Με αφορμή συζητήσεις που γίνονται το τελευταίο διάστημα για τις τιμές σε παραφαρμακευτικά προϊόντα, φαρμακευτικά kits, προϊόντα υγείας και είδη καθημερινής φροντίδας, αξίζει να ανοίξει ένας σοβαρός προβληματισμός μέσα στον ίδιο τον κλάδο.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι από την αρχή: ο καταναλωτής έχει κάθε δικαίωμα να αναζητά την καλύτερη τιμή. Σε μια εποχή ακρίβειας, υψηλών λογαριασμών και συμπιεσμένων εισοδημάτων, είναι απολύτως λογικό ο πολίτης να συγκρίνει, να ψάχνει και να επιλέγει αυτό που θεωρεί οικονομικά συμφέρον.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι ο καταναλωτής.
Το πρόβλημα ξεκινά όταν εμείς οι ίδιοι, ως φαρμακοποιοί, μετατρέπουμε το φαρμακείο αποκλειστικά σε πεδίο τιμολογιακού πολέμου.
Άλλο πράγμα είναι ο υγιής ανταγωνισμός. Και άλλο πράγμα είναι η συστηματική απαξίωση της ίδιας μας της δουλειάς.
Δεν μπορεί να διαμαρτυρόμαστε για όλα και ταυτόχρονα να απαξιώνουμε μόνοι μας τη δουλειά μαςΔεν γίνεται από τη μία να διαμαρτυρόμαστε —και δικαίως— για το...
.... χαμηλό περιθώριο κέρδους στα φάρμακα, για τα rebate, για την υψηλή φορολογία, για τις ασφαλιστικές εισφορές, για το λειτουργικό κόστος ενός φαρμακείου, για μισθούς, ενοίκια, ενέργεια, προγράμματα, αναλώσιμα και συνεχείς υποχρεώσεις, και από την άλλη να «σκοτώνουμε» μόνοι μας τις τιμές στα παραφαρμακευτικά προϊόντα, σαν να μην υπάρχει αύριο.Ιδίως στο ηλεκτρονικό εμπόριο, η κατάσταση σε ορισμένες περιπτώσεις έχει ξεφύγει. Βλέπουμε λιανικές τιμές που πολλές φορές πλησιάζουν ή και υπολείπονται των τιμών με τις οποίες προμηθεύεται ένα συνοικιακό φαρμακείο από τη φαρμακαποθήκη του.
Και εκεί γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα: πώς μπορεί να σταθεί ένας νόμιμος φαρμακοποιός πάγκου, με φυσικό κατάστημα, προσωπικό, εφημερίες, αποθέματα, ευθύνη απέναντι στον ασθενή και καθημερινή παρουσία στη γειτονιά, όταν καλείται να ανταγωνιστεί τιμές που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική λειτουργία ενός βιώσιμου φαρμακείου;
Δεν είναι μόνο θέμα τιμής. Είναι και θέμα ευθύνης
Το ζήτημα, μάλιστα, δεν αφορά μόνο την τιμή. Το έχουμε ήδη επισημάνει και σε προηγούμενη ανάρτηση για τις αγορές μέσω διαδικτύου και την παραλαβή προϊόντων φαρμακείου από lockers, ειδικά σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών.
Διαβάστε επίσης: Όταν το locker γίνεται… φούρνος: τι συμβαίνει με τα προϊόντα φαρμακείου το καλοκαίρι;
Εκεί το ερώτημα ήταν αν ένα προϊόν που σχετίζεται με την υγεία, την πρόληψη, την περιποίηση ή την προστασία του πολίτη μπορεί να αντιμετωπίζεται σαν ένα οποιοδήποτε δέμα, χωρίς να γνωρίζουμε πάντα τις συνθήκες φύλαξης, τη διάρκεια παραμονής, τη θερμοκρασία ή το θερμοκρασιακό ιστορικό του.
Εδώ το ερώτημα είναι αντίστοιχο: μπορεί το φαρμακείο να αντιμετωπίζεται απλώς ως ένα ακόμη σημείο πώλησης, όπου το μόνο που μετράει είναι ποιος θα κατεβάσει περισσότερο την τιμή;
Και στις δύο περιπτώσεις, η απάντηση είναι η ίδια: τα προϊόντα φαρμακείου δεν είναι απλά εμπορεύματα. Η τιμή έχει σημασία, αλλά δεν μπορεί να είναι το μοναδικό κριτήριο. Σημασία έχει και η σωστή φύλαξη, η υπεύθυνη διάθεση, η επιστημονική καθοδήγηση και η δυνατότητα του πολίτη να απευθυνθεί σε έναν επαγγελματία υγείας που αναλαμβάνει ευθύνη.
Το φαρμακείο δεν είναι μόνο τιμήΤο φαρμακείο δεν είναι απλώς ένα ράφι με προϊόντα.
Δεν είναι μόνο ένα καλάθι αγορών.
Δεν είναι μόνο μια τιμή σε μια οθόνη.
Είναι ο χώρος όπου ο πολίτης θα ρωτήσει για τη δοσολογία του φαρμάκου του. Θα ζητήσει συμβουλή για το παιδί του. Θα έρθει βράδυ, Κυριακή ή αργία στην εφημερία. Θα αναζητήσει άμεσα κάτι που χρειάζεται. Θα βρει έναν επαγγελματία υγείας που θα του εξηγήσει, θα τον καθοδηγήσει και, πολλές φορές, θα τον προστατεύσει από λάθος χρήση ή λάθος επιλογή.
Αυτή η υπηρεσία έχει αξία. Και η αξία αυτή δεν μπορεί να ισοπεδώνεται στον βωμό του «να πουλήσω λίγο πιο φθηνά από τον διπλανό».
Δεν μιλάμε για ακριβές τιμές. Μιλάμε για βιώσιμες τιμέςΟ στόχος δεν πρέπει να είναι να πληρώσει ο πολίτης ακριβά.
Ο στόχος πρέπει να είναι να υπάρχει δίκαιη, λογική και βιώσιμη τιμολόγηση.
Να μπορεί ο καταναλωτής να βρίσκει προσιτές τιμές, αλλά να μπορεί και το φαρμακείο να επιβιώσει.
Γιατί αν το μόνο κριτήριο γίνει η χαμηλότερη δυνατή τιμή, στο τέλος δεν θα χαθεί μόνο το περιθώριο κέρδους. Θα χαθεί και η αντίληψη ότι τα προϊόντα φαρμακείου χρειάζονται υπεύθυνη διακίνηση, σωστή φύλαξη, κατάλληλη ενημέρωση και επιστημονική καθοδήγηση.
Θα χαθεί η ποιότητα της υπηρεσίας, η επάρκεια, η διαθεσιμότητα, η ανθρώπινη επαφή και τελικά η ίδια η φυσική παρουσία του φαρμακείου στη γειτονιά.
Ο πολίτης μπορεί πρόσκαιρα να κερδίσει λίγα ευρώ σε ένα προϊόν. Μακροπρόθεσμα, όμως, κινδυνεύει να χάσει κάτι πολύ σημαντικότερο: ένα άμεσο, προσβάσιμο και υπεύθυνο σημείο πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Ο υγιής ανταγωνισμός είναι θεμιτός. Η αυτοϋπονόμευση δεν είναι στρατηγική
Η συζήτηση, λοιπόν, δεν είναι «φθηνά ή ακριβά».
Η πραγματική συζήτηση είναι αν θέλουμε φαρμακεία βιώσιμα, αξιοπρεπή και ικανά να συνεχίσουν να προσφέρουν υπηρεσίες υγείας στον πολίτη.
Ο υγιής ανταγωνισμός είναι θεμιτός. Η ελεύθερη αγορά λειτουργεί με επιλογές, σύγκριση και προσφορά. Όμως η διαρκής πίεση προς τα κάτω, χωρίς κανένα μέτρο επαγγελματικής λογικής, δεν είναι ανάπτυξη. Είναι αυτοϋπονόμευση.
Και η αυτοϋπονόμευση ενός ολόκληρου κλάδου δεν μπορεί να βαφτίζεται «εξυπηρέτηση του πελάτη».
Γιατί το φαρμακείο δεν πουλά απλώς προϊόντα. Προσφέρει γνώση, ευθύνη, διαθεσιμότητα, εμπιστοσύνη και καθημερινή παρουσία δίπλα στον πολίτη.
Και αυτή η αξία πρέπει πρώτα απ’ όλα να αναγνωριστεί από εμάς τους ίδιους.
Farmakopoioi
farmakopoioi




