Οι σύγχρονες συνήθειες στέγασης διαμορφώνονται ολοένα και περισσότερο από οικονομικές πιέσεις, κοινωνικές μεταβολές και περιορισμένη προσφορά κατοικιών.
Η αύξηση των ενοικίων και των τιμών αγοράς, η υπερσυγκέντρωση πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η μεταβολή των επαγγελματικών και οικογενειακών δομών οδηγούν σε νέες επιλογές στέγασης και μικρότερα, γενικά, σπίτια. Η συγκατοίκηση και οι κατοικίες μικρού μεγέθους δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές επιλογές, όπως συνέβαινε παλαιότερα, αλλά απαντήσεις σε συγκεκριμένες συνθήκες της αγοράς στέγασης, ενώ ταυτόχρονα η σύγχρονη κατοικία καλείται πλέον να υποστηρίξει περισσότερες λειτουργίες σε σχέση με παλαιότερα.
Παγκόσμιες μεταβολές στη στέγαση
Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ (OECD Affordable Housing Database), οι τιμές κατοικιών και τα ενοίκια στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες αυξάνονται διαχρονικά με ρυθμό πολύ ταχύτερο από την αύξηση των εισοδημάτων. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει την προσβασιμότητα στη στέγαση, ιδίως για νεότερες ηλικιακές ομάδες και νοικοκυριά μεσαίου εισοδήματος.
Η Eurostat καταγράφει σταθερή αύξηση του δείκτη τιμών κατοικιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση από το 2010 και μετά, ενώ σε αρκετά κράτη-μέλη σημαντικό ποσοστό νοικοκυριών δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στεγαστικές ανάγκες. Το υπερβολικό αυτό στεγαστικό βάρος συνδέεται άμεσα και αποτελεί τη βασική αιτία για τις αλλαγές που έχουν επέλθει στις σύγχρονες συνήθειες στέγασης.
Παράλληλα, η Παγκόσμια Τράπεζα επισημαίνει ότι η ταχεία αστικοποίηση και η μετακίνηση πληθυσμού προς μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργούν πίεση στην προσφορά κατοικιών, οδηγώντας μοιραία σε αυξημένες τιμές και υπερβολική ζήτηση για κατοικίες μικρών επιφανειών, ειδικά στις μεγαλουπόλεις.
Η Ελληνική πραγματικότητα
Στην Ελλάδα, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ και της Τράπεζας της Ελλάδος δείχνουν σημαντική αύξηση του δείκτη τιμών κατοικιών τα τελευταία χρόνια, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα. Παράλληλα, τα δεδομένα μισθώσεων δείχνουν αυξημένη ζήτηση για μικρές και μεσαίες κατοικίες, ιδιαίτερα έως 75 τ.μ., γεγονός που αποτυπώνει τη μετατόπιση προς διαφορετικές συνήθειες στέγασης.
Η Eurostat καταγράφει επίσης ότι η Ελλάδα εμφανίζει από τα υψηλότερα ποσοστά στεγαστικής επιβάρυνσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σημαντικό μέρος του πληθυσμού να αντιμετωπίζει ουσιαστικές δυσκολίες στην κάλυψη στεγαστικών εξόδων. Η συνθήκη αυτή επηρεάζει άμεσα τις επιλογές στέγασης, ενισχύοντας τη συγκατοίκηση, την παραμονή των νέων στην οικογενειακή κατοικία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και τη στροφή προς μικρότερα σπίτια.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, περίπου 8–10% του πληθυσμού δαπανά πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός του για στέγαση. Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα που προσεγγίζουν ή και ξεπερνούν το 25%, δηλαδή σχεδόν τριπλάσια αναλογία σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, το ποσοστό υπερπληθυσμού κατοικιών στην ΕΕ βρίσκεται περίπου στο 16–17%. Αντίστοιχα στην Ελλάδα το ποσοστό υπερπληθυσμού κατοικιών είναι σημαντικά υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αγγίζει περίπου το 27–30%, γεγονός που σημαίνει ότι περισσότερα άτομα ζουν σε κατοικίες με λιγότερα δωμάτια από όσα θεωρούνται επαρκή με βάση τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Την ίδια στιγμή, αν και η χώρα διαχρονικά διατηρεί υψηλότερο ποσοστό ιδιοκατοίκησης από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η αύξηση των τιμών κατοικιών τα τελευταία χρόνια εντείνει τις δυσκολίες πρόσβασης σε ιδιόκτητη κατοικία για νεότερα νοικοκυριά.
Συνεπώς οι συνθήκες στην Ελλάδα σε σχέση με τη στέγαση δεν μπορούν να δικαιολογηθούν πλήρως ως μια γενική Ευρωπαϊκή τάση και υποδηλώνουν σημαντικότερα προβλήματα και στρεβλώσεις.
Αλλαγή προτύπων κατοικίας
Τα πρότυπα διαβίωσης διαφοροποιούνται ουσιαστικά σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες. Η αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, ιδίως στα αστικά κέντρα, συνδέεται με αλλαγές στον τρόπο ζωής, την καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας και τη μεγαλύτερη γεωγραφική κινητικότητα. Παράλληλα, αναπτύσσεται η συγκατοίκηση μη συγγενικών προσώπων, κυρίως για λόγους διαμοιρασμού του κόστους στέγασης.
Η κατοικία δεν αποτελεί πλέον αυτονόητα οικογενειακή μονάδα τουλάχιστον δύο γενεών ή σταθερή επιλογή μακράς διάρκειας, όπως συνέβαινε συχνότερα στο παρελθόν. Η μεγαλύτερη κινητικότητα, η αβεβαιότητα στην εργασία και οι αυξημένες στεγαστικές δαπάνες οδηγούν υποχρεωτικά σε διαφορετικά πρότυπα στέγασης, με την προσαρμογή στις οικονομικές συνθήκες να προηγείται της σταθερότητας.
ΠΗΓΕΣ
OECD – Affordable Housing DatabaseEurostat – Housing Price Index & Housing Cost Overburden RateWorld Bank – Housing & Urban Development DataΤράπεζα της Ελλάδος – Δείκτης Τιμών ΔιαμερισμάτωνΕΛΣΤΑΤ – Στατιστικά Στοιχεία Κατοικιών και ΝοικοκυριώνHARE
soulouposeto




