάτον μου.

Δὲν εἶχα μὲ αὐτὸν, * καμμίαν συμφωνίαν, * γιὰ νὰ τὸν παραδώσω, *

τὸν γάτον τὸν ὁποῖον * ἀνέθρεψα ὡς τέκνον μου.

Ὁ βλάχος μὲ φωνάς, * μεγάλη ἀδικία, * ἅγιοι ἐπιστάται, *

καλύβα χωρὶς γάτον * ἀκόμη δὲν ἠκούσθηκε.

Μεγάλη εἰς ἐμέ, * ἡ ἀδικία αὕτη, * ἅγιοι ἐπιστάται, *

πάρτε καὶ τὸ κλειδί μου, * πάρτε καὶ τὴν καλύβα μου.

Εἷς τῶν ἐπιστατῶν, * ὑπέσχετο νὰ δώσει, * τὸν ἰδικόν του γάτον, *

ὅμοιον ὡς τὸν ἄλλον, * κι ἡ γατοδίκη ἔπαυσεν.

Αὗται αἱ ἀρεταὶ * τῶν νῦν ἐνασκουμένων, * γιὰ γάτους γιὰ κοκκόρους, *

γιὰ πέτρες γιὰ πουρνάρια, * ἀλλήλοις διαμάχονται.

Λέγουσι δὲ τινές, * τῶν εἰδημονεστέρων, * ὡς τὶ γὰρ χρησιμεύει *

ἡ διαρκὴς Κοινότης, * ὅμως πολὺ λανθάνονται.

Εὐφορία κολοκυνθίων

(Ὅ ἐξ ὑψίστου κληθεῖς)

Ὁ κηπουρός μας χαρὰν μεγάλην ἔχει, *

πῶς φέτος ἐπλήθυναν τὰ κολοκύθια του *

καὶ λογαριάζει θὰ τρώγωμεν * ἐννέα μῆνας, *

πρωὶ καὶ βράδυ θὰ τραπεζώνωμεν, *

ὥστε θὲ νὰ ἔχωμεν ὑγείαν πάντοτε, *

θὰ καθαρίσουν τὰ μάτια μας * καὶ θὰ μετροῦμεν, *

τὸ μεσημέρι τ᾽ ἄστρα ἀνάσκελα, *

θὰ μαλακώσουν καὶ τὰ κόκκαλα, *

καὶ τὰ μυαλά μας θὰ εἶν᾽ ἐλαφρότερα, *

οἱ κοιλιές μας φανάρι, * ὁ δὲ νοῦς κολοκυθόφωτος.

Τὴν Κυριακὴν ἀρχινᾶν τὰ κολοκύθια, *

Δευτέραν φασούλια μὲ τὰ λεμόνια τους, *

τὴν Τρίτη πράσσα μὲ σέλινα, * τὴν δὲ Τετράδην, *

κουκιὰ μὲ ρίγανη θρεπτικότατα *

τὴν Πέμπτην πληγούριον μετὰ παχιὰ μπουρανὶ *

Παρασκευὴν τὰ ψαρούκια * κοιλιὰ φανάρι, *

τῷ δὲ Σαββάτῳ διὰ ἀνάπαυσιν, *

τὸν μπακαλάον τὸν Μαλτέζικον, *

τὸ δὲ ἑσπέρας ἀντίδια νερόβραστα *

ἤ τυχὸν λαχανίδες, * πρὸς ἐλάφρωσιν τοῦ στόμαχος. *

Οἱ σεισμοὶ τῆς Προικονήσου

(Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου)

Ὅτε πρὸ τριῶν ἐτῶν σχεδόν, *

παρὰ τῆς Μονῆς ἀπεστάλην * εἰς τὴν Προικόνησον, *

μέγα τὸ δυστύχημα πάσης τῆς νήσου αὐτῆς, *

φοβεροὶ τρομερώτατοι * σεισμοὶ καθ᾽ ἑκάστην, *

φόβος ἀπροσδόκητος πάντας κατέλαβεν, *

ὅθεν καὶ οἱ κάτοικοι πάντες, *

ἐξελθόντες ἔντρομοι ἔξω, *

καὶ τὴν συμφορὰν θρηνολογούμενοι.

Τότε καὶ ἐγὼ συναντηθείς, *

μετὰ τοῦ Δεσπότου τῆς νήσου * καὶ συσκεπτόμενοι, *

ποῦ νὰ καταφύγωμεν ἐκ τῆς τοιαύτης ὀργῆς, *

ὡς οὐδὲν ἄλλο εὕρομεν * μέσο σωτηρίας, *

εἰ μὴ ἐν ἑνὶ Βουτζὶ ἔνθα κατέκειτο *

ἔνδον τῆς αὐλῆς ἐν αὐτῷ γάρ, *

εἰσελθόντες φέροντες ἅμα, *

δύο δαμιτζάνες μαστιχόρακον.

Ἔφερε προσέτι στὸ Βουτζί, *

ἡ Πανιερότης του ἕνα * λαμπρὸν τουφέκιον *

ὅπερ ἐσυνήθιζε νὰ ἔχει πάντοτε,

μὲ αὐτὸ ἀπεσόβιζε * τοὺς φόβους καὶ τρόμους, *

θάρρος τὸν ἐνέπνεε καὶ ἀνεπαύετο, *

ὅθεν μὲ αὐτὸ τὸ τουφέκι, *

καὶ τὶς ταμιτζάνες ταῖς δύο, *

τοὺς σεισμοὺς οὐδόλως ἐψηφίσαμεν. *

Δύο ἑβδομάδες στὸ Βουτζί, *

βαθμηδὸν τὴν μιὰν δαμιτζάναν, * τὴν πλησιάσαμεν *

οἱ σεισμοὶ δὲν ἔπαυσαν οὔτε ἡμεῖς τὸ ρακί, *

καὶ ὁσάκις ἐσείετο, * τὸ Βουτζὶ ὁλίγον, *

ὁ Δεσπότης ἔντρομος εὐθὺς ἐγείρετο, *

πάλιν τὸ ποτήρι γεμίζων, *

τσούζων καὶ φωνάζων καὶ τρέμων *

μέγας ὁ σεισμὸς Πάτερ μου Κύριλλε.

Πάλιν οἱ σεισμοὶ ἀκολουθοῦν *

πέρασαν τριάντα ἡμέραι, * ἡμεῖς ἐντὸς τοῦ Βουτζί, *

ὅπερ θεωρούσαμεν ὡς σωστικὴν Κιβωτόν, *

ἀνεπαύθημεν ἄριστα, * τσούζοντες συγχρόνως, *

καὶ τὸ μαστιχόρακον μὲ γενναιότητα, *

ὅθεν ἐξελθόντες ἀφόβως, *

ἔφυγον οἱ φόβοι καὶ τρόμοι, * καὶ οἱ δαμιτζάνες ἐτελείωσαν. *

Νέφος σχηματίσθη στὸ Βουτζί, *

ἀπὸ τὸν καπνὸν τὰ τσιγάρα * ὅπου τραβούσαμεν *

δὲν ἐγνωριζόμεθα ἀπ᾽ τὸν καπνὸν τὸν πολύν, *

σὰν καμίνι ἐφαίνετο, * κόλασις δευτέρα, *

σχεδὸν ἄλλος τάρταρος • ψηλαφητός, φοβερός, *

ὅμως ὑγιῶς ἐξελθόντες, *

θαύμαζον καὶ πάντες οἱ φίλοι, *

εἰς τὸ τοῦ Βουτζιοῦ τὸ καταφύγιον.

Ἡ λιτανεία

(Ὅτε ἐκ τοῦ ξύλου)

Πᾶσι εἶνε φίλτατοι γνωστόν, *

πῶς αἱ λιτανεῖαι συνήθως * ἐν ἁρμοδίῳ καιρῷ *

εἰς ἡμέραν εὔδιον, νὰ διορίζονται, *

μὲ κοινὴν εὐχαρίστησιν, * καὶ μεθ᾽ εὐλαβείας, *

ἕκαστος κινούμενος ἀκολουθεῖ ἐν αὐτῇ *

ὅταν * τοὐναντίον συμβαίνει *

βροχεροὺς ἀνέμους καὶ ψῦχος, * βλαβερὰ ἡ ἔξοδος καθίσταται.

Ὥσπερ τοῦ Πρωτάτου καὶ ἐχθές, *

θυελλώδης οὖσα ἡμέρα * καὶ ἀκατάστατος, *

ἐνεκρίθη εὔλογος ἡ ταύτης ἔξοδος, *

λιτανεία ἐπίσημος * μὲ Ἀρχιερέα, *

Ἱερεῖς διάκονοι μὲ τὰς χρυσὰς τὰς στολάς, *

πᾶς τις * φαντασθῆτε τὴν θέαν, *

ἥν ἀδυνατῶ παραστῆσαι, * φώναζεν ὁ ὄχλος μὴ χειρότερα.

Ψῦχος καὶ ἀέρας καὶ βροχή, *

τρία ἐναντία στοιχεῖα * κατεξανέστησαν *

ἅ οἱ ἐπιστάται μας οὐκ ἐβλαβήθησαν, *

ἡ βροχὴ ἀδιάκοπος * ὅλοι σὰν τὶς πάπιες, *

ἔπιναν καὶ ἔκραζαν τὸ μὴ χειρότερα, *

ὅτε * καὶ οἱ ψάλται ὁσάκις, *

ἔψαλλαν τὸ εἰς πολλὰ ἔτη, * ὁ Δεσπότης μέσ᾽ τὴν λάσπην μὲ τὸν σάκον του.

Τὶ σπαραξικάρδιος σκηνή, *

μέσα στὰ νερὰ πλάτσα πλούτσα, * καὶ ἡ φυλλάδα αὐτή, *

μούσκεψε καὶ κόλλησαν ὅλα τὰ φύλλα αὐτῆς, *

λυπηρὸν ὄντως θέαμα, * ἅμα καὶ γελοῖον, *

τὰ κάρβουνα ἔπλεον στὰ θυμιατὰ στὸ νερόν. *

Τὶς νὰ * παραστήσει τὴν θέαν, *

ἔτρεχεν ὁ κόσμος νὰ εὕρη, * σόμπες καὶ φωτιὲς νὰ τὰ στεγνώσουνε.

Ὁ Πρωτεπιστάτης τῆς σκηνῆς *

ἐκ τῆς Ἱερᾶς Σεβασμίας * Βατοπεδίου Μονῆς, *

ἐκ τῶν εὐλαβεστέρων τε Προηγουμένων αὐτῆς *

Διονύσιος φίλος μας * πίστει τε καὶ ζήλῳ, *

Θερμανθεῖς διέταξεν, τὴν ταύτης ἔξοδον, *

ὅθεν * διὰ χάριν τοῦ ζήλου *

καὶ θερμῆς αὐτοῦ εὐλαβείας, * τὴν παπάραν ταύτην τὴν ἐφάγαμεν.

Ἐκάθησεν ὁ μπεκρῆς

(Ἰλάσθητί μοι Σωτήρ)

Ἐκάθησεν ὁ μπεκρῆς * τοῦ βαρελίου ἀπέναντι, *

στενάζει καὶ ἐκβοᾶ, * κανάτα ἐλέησον, *

καὶ σὺ ποτηράκι μου * πλῆρες μὲ κρασάκι, *

κέρασε με τὸν ταλαίπωρον.

¹ ἤ: πάντοτε
agioritikesmnimes
VIDEO
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ