2013-01-12 22:47:00
Φωτογραφία για Σαμίρ Αμίν: Το Ευρωπαϊκό σχέδιο θα καταρρεύσει...
Επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

Η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη είναι ότι αυτή διαθέτει τα μέσα για να καταστεί μια οικονομική και πολιτική δύναμη ανάλογη των ΗΠΑ, και συνεπώς, ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ. Αυτό είναι εμφανές αν αθροίσει κανείς τους πληθυσμούς και το ΑΕΠ της ΕΕ. Προσωπικά, πιστεύω ότι η Ευρώπη έχει τρία σημαντικά μειονεκτήματα που αποκλείουν μια τέτοια σύγκριση.

Πρώτον, το βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου (οι ΗΠΑ και, αυτό που εγώ αποκαλώ η εξωτερική της επαρχία, ο Καναδάς) είναι προικισμένο με ασύγκριτα περισσότερους φυσικούς πόρους από την περιοχή που καλύπτει η Ευρώπη δυτικά της Ρωσίας, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η εξάρτηση της από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους.

Δεύτερον,η Ευρώπη αποτελείται από πολλά ξεχωριστά και διαφορετικά έθνη, των οποίων η ποικιλομορφία πολιτικής κουλτούρας – χωρίς αυτή να χαρακτηρίζεται απαραιτήτως από εθνικό σοβινισμό – αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που αποκλείει την αναγνώριση ύπαρξης ενός «ευρωπαϊκού λαού» στο πρότυπο του «αμερικανικού λαού» των ΗΠΑ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το σημαντικό ζήτημα παρακάτω.


Τρίτον(και αυτός είναι ο κύριος λόγος που αποκλείεται μια τέτοια σύγκριση), η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ευρώπη ήταν και παραμένει ανομοιογενής, ενώ ο Αμερικάνικος καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί με έναν αρκετά ομοιογενή τρόπο στην περιοχή της Βορείου Αμερικής, τουλάχιστον από την εποχή του Αμερικάνικου Εμφυλίου. Η Ευρώπη – δυτικά του ιστορικού χώρου της Ρωσίας (συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας) – αποτελείται από τρία σύνολα καπιταλιστικών κοινωνιών με ανομοιογενή μεταξύ τους ανάπτυξη.

Ο ιστορικός καπιταλισμός – δηλαδή η μορφή καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που έχει καθιερωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο – άρχισε να διαμορφώνεται τον δέκατο έκτο αιώνα, στο τρίγωνο Λονδίνο / Άμστερνταμ / Παρίσι, για να πάρει την τελική του μορφή με τη Γαλλική πολιτική επανάσταση και την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτό το μοντέλο, το οποίο καθιερώθηκε ως κυρίαρχο στα κέντρα του καπιταλισμού μέχρι και τη σύγχρονη εποχή (ο «φιλελεύθερος καπιταλισμός», σύμφωνα με τον Wallerstein), αναπτύχθηκε ταχύτατα και δυναμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο θέτοντας τέρμα στη δουλοκτητική οικονομία, όπως επίσης και αργότερα στον Ιαπωνικό φεουδαρχισμό. Στην Ευρώπη, αυτό το μοντέλο αναπτύχθηκε, επίσης με ταχείς ρυθμούς (από το 1870), στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία. Αυτός ο ευρωπαϊκός πυρήνας (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ελβετία, Αυστρία, Σκανδιναβία) είναι πλέον θύμα της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας του δικού της «γενικευμένου» (όπως το αποκαλώ) μονοπωλίου, το οποίο, ξεκινώντας από προηγούμενες μορφές μονοπωλιακού καπιταλισμού, πήρε τη σημερινή του μορφή κατά την περίοδο 1975-1990.

Παρόλ’ αυτά, τα γενικευμένα μονοπώλια στην περιοχή της Ευρώπης δεν είναι «ευρωπαϊκά», αλλά κατεξοχήν «εθνικά» (δηλαδή, Γερμανικά ή Βρετανικά ή Σουηδικά, κλπ.), παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητές τους είναι πανευρωπαϊκές ή ακόμη και διεθνείς (δηλαδή λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα). Το ίδιο ισχύει και για τα σύγχρονα γενικευμένα μονοπώλια στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία. Στο σχολιασμό μου επί της εντυπωσιακής έρευνας η οποία έχει γίνει για το εν λόγω ζήτημα, τόνισα την καθοριστική σημασία αυτού του συμπεράσματος.

Ένα δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου το ίδιο πρότυπο – δηλαδή, αυτό του γενικευμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού που ισχύει σήμερα – έχει διαμορφωθεί πολύ πιο πρόσφατα, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης, οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητες όσον αφορά στη μορφή οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης των κοινωνιών τους, γεγονός που αποτελεί εμπόδιο στην όποια προσπάθεια να καταστούν ίσες με το προαναφερθέν πρώτο σύνολο χωρών.

Το τρίτο επίπεδο ανάπτυξης τους καπιταλισμού στην Ευρώπη, το οποίο περιλαμβάνει τις χώρες του πρώην «σοσιαλιστικού» κόσμου (Σοβιετικού πρότυπου) και την Ελλάδα, δεν αποτελεί έδρα γενικευμένων μονοπωλίων που ανήκουν στις εθνικές τους κοινωνίες (οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ίσως η εξαίρεση, αν και η ταυτότητα τους ως Έλληνες είναι άκρως αμφίβολη). Όλες αυτές οι χώρες μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κάθε άλλο παρά αποτελούσαν αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως αυτές του κεντρικού ευρωπαϊκού πυρήνα. Στη συνέχεια, ο σοβιετικός σοσιαλισμός παρεμπόδισε ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη των εθνικών καπιταλιστικών αστικών τάξεων που βρίσκονταν ακόμα σε εμβρυακή μορφή, αντικαθιστώντας την εξουσία τους με ένα Κρατικό Καπιταλισμό με κοινωνικά, αν όχι σοσιαλιστικά, χαρακτηριστικά. Με την επανένταξή τους στον καπιταλιστικό κόσμο μέσω της προσχώρησης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, οι χώρες αυτές βρίσκονται τώρα στην ίδια κατάσταση με τις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού: δεν διοικούνται από τα δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια, αλλά υπόκεινται στα μονοπώλια του Ευρωπαϊκού πυρήνα.

Αυτή η ανομοιογένεια της Ευρώπης αποκλείει εντελώς τη σύγκρισή της με το σύμπλεγμα ΗΠΑ / Καναδά. Αλλά, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ανομοιογένεια θα μπορούσε να εξαλειφθεί σταδιακά, με την οικοδόμηση της Ευρώπης. Αυτή ακριβώς είναι η κυρίαρχη άποψη στην Ευρώπη – προσωπικά διαφωνώ, και θα επανέλθω στο θέμα αυτό παρακάτω.

Μπορεί να συγκριθεί η Ευρώπη με την Δισυπόστατη Αμερικανική Ήπειρο (dual continent);

Προσωπικά θεωρώ ότι η σύγκριση μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικανικής διπλής Ηπείρου (ΗΠΑ / Καναδάς από τη μία πλευρά, και Λατινική Αμερική και Καραϊβική, από την άλλη) είναι πιο ρεαλιστική παρά η αποκλειστική σύγκριση με την Βόρεια Αμερική. Η αμερικανική «δισυπόστατη» ήπειρος συνιστά ένα υποσύνολο του παγκόσμιου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στον κεντρικό και κυρίαρχο Βορρά και τον υποτελή περιφερειακό Νότο. Αυτή η κυριαρχία, την οποία μοιράζονταν κατά τον δέκατο ένατο αιώνα η Βρετανία (η οποία κατείχε ηγεμονικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα) και οι ανερχόμενες σε ισχύ ΗΠΑ (των οποίων η φιλοδοξία είχε καταστεί σαφής από το 1823 με το Δόγμα Monroe), σήμερα πλέον ασκείται κυρίως από την Ουάσιγκτον, τα μονοπώλια της οποίας ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό την ευρεία οικονομική και πολιτική ζωή του Νότου, παρά τους πρόσφατους προοδευτικούς αγώνες που θα μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση αυτή την κυριαρχία. Η αναλογία με την Ευρώπη είναι προφανής. Η Ανατολική Ευρώπη βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση υποταγής στη Δυτική Ευρώπη ανάλογη με αυτήν της Λατινικής Αμερικής σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αλλά όπως όλες οι αναλογίες, έχει και αυτή τους περιορισμούς της και εάν τους αγνοήσουμε θα οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με τις πιθανές μελλοντικές προοπτικές και τις αποτελεσματικές στρατηγικές πάλης που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο σε αυτές τις μελλοντικές προοπτικές. Σε δύο επίπεδα οι διαφορές υπερέχουν των αναλογιών που διαπιστώνονται. Η Λατινική Αμερική είναι μια τεράστια ήπειρος, με τεράστιους φυσικούς πόρους – νερό, γη, ορυκτά, πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Ανατολική Ευρώπη δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συγκριθεί σε αυτό το επίπεδο. Επιπλέον, η Λατινική Αμερική είναι λιγότερο ανομοιογενής απ’ ότι η Ανατολική Ευρώπη: με δύο σχετικά συγγενικές γλώσσες (χωρίς να αγνοούμε φυσικά τις ινδιάνικες-γηγενείς γλώσσες) και ελάχιστη σοβινιστική εχθρότητα μεταξύ γειτόνων. Παρόλ’ αυτά, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα στο να προχωρήσουμε σε ένα πιο απλοποιημένο συλλογισμό.

Όπως καταδεικνύεται από το πρότυπο της Παναμερικανικής Κοινής Αγοράς που προωθείται από την Ουάσιγκτον, η κυριαρχία των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική εξασκείται κυρίως με οικονομικά μέσα, (παρόλο που η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών για επιβολή βρίσκεται πλέον σε τέλμα). Ακόμη και το μέρος που βρίσκεται ήδη σε εφαρμογή – δηλαδή η NAFTA που έχει προσαρτήσει το υποτελές Μεξικό στη μεγάλη αγορά της Βόρειας Αμερικής – δεν αμφισβητεί θεσμικά την πολιτική κυριαρχία του Μεξικού. Αυτή δεν είναι καθόλου αφελής παρατήρηση. Κατανοώ ότι δεν υπάρχουν στεγανά που να διαχωρίζουν τα οικονομικά μέσα από τα μέσα που εφαρμόζονται σε πολιτικό επίπεδο. Οι δυνάμεις που αντιπολιτεύονται τον ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) στη Λατινική Αμερική, ορθώς τον θεωρούν ως «το Υπουργείο Αποικιών των Ηνωμένων Πολιτειών,» γεγονός που αποδεικνύεται από τον μακρύ κατάλογο των επεμβάσεων των ΗΠΑ, είτε στη μορφή στρατιωτικών επεμβάσεων (όπως στην περίπτωση της Καραϊβικής) είτε στη μορφή οργανωμένης υποστήριξης σε πραξικοπήματα.

Η θεσμοθετημένη μορφή των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει από μια ευρύτερη και πιο περίπλοκη λογική. Υπάρχει όντως, ένα είδος «Δόγματος Μονρόε» στη Δυτική Ευρώπη («η Ανατολική Ευρώπη αποτελεί μέρος της Δυτικής Ευρώπης»). Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο από αυτό. Η Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο μια «κοινή αγορά», όπως ήταν αρχικά όπου περιοριζόταν σε έξι χώρες πριν αρχίσει να επεκτείνεται σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έχει πλέον καταστεί ένα πολιτικό εγχείρημα. Όντως, αυτό το πολιτικό εγχείρημα σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τη διαχείριση των κοινωνιών που επηρεάζονται από τα γενικευμένα μονοπώλια. Αλλά μπορεί ταυτόχρονα να μετατραπεί σε αρένα συγκρούσεων και αμφισβήτησης αυτού του εγχειρήματος και των καθιερωμένων μεθόδων εφαρμογής του. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υποτίθεται ότι έχουν το καθήκον να ενώσουν τους λαούς της Ένωσης και να προωθήσουν τρόπους επίτευξης του στόχου αυτού, όπως η εκπροσώπηση των κρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση τον πληθυσμό και όχι με βάση το ΑΕΠ. Ως απόρροια αυτού, η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των αριστερών που επικρίνουν την παρούσα κατάσταση των θεσμικών οργάνων, διατηρεί την ελπίδα ότι «Μια Άλλη Ευρώπη Είναι Εφικτή».

Προτού συζητήσουμε τις θέσεις και τις υποθέσεις για τις πιθανές εναλλακτικές μελλοντικών προοπτικών οικοδόμησης της Ευρώπης, είναι αναγκαίο να κάνουμε μια παρένθεση για να συζητήσουμε, από τη μία πλευρά, τον Ατλαντισμό και τον ιμπεριαλισμό, και από την άλλη, την Ευρωπαϊκή ταυτότητα.

«Ευρώπη», ή «Ατλαντική και Ιμπεριαλιστική Ευρώπη»;

Η Βρετανία είναι περισσότερο «ατλαντική» παρά ευρωπαϊκή, αντλώντας αυτόν τον τίτλο από τη θέση που κατείχε ως πρώην ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη, παρόλο που αυτή η κληρονομιά της σήμερα έχει παρακμάσει για να καταλήξει στη προνομιακή θέση που κατέχει η Πόλη του Λονδίνου στο παγκοσμιοποιημένο χρηματιστηριακό σύστημα. Η Βρετανία λοιπόν, εκμεταλλεύεται την ιδιαίτερη θέση μέλους που κατέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα τη θεσμοθέτηση της οικονομικής και χρηματιστηριακής ευρω-ατλαντικής αγοράς και σε δεύτερη προτεραιότητα την όποια επιθυμία για ενεργή συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης.

Αλλά δεν είναι μόνο η Βρετανία η οποία είναι «ατλαντική». Τα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν είναι λιγότερο «ατλαντικά», παρά τη φαινομενική πρόθεση τους να κτίσουν μια πολιτική Ευρώπη. Η απόδειξη αυτού δίνεται από την σημαίνουσα θέση που κατέχει το ΝΑΤΟ σε αυτό το πολιτικό οικοδόμημα. Το γεγονός ότι μια στρατιωτική συμμαχία με μια χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ενσωματωθεί de facto στο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» αποτελεί παρέκκλιση χωρίς προηγούμενο. Για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (Πολωνία, χώρες της Βαλτικής, Ουγγαρία), η προστασία που τους παρέχει το ΝΑΤΟ – δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες – (!) εναντίον «του Ρωσικού εχθρού» είναι πιο σημαντική από την ιδιότητα τους ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η εμμονή στον Ατλαντισμό και η παγκόσμια επέκταση του πεδίου επέμβασης του ΝΑΤΟ μετά την υποτιθέμενη εξάλειψη της «σοβιετικής απειλής» οδήγησε, με βάση τις αναλύσεις που έχω κάνει, στη εμφάνιση του συλλογικού ιμπεριαλισμού της «τριάδας» (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία). Δηλαδή, τα κυρίαρχα καπιταλιστικά κέντρα των γενικευμένων μονοπωλίων, σκοπεύουν να παραμείνουν κυρίαρχα, παρά την εμφάνιση αναδυόμενων κρατών. Πρόκειται για μια σχετικά πρόσφατη ποιοτική μετατροπή του ιμπεριαλιστικού συστήματος που στο παρελθόν, και διαχρονικά, στηριζόταν στη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο λόγος εμφάνισης του συλλογικού αυτού ιμπεριαλισμού είναι η ανάγκη για, από κοινού, αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτουν οι χώρες και οι λαοί της περιφέρειας: της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής για απεγκλωβισμό από την υποταγή τους.

Οι εν λόγω Ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αφορούν μόνο στη Δυτική Ευρώπη, της οποίας τα κράτη ήταν πάντα ιμπεριαλιστικά στη σύγχρονη εποχή, και, αν και δεν κατείχαν αποικίες, είχαν πάντα μερίδιο στα ιμπεριαλιστικά κέρδη των πολυεθνικών. Αντιθέτως, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κέρδη, αφού δεν κατέχουν δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια. Παρόλ’ αυτά, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι έχουν δικαίωμα σε αυτά, λόγω της «ευρωπαϊκότητάς» τους. Είναι αμφίβολο κατά πόσο θα καταφέρουν να απαλλαγούν ποτέ από αυτή την ψευδαίσθηση.

Ο ιμπεριαλισμός αφού έχει γίνει πλέον συλλογικός, ακολουθεί μια ενιαία και κοινή πολιτική έναντι του Νότου – η πολιτική της τριάδας – μια πολιτική συνεχούς επιθετικότητας εναντίον των λαών και κρατών που τολμούν να αμφισβητήσουν το συγκεκριμένο σύστημα παγκοσμιοποίησης. Ο συλλογικός ιμπεριαλισμός έχει ένα στρατιωτικό ηγέτη, αν όχι ηγεμόνα: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει πια «εξωτερική πολιτική» της ΕΕ, αλλά ούτε και των κρατών της. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα: ευθυγράμμιση με τις θέσεις που αποφασίζει μόνη της η Ουάσιγκτον (ίσως σε συμφωνία με το Λονδίνο). Ιδωμένο από την οπτική του Νότου, η Ευρώπη θεωρείται ως μια, άνευ όρων, σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και παρόλο που στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να διατηρούνται κάποιες ψευδαισθήσεις γι’ αυτό το συμμαχικό σχέδιο – ίσως επειδή η ηγεμονία ασκείται με βάναυσο τρόπο αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι τους υποδεέστερους ευρωπαίους συμμάχους τους – αυτό δεν συμβαίνει στην Ασία και την Αφρική. Όσοι κατέχουν την εξουσία στις αναδυόμενες χώρες το γνωρίζουν: όσοι ηγούνται των άλλων χωρών των δύο ηπείρων αποδέχονται τη θέση τους ως υποτακτικοί υπηρέτες του διεθνούς καπιταλισμού (compradors). Αυτό που είναι σημαντικό για όλους είναι η Ουάσιγκτον και όχι η Ευρώπη, της οποίας η ύπαρξη στο τέλος της ημέρας δεν κάνει καμία διαφορά.

Υπάρχει μία ευρωπαϊκή ταυτότητα;

Η οπτική γωνία θεώρησης του εν λόγω ερωτήματος αυτή τη φορά αφορά στη θέαση της Ευρώπης από τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Διότι από μια εξωτερική οπτική γωνία – αυτή του ευρύτερου Νότου – η ύπαρξη της «Ευρώπης» φαίνεται να είναι μια πραγματικότητα. Για τους λαούς της Ασίας και της Αφρικής, των οποίων οι γλώσσες και οι θρησκείες είναι «μη ευρωπαϊκές», ακόμα και όταν η πραγματικότητα αυτή μετριάστηκε από τον προσηλυτισμό στο Χριστιανισμό που επέβαλαν οι ιεραπόστολοι ή με την υιοθέτηση της επίσημης γλώσσας των πρώην αποικιοκρατών, οι Ευρωπαίοι θεωρούνται ως «οι άλλοι». Η περίπτωση της Λατινικής Αμερικής είναι διαφορετική, αφού, όπως η Βόρεια Αμερική, αποτελεί το προϊόν της οικοδόμησης της «άλλης Ευρώπης», του «Νέου Κόσμου» και συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του ιστορικού καπιταλισμού.

Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας μπορεί να συζητηθεί μόνο με μια εσωτερική θεώρηση της Ευρώπης. Αλλά οι απόψεις αυτών που επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας και αυτών που την αρνούνται, παίρνουν πολεμικό χαρακτήρα που οδηγεί την κάθε πλευρά να περιχαρακώνεται στη δική της θέση. Κάποιοι λοιπόν επικαλούνται τον Χριστιανισμό, ενώ κανονικά θα έπρεπε να μιλάμε για καθολικισμό, προτεσταντισμό και Ορθοδοξία, για να μην αναφέρουμε τους, καθόλου αμελητέους, αριθμούς ανθρώπων που δεν ασκούν καμιά θρησκεία ή ακόμα, δεν πιστεύουν σε καμιά θρησκεία. Άλλοι θα παρατηρήσουν ότι ένας Ισπανός αισθάνεται πιο άνετα με έναν Αργεντινό παρά με ένα Λιθουανό, μια Γαλλίδα καταλαβαίνει καλύτερα μια Αλγερινή παρά μια Βουλγάρα, και ένας Άγγλος κινείται πιο ελεύθερα σε περιοχές του κόσμου όπου ομιλείται η γλώσσα του παρά στην Ευρώπη.

Ο προγονικός ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, όπως ξεκίνησε ή όπως ανασχηματίστηκε, θα έπρεπε να οδηγήσει στην υιοθέτηση των λατινικών και των ελληνικών, και όχι των αγγλικών, ως επίσημες γλώσσες της Ευρώπης (όπως τον Μεσαίωνα). Ο Διαφωτισμός του 18ο αιώνα, δεν εξαπλώθηκε πέρα από το τρίγωνο Λονδίνο/Άμστερνταμ/Παρίσι, παρόλο που εξήχθη μέχρι την Πρωσία και τη Ρωσία. Η αντιπροσωπευτική εκλογική δημοκρατία είναι ακόμη πολύ επισφαλής και πολύ πρόσφατη για να ισχυριστούμε ότι οι ρίζες της χρονολογούνται στη δημιουργία των εμφανώς διαφορετικών πολιτικών πολιτισμών της Ευρώπης.

Δεν θα ήταν δύσκολο να αποδείξουμε την επικρατούσα ισχύ εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη σήμερα. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Αγγλία, η Γερμανία έχουν δημιουργηθεί μέσα από αιώνες οδυνηρών πολέμων. Και αν ο ασήμαντος Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου μπορεί και δηλώνει ότι «η πατρίδα του είναι η Ευρώπη» (ή ίσως η πατρίδα της τράπεζάς του;), κανένας Γάλλος πρόεδρος ή Γερμανίδα καγκελάριος ή Βρετανός πρωθυπουργός θα τολμούσε να αρθρώσει κάτι τόσο ανόητο. Είναι όμως, απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή ταυτότητα για να νομιμοποιηθεί ένα σχέδιο για την δημιουργία μιας περιφερειακής πολιτικής ολοκλήρωσης; Εγώ θα απαντούσα αρνητικά δεδομένου ότι αναγνωρίζουμε την ποικιλομορφία των ταυτοτήτων (ας τις αποκαλέσουμε «εθνικές» ταυτότητες) και ότι θα εντοπίσουμε επακριβώς τους σοβαρούς βαθύτερους λόγους της κοινής βούλησης για την πολιτική ολοκλήρωση.

Η αρχή αυτή δεν ισχύει μόνο για τους Ευρωπαίους, ισχύει επίσης για τους λαούς της Καραϊβικής, της Ιβηρικής Αμερικής (ή λατινικής), του αραβικού κόσμου, και της Αφρικής. Δεν είναι απαραίτητο να πιστεύει κανείς στον «αραβισμό» ή στην «αφρικανική καταγωγή» για να αποδεχτεί τη νομιμότητα ενός Αραβικού ή Αφρικάνικου σχεδίου. Δυστυχώς όμως, οι «ευρωπαϊστές» δεν συμπεριφέρονται με τόση ευφυΐα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ικανοποιούνται δηλώνοντας «υπερεθνικοί» (supranational) και «αντι-κυριαρχικοί» (anti-sovereigntist), κάτι που στην καλύτερη περίπτωση είναι κενό περιεχομένου ή μπορεί ακόμα να έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Κατ’ επέκταση, η ανάλυση μου σε σχέση με τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού πολιτικού εγχειρήματος δεν θα έχει τις βάσεις της στην κινούμενη άμμο της «ταυτότητας», αλλά στις γερές βάσεις του διακυβεύματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και στις θεσμοθετημένες μορφές διαχείρισης του.

Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώσιμη;

Η ερώτησή δεν είναι κατά πόσο «ένα» ευρωπαϊκό σχέδιο (ποιό σχέδιο; για ποιο πράγμα;) είναι εφικτό (η απάντησή είναι προφανώς θετική), αλλά κατά πόσο το υφιστάμενο σχέδιο είναι βιώσιμο, ή αν στο μέλλον θα μπορούσε να μετασχηματιστεί με τέτοιο τρόπο που να καταστεί βιώσιμο. Αφήνω κατά μέρος τους δεξιούς «ευρωπαϊστές», δηλαδή αυτούς που υποτάσσονται στις απαιτήσεις του μονοπωλιακού γενικευμένου καπιταλισμού, που αποδέχονται την ΕΕ ουσιαστικά ως έχει και ενδιαφέρονται μόνο για την εξεύρεση λύσεων στα «συγκυριακά» προβλήματα (τα οποία δεν θεωρώ καθόλου συγκυριακά) που αντιμετωπίζει. Με ενδιαφέρουν αποκλειστικά τα επιχειρήματα εκείνων που δηλώνουν ότι «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή,» συμπεριλαμβάνοντας τους υποστηρικτές του ανασχηματισμένου ανθρωποκεντρικού καπιταλισμού, και εκείνους που πιστεύουν στην προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ευρώπη και τον κόσμο.

Η φύση της κρίσης που αντιμετωπίζει ο κόσμος και η Ευρώπη βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης. Όσον αφορά στην Ευρώπη, η κρίση στη ευρωζώνη – η οποία βρίσκεται στο προσκήνιο αυτή τη στιγμή – και η παρασκηνιακή κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Η οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – τουλάχιστον από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και, κατά τη γνώμη μου, από πολύ νωρίτερα – και η δημιουργία της Ευρωζώνης, έχουν συλληφθεί και σχεδιαστεί ως δομικά στοιχεία για την οικοδόμηση της λεγόμενης φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δηλαδή το σύστημα το οποίο παρέχει την αποκλειστική κυριαρχία στον μονοπωλιακό γενικευμένο καπιταλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, το αναγκαίο σημείο εκκίνησης θα πρέπει να είναι η ανάλυση των αντιφάσεων, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, καθιστούν αυτό το σχέδιο (και ως εκ τούτου το ευρωπαϊκό σχέδιο) μη βιώσιμο.

Μπορεί να λεχθεί ως αντίλογος ότι ένα συγκεκριμένο ευρωπαϊκό σχέδιο που ήδη υπάρχει, και έχει καθοριστεί, κατά συνέπεια μπορεί και να ανασχηματιστεί. Θα μπορούσε όντως, στη θεωρία. Αλλά ποιες είναι οι συνθήκες που θα επέτρεπαν ένα τέτοιο ανασχηματισμό; Νομίζω για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται ένα διπλό θαύμα και δεν πιστεύω στα θαύματα: Πρώτον, απαιτείται το ευρωπαϊκό πολυεθνικό οικοδόμημα να αναγνωρίσει την πραγματικότητα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών, την ποικιλομορφία των συμφερόντων που εμπλέκονται, και να οργανώσει σε αυτή τη βάση τα θεσμικά του όργανα. Δεύτερον, ο καπιταλισμός – ενόσω αποτελεί το γενικό πεδίο διαχείρισης της οικονομίας και της κοινωνίας – θα πρέπει περιοριστεί στο να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που υπαγορεύει η δική του λογική, και να υποταχθεί στη λογική της κυριαρχίας των γενικευμένων μονοπωλίων. Δεν βλέπω καμία ένδειξη ότι η πλειοψηφία των ευρωπαϊστών είναι σε θέση να αντιληφθούν αυτές τις απαιτήσεις. Πολύ περισσότερο δεν διαβλέπω καμία ένδειξη ότι η μειονότητα των αριστερών-ευρωπαϊστών, οι οποίοι όντως αντιλαμβάνονται αυτές τις απαιτήσεις, είναι σε θέση να κινητοποιήσει κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ικανές να ανατρέψουν το συντηρητισμό του κατεστημένου ευρωπαϊσμού. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ΕΕ δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από αυτό που είναι, και ως τέτοια παραμένει μη βιώσιμη. Η κρίση στη ευρωζώνη καταδεικνύει την ανέφικτη βιωσιμότητα του σχεδίου.

Το «Ευρωπαϊκό» σχέδιο, όπως το ορίζουν η συνθήκη του Μάαστριχτ και το σχέδιο της ευρωζώνης, προωθήθηκαν στην κοινή γνώμη μέσω μιας προπαγάνδας που μόνο ηλίθια και ανειλικρινής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είπαν σε ορισμένους – (σχετικά) προνομιούχους στην πλούσια Δυτική Ευρώπη – ότι η διαγραφή των εθνικών κυριαρχιών θα έθετε τέλος στους πολέμους του μίσους που είχαν αιματοκυλήσει την ήπειρο (η επιτυχία αυτής της εξαπάτησης είναι προφανής). Και πρόσθεσαν τη σάλτσα: τη φιλία της ισχυρής αμερικάνικης δημοκρατίας, τον κοινό αγώνα για τη δημοκρατία στον μεγάλο οπισθοδρομικό Νότο – μια νέα μορφή αποδοχής του παλαιού ιμπεριαλιστικού καθεστώτος – κλπ. Στους άλλους – στους ταλαίπωρους φτωχούς της Ανατολής – υποσχέθηκαν τη χλιδή μέσω της προσαρμογής τους στα δυτικά πρότυπα βιοτικού επιπέδου.

Οι πλειοψηφίες και των δυο πλευρών κατάπιαν την εξαπάτηση. Στην Ανατολή πίστεψαν, όπως φαίνεται, ότι η ένταξη στην ΕΕ θα επιτρέψει την περίφημη «προσαρμογή στα πρότυπα βιοτικού επιπέδου», και ότι το κόστος που θα πλήρωναν άξιζε τον κόπο. Παρόλ’ αυτά, το κόστος που αναγκάστηκαν να πληρώσουν ήταν μια οδυνηρή διαρθρωτική προσαρμογή που θα διαρκέσει «αρκετά» χρόνια. Επιβλήθηκε τότε η προσαρμογή – δηλαδή, μέτρα «λιτότητας» (για τους εργαζομένους, όχι για τους εκατομμυριούχους). Αλλά το αποτέλεσμα ήταν η κοινωνική καταστροφή. Έτσι, η Ανατολική Ευρώπη μετατράπηκε σε περιφέρεια της Δύσης. Μια πρόσφατη σοβαρή μελέτη αποκαλύπτει ότι 80% των Ρουμάνων πιστεύουν «ότι τον καιρό του Τσαουσέσκου, τα πράγματα ήταν καλύτερα» (!). Θα μπορούσε άραγε κανείς να εντοπίσει μια καλύτερη ένδειξη για το βαθμό απονομιμοποίησης της λεγόμενης δημοκρατίας που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση; Έμαθαν άραγε η λαοί το μάθημά τους; Θα αντιληφθούν ποτέ ότι η λογική του καπιταλισμού δεν είναι η κάλυψη της διαφοράς στο βιοτικό επίπεδο, αλλά αντιθέτως η εμβάθυνση των ανισοτήτων; Ποιος ξέρει;

Εάν η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της σύγκρουσης, είναι τόσο επειδή η Ελλάδα είναι μέρος της ευρωζώνης, όσο και επειδή ο λαός πίστευε ότι θα κατάφερνε να ξεφύγει από τη μοίρα των υπόλοιπων (πρώην «σοσιαλιστικών») Βαλκανικών χωρών. Οι «Έλληνες», πίστευαν ότι αφού απέφυγαν την ατυχία να κυβερνούνται από τους «κομμουνιστές» (ισχυροί πρωταγωνιστές κατά την διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου) – και χάριν των συνταγματαρχών! – δεν θα έπρεπε να πληρώσουν το κόστος που αναγκάστηκαν να πληρώσουν τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Πίστευαν ότι η Ευρώπη και το ευρώ θα λειτουργούσαν διαφορετικά για αυτούς. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, και ιδιαίτερα των εταίρων της ευρωζώνης, παρόλο που εξασθενούσε αλλού (εκεί όπου το έγκλημα του «Κομμουνισμού» έπρεπε να τιμωρηθεί), εδώ θα μπορούσε να λειτουργήσει προς το συμφέρον τους.

Οι Έλληνες έχουν απομείνει με τις συνέπειες της αφελούς τους αυταπάτης. Θα πρέπει να έχουν κατανοήσει τώρα ότι το σύστημα θα υποτιμήσει το επίπεδό τους σε αυτό των γειτονικών τους χωρών, των Βαλκανίων, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Επειδή η λογική της ευρωζώνης δεν είναι διαφορετική από εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα ενισχύει τη βία. Σε γενικές γραμμές, η λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης οξύνει τις ανισότητες ανάμεσα στα έθνη (και αυτό βρίσκεται στη καρδιά της αντίθεσης πυρήνα/περιφέρειας), ενώ η συσσώρευση που ελέγχεται από τα γενικευμένα μονοπώλια ενισχύει περαιτέρω αυτή τη εγγενή τάση του συστήματος.

Ως αντεπιχείρημα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχουν τα μέσα για να διορθώσουν τις ενδο-ευρωπαϊκές ανισότητες μέσω της κατάλληλης χρηματοδοτικής στήριξης στις χώρες με καθυστερημένη ανάπτυξη. Και αυτή είναι η επικρατούσα άποψη στην κοινή γνώμη. Στην πραγματικότητα, η στήριξη αυτή (η οποία εκτός από τη γεωργία, ένα θέμα που είναι εκτός συζήτησης εδώ, διοχετεύεται κυρίως στην κατασκευή σύγχρονων υποδομών) είναι πολύ ανεπαρκής για να επιτρέψει την «κάλυψη της καθυστέρησης στην ανάπτυξη», αλλά ακόμα χειρότερα, διευκολύνει τη διείσδυση των γενικευμένων μονοπωλίων ενισχύοντας έτσι την τάση για άνιση ανάπτυξη μέσω ενός μεγαλύτερου ανοίγματος των εν λόγω οικονομιών. Επιπλέον, η βοήθεια αυτή έχει ως στόχο την ενίσχυση ορισμένων υπο-εθνικών περιοχών (για παράδειγμα Βαυαρία, Λομβαρδία, και Καταλονία) και ως εκ τούτου αποδυναμώνει την ικανότητα των εθνικών κρατών να αντισταθούν στις προσταγές των μονοπωλίων.

Η ευρωζώνη σχεδιάστηκε για να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο αυτή την κατάσταση. Η θεμελιώδης φύση της ορίζεται από το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία δεν επιτρέπεται να δανείζει σε κράτη (ακόμη και σε ένα υπερεθνικό ευρωπαϊκό κράτος, εάν υπήρχε), αλλά μπορεί να δανείζει αποκλειστικά σε τράπεζες – με ένα εξωφρενικά χαμηλό επιτόκιο – που, με τη σειρά τους, αντλούν εισόδημα υπό τη μορφή ενός ποσοστού/μερίσματος από τις επενδύσεις τους σε εθνικά ομόλογα και έτσι ενισχύουν την κυριαρχία των γενικευμένων μονοπωλίων. Αυτό που αποκαλείται «χρηματοοικονομικοποίηση» (financialization) του συστήματος είναι εγγενές χαρακτηριστικό της στρατηγικής των μονοπωλίων αυτών. Από την αρχή είχα χαρακτηρίσει το σύστημα αυτό ως μη βιώσιμο, και καταδικασμένο να καταρρεύσει μόλις ο καπιταλισμός πληγεί από μια σοβαρή κρίση, κάτι που συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας.

Είχα υποστηρίξει ότι η μόνη εναλλακτική λύση, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει ένα σταδιακό και σταθερό Ευρωπαϊκό οικοδόμημα απαιτούσε τη διατήρηση των εθνικών νομισμάτων που θα συνδέονταν με ένα σύστημα καθορισμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών το οποίο θα ήταν σχεδιασμένο ως μια σοβαρή διαπραγματευτική δομή συναλλαγματικών ισοτιμιών και βιομηχανικών πολιτικών. Και θα διαρκούσε, μέχρις ότου (και πολύ πιο μετά) η ωρίμανση των πολιτικών πολιτισμών θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός συνομοσπονδιακού Ευρωπαϊκού κράτους, που δεν θα οδηγούσε στην εξόντωση των διάφορων εθνικών κρατών.

Και έτσι η ευρωζώνη έχει περιέλθει σε μια προβλεπτή κρίση που πραγματικά απειλεί την ίδια της την ύπαρξή, όπως παραδέχτηκαν τελικά ακόμη και στις Βρυξέλλες. Κι αυτό, γιατί δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστεί ικανή να διεξάγει οποιουδήποτε είδους ριζοσπαστική αυτο-κριτική που θα υπονοούσε υιοθέτηση ενός διαφορετικού συστήματος διαχείρισης του νομίσματος και εγκατάλειψη του φιλελευθερισμού, ο οποίος είναι εγγενής στις συνθήκες που εξακολουθούν να είναι σε ισχύ.

Οι υπεύθυνοι που οδήγησαν το ευρωπαϊκό σχέδιο σε χρεοκοπία δεν είναι τα θύματα του – οι ευάλωτες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας – αλλά, αντίθετα, οι χώρες (δηλαδή, οι άρχουσες τάξεις των χωρών αυτών), που υπήρξαν οι ευεργετούμενοι του συστήματος, κυρίως η Γερμανία, της οποίας οι προσβολές έναντι του ελληνικού λαού φαντάζουν ακόμη πιο απεχθείς. Τεμπέληδες; Φοροφυγάδες; Η κυρία Lagardeξεχνά ότι οι φοροφυγάδες είναι οι εφοπλιστές που προστατεύονται από τις ελευθερίες της παγκοσμιοποίησης (με τη στήριξη του ΔΝΤ). Το επιχείρημά μου δεν στηρίζεται στην αναγνώριση των συγκρούσεων μεταξύ εθνών, παρόλο που τα γεγονότα αυτό καταδεικνύουν. Στηρίζεται στην αναγνώριση της σύγκρουσης μεταξύ των γενικευμένων μονοπωλίων (τα οποία έχουν την έδρα τους αποκλειστικά στις χώρες του Ευρωπαϊκού κέντρου) και των εργαζομένων τόσο των ευρωπαϊκών κέντρων όσο και των περιφερειών, παρόλο που το κόστος των μέτρων λιτότητας που επιβάλλεται και στις δυο περιοχές προκαλεί εμφανώς πιο καταστρεπτικές επιπτώσεις στις περιφέρειες παρά στις κεντρικές χώρες.

Το «γερμανικό μοντέλο», το οποίο εγκωμιάζεται από όλες τις δεξιές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, ακόμη και από ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς, έχει εφαρμοστεί επιτυχώς στη Γερμανία, χάριν στη σχετική υπακοή των εργαζομένων της, οι οποίοι αποδέχονται να έχουν απολαβές 30% χαμηλότερες από αυτές των Γάλλων. Αυτή η υπακοή είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη τόσο για την επιτυχία των γερμανικών εξαγωγών όσο και για την ισχυρή αύξηση των εισοδημάτων που καρπούνται τα γερμανικά γενικευμένα μονοπώλια. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό το μοντέλο γοητεύει τους πιστούς υπερασπιστές του κεφαλαίου!

Τα χειρότερα, λοιπόν, έπονται : με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απότομα ή σταδιακά, το ευρωπαϊκό σχέδιο θα καταρρεύσει, ξεκινώντας από την ευρωζώνη. Τότε θα επανέλθουμε στο σημείο εκκίνησης: στο 1930. Θα έχουμε τότε μια ζώνη επικράτησης του μάρκου περιορισμένη στη Γερμανία και στις χώρες στις οποίες ασκεί ηγεμονία: αυτές που συνορεύουν στα ανατολικά και στα νότια της. Θα έχουμε την Ολλανδία και Σκανδιναβία, που θα είναι αυτόνομες αλλά πρόθυμες να συμμορφωθούν. Θα έχουμε τη Μεγάλη Βρετανία της οποίας ο ατλαντισμός θα την απομακρύνει ακόμα περισσότερο από τις περιπέτειες της ηπειρωτικής πολιτικής, μια απομονωμένη Γαλλία (όπως την περίοδο του De Gaulle ή του Vichy), και την Ισπανία και Ιταλία που θα είναι επισφαλείς και ασταθείς. Θα έχουμε δηλαδή ό,τι χειρότερο και από τους δύο κόσμους: από τη μία πλευρά, οι Εθνικές Ευρωπαϊκές κοινωνίες θα είναι υποταγμένες στις προσταγές των γενικευμένων μονοπωλίων που θα συνοδεύονται από τον διεθνοποιημένο «φιλελευθερισμό» και από την άλλη, οι άρχουσες πολιτικές δυνάμεις θα προσφεύγουν ακόμα περισσότερο, αναλόγως της αδυναμίας τους, στη «εθνικιστή» δημαγωγία.

Αυτό το είδος πολιτικής ηγεμονίας θα ενίσχυε σημαντικά τις πιθανότητες της άκρας δεξιάς. Θα είχαμε δηλαδή (ή μήπως ήδη έχουμε;) αναβίωση των οπαδών του Πιλσούντσκι1, του Χόρτι2, τους βαρόνους της Βαλτικής, τους νοσταλγούς του Φράνκο και του Μουσολίνι, και του Charles Maurass3. Οι φαινομενικά «εθνικιστικές» ομιλίες των ακροδεξιών είναι ψευδείς, διότι αυτές οι πολιτικές δυνάμεις (ή, τουλάχιστον, οι ηγέτες τους) όχι μόνο αποδέχονται γενικά τον καπιταλισμό, αλλά και την μόνη μορφή που μπορεί να πάρει, τον γενικευμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο αυθεντικός «εθνικισμός» σήμερα μπορεί να καταστεί λαϊκός μόνο με την πραγματική έννοια της λέξης, δηλαδή να υπηρετεί το λαό και όχι να τον εξαπατά. Ο όρος «εθνικισμός» θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και ίσως θα ήταν καλύτερα να αντικατασταθεί από τον όρο «διεθνισμός των λαών και των εργαζομένων.» Αντίθετα, η ρητορική των ακροδεξιών περιορίζει το εθνικιστικό ζήτημα σε μια βίαιη, σοβινιστική ρητορεία που χρησιμοποιείται εναντίον των μεταναστών και των αθίγγανων, οι οποίοι θεωρούνται η πηγή του κακού. Αυτή η δεξιά δεν παραλείπει να επιρρίπτει με μίσος ευθύνες στους φτωχούς, ως υπεύθυνους για την ανέχειά τους και για κατάχρηση ωφελημάτων της «κρατικής πρόνοιας».

Και έτσι τελικά, η πεισματική εμμονή για προάσπιση του ευρωπαϊκού σχεδίου, ακόμη και εν μέσω κρίσης, οδηγεί στην καταστροφή του.

Υπάρχει μια λιγότερο οδυνηρή εναλλακτική επιλογή; Κατευθυνόμαστε προς ένα νέο κύμα προοδευτικών κοινωνικών μετασχηματισμών; Σίγουρα υπάρχει, αφού εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότερες από μία εναλλακτικές λύσεις. Όμως θα πρέπει πρώτα να διευκρινιστούν οι απαιτούμενες συνθήκες για την επιτυχία της όποιας από τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Είναι αδύνατον να επιστρέψουμε σε προηγούμενη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δηλ. σε περίοδο πριν από την συγκέντρωση του καπιταλιστικού ελέγχου. Μπορούμε να προχωρήσουμε μόνο μπροστά, ξεκινώντας από το αρχικό στάδιο της συγκέντρωσης του καπιταλιστικού έλεγχου, κατανοώντας ότι έφτασε η ώρα για την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη προοπτική που να είναι εφικτή. Τούτων λεχθέντων, η πρόταση αυτή δεν αποκλείει τη διεξαγωγή αγώνων που σταδιακά θα οδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιθέτως, απαιτεί τον καθορισμό ενός στρατηγικού στόχου για κάθε στάδιο του αγώνα και την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής τακτικής. Χωρίς τον καθορισμό στρατηγικών και τακτικών δράσης σε διαφορετικά στάδια είμαστε καταδικασμένοι στην επανάληψη εύκολων και αναποτελεσματικών συνθημάτων όπως: «Κάτω ο καπιταλισμός!»

Σε αυτό το πνεύμα και σε σχέση με την Ευρώπη, μια πρώτη αποτελεσματική κίνηση – η οποία ίσως ήδη παίρνει μορφή – ξεκινά από την αμφισβήτηση των λεγόμενων πολιτικών λιτότητας που συνδέονται με την αύξηση αυταρχικών και αντιδημοκρατικών πολιτικών. Ο στόχος επανενεργοποίησης της οικονομικής ανάκαμψης, παρά την ασάφεια του όρου (επανενεργοποίηση με ποιες δραστηριότητες και με ποια μέσα;), φυσιολογικά συνδέεται με αυτό.

Αλλά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή η πρώτη κίνηση θα έρθει σε σύγκρουση με το υφιστάμενο σύστημα διαχείρισης του ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Κατά συνέπεια, δεν διαβλέπω καμία άλλη εναλλακτική από «την έξοδο από το ευρώ» μέσω της επαναφοράς της νομισματικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών κρατών. Τότε, και μόνο τότε, θα μπορούσε να υπάρξει περιθώριο για ελιγμούς, που θα απαιτούσαν τη διαπραγμάτευση μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων και, στην συνέχεια την αναθεώρηση των νομικών εγγράφων σύστασης των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Τότε, και μόνο τότε, θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα που θα σκιαγραφούσαν την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων.

Οραματίζομαι, για παράδειγμα, τον διαχωρισμό τραπεζικών λειτουργιών ή ακόμη και την κρατικοποίηση των τραπεζών που έχουν προβλήματα, τη μείωση του ελέγχου των μονοπωλίων επάνω σε μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και αγρότες, την υιοθέτηση έντονα προοδευτικών φορολογικών κωδικών, την απαλλοτρίωση των εγκαταστάσεων εταιρειών και επιχειρήσεων προς όφελος των εργαζομένων τους και των τοπικών κυβερνήσεων, τη διεύρυνση εμπορικών, βιομηχανικών, και οικονομικών εταίρων μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών, κύρια με τις αναδυόμενες χώρες του Νότου, κλπ. Όλα αυτά τα μέτρα απαιτούν τη διασφάλιση της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και κατά συνέπεια, ανυπακοή στους ευρωπαϊκούς κανόνες που τα απαγορεύουν. Διότι είναι προφανές ότι οι πολιτικές συνθήκες που θα επέτρεπαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορούν να υπάρξουν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ταυτόχρονα. Τέτοιο θαύμα δεν θα συμβεί ποτέ. Έτσι, πρέπει να αποδεχτούμε ότι από κάπου πρέπει να αρχίσουμε, οπουδήποτε, εκεί όπου μπορούμε, σε μία ή περισσότερες χώρες. Είμαι πεπεισμένος ότι μόλις τεθεί αυτή η διαδικασία σε εξέλιξη θα μεταδοθεί γρήγορα, όπως το φαινόμενο χιονοστιβάδας.

Σε αυτές τις προτά liberals10
ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ
ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ NEWSNOWGR.COM
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ