Και όμως δεν είναι μεσογειακά
Η εξάπλωση καλλωπιστικών φυτών πέρα από τους τόπους καταγωγής τους συνδέεται με τις μετακινήσεις των ανθρώπων, τις εμπορικές ανταλλαγές και την εξέλιξη της κηποτεχνίας. Μέσα στους αιώνες, πολλά είδη μεταφέρθηκαν σε διαφορετικές περιοχές του κόσμου και σταδιακά καθιερώθηκαν σε αυλές, κήπους και δημόσιους χώρους, σε πολλές δε περιπτώσεις ταυτίστηκαν με την εικόνα του τοπίου.
Οι πρώτες εισαγωγές στον Εθνικό ΚήποΗ μεταφορά φυτών από άλλες περιοχές του κόσμου είχε αρχίσει πολλούς αιώνες πριν από τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Οι εμπορικές επαφές στη Μεσόγειο και, αργότερα, τα υπερπόντια ταξίδια έφεραν στην Ευρώπη είδη από την Ασία, την Αφρική και την Αμερική. Ορισμένα καλλιεργήθηκαν για τους καρπούς ή άλλες πρακτικές χρήσεις τους, ενώ άλλα διαδόθηκαν χάρη στη διακοσμητική τους αξία.
Στην Ελλάδα, σημαντικός σταθμός υπήρξε η δημιουργία του Βασιλικού Κήπου της Αθήνας, σημερινού Εθνικού Κήπου. Οι εργασίες άρχισαν το 1839, με πρωτοβουλία της βασίλισσας Αμαλίας. Περίπου 15.000 καλλωπιστικά φυτά μεταφέρθηκαν από την Ιταλία, ενώ ακολούθησαν εισαγωγές από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και τη Βόρεια Αφρική. Στις φυτεύσεις χρησιμοποιήθηκαν επίσης ελληνικά αυτοφυή είδη, ενώ σημαντική υπήρξε η συμβολή του Γάλλου κηποτέχνη Φρανσουά Λουί Μπαρό, ο οποίος ανέλαβε τη διαμόρφωση του Κήπου κατά τη δεκαετία του 1840 σε συνεργασία με αρκετούς ακόμη Ευρωπαίους γεωπόνους και κηποτέχνες.
Η δημιουργία του Κήπου αποτέλεσε σημαντικό βήμα για την ανάπτυξη της οργανωμένης κηποτεχνίας στην Αθήνα. Νέα είδη δοκιμάστηκαν και εγκλιματίστηκαν στις τοπικές συνθήκες, ενώ η ανάπτυξη των φυτωρίων διευκόλυνε σταδιακά τη διάδοση καλλωπιστικών φυτών και σε ιδιωτικούς κήπους περιοχών εκτός της πρωτεύουσας.
Φυτά που έγιναν μέρος της ελληνικής εικόνας
Αρκετά από αυτά τα εισαγόμενα είδη έχουν συνδεθεί τόσο στενά με το ελληνικό και γενικότερα το μεσογειακό τοπίο, ώστε θεωρούνται συχνά αυτόχθονα, παρότι η πραγματική τους καταγωγή βρίσκεται σε άλλες, ακόμη και πολύ μακρινές περιοχές του κόσμου. Η ιστορία τους περιλαμβάνει εξερευνητικές αποστολές, βοτανικούς κήπους, οργανωμένες δεντροφυτεύσεις και καλλιεργητικές πρακτικές που συνέβαλαν στη διάδοσή τους.
Βουκαμβίλια
Η ιστορία διάδοσης της Βουκαμβίλιας αρχίζει από την Νότια Αμερική και συνδέεται με μία από τις μεγάλες γαλλικές εξερευνητικές αποστολές του 18ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια του περίπλου του Λουί Αντουάν ντε Μπουγκενβίλ, από το 1766 έως το 1769, ο βοτανολόγος Φιλιμπέρ Κομερσόν μελέτησε το φυτό στη Βραζιλία. Η ονομασία του δόθηκε προς τιμήν του Γάλλου εξερευνητή.
Μέσω των βοτανικών συλλογών και του εμπορίου φυτών η Βουκαμβίλια διαδόθηκε στην ευρωπαϊκή κηποτεχνία κατά τον 19ο αιώνα. Στις θερμές περιοχές της Μεσογείου βρήκε ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης και άρχισε να χρησιμοποιείται για την κάλυψη τοίχων, εισόδων και υπαίθριων κατασκευών. Στην Ελλάδα καθιερώθηκε κυρίως για χρήση στις αυλές και στις προσόψεις κατοικιών, ιδιαίτερα στα νησιά και στις νότιες περιοχές. Ένα φυτό της Νότιας Αμερικής έγινε έτσι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα στοιχεία της νησιώτικης εικόνας της χώρας μας.
Γιακαράντα
Η Γιακαράντα (Jacaranda mimosifolia), με καταγωγή από τη Νότια Αμερική, συνδέεται με τη δημιουργία του Βασιλικού Κήπου της Αθήνας τον 19ο αιώνα.
Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, τα πρώτα δέντρα έφτασαν στην Ελλάδα γύρω στο 1839–1840, στο πλαίσιο των φυτεύσεων που οργανώθηκαν με πρωτοβουλία της βασίλισσας Αμαλίας. Ο Γάλλος αρχικηπουρός Φρανσουά Λουί Μπαρό είχε αναλάβει την προμήθεια φυτών από το εξωτερικό, ενώ περίπου 15.000 φυτά μεταφέρθηκαν από τη Γένοβα με το πλοίο «Φοίνιξ». Ανάμεσά τους σύμφωνα με διεθνείς δημοσιεύσεις και αναφορές ήταν και η Γιακαράντα.
Γρήγορα προσαρμόστηκε στις συνθήκες της Αθήνας και σταδιακά διαδόθηκε πέρα από τον Βασιλικό Κήπο, σε πάρκα, πλατείες και δεντροστοιχίες. Σήμερα, η εντυπωσιακή μενεξεδένια ανθοφορία της αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της αθηναϊκής άνοιξης, ειδικά στην περιοχή του Ζαππείου.
Ευκάλυπτος
Η εισαγωγή του Ευκαλύπτου στην Ελλάδα αποδίδεται στον βοτανολόγο Θεόδωρο Ορφανίδη, καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έφορο του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου. Στα μέσα του 19ου αιώνα, ο Ορφανίδης συνέβαλε στον εμπλουτισμό των καλλιεργούμενων ειδών, μέσω ανταλλαγών σπόρων με ευρωπαϊκούς βοτανικούς κήπους. Στην περίοδο αυτή τοποθετείται και η εισαγωγή του Ευκαλύπτου, ενός δέντρου με καταγωγή από την Αυστραλία.
Σε αντίθεση με άλλα εισαγόμενα δέντρα, ο Ευκάλυπτος δεν αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά ως καλλωπιστικό φυτό. Η γρήγορη ανάπτυξη και η μεγάλη κατανάλωση νερού από ορισμένα είδη ενίσχυσαν τη χρήση του σε υγρές περιοχές, στο πλαίσιο προσπαθειών αποξήρανσης εδαφών. Η φύτευσή του συνδέθηκε επίσης με την παλαιότερη αντίληψη ότι ο περιορισμός των στάσιμων νερών θα συνέβαλλε στην αντιμετώπιση της ελονοσίας, που αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας.
Με τον χρόνο, Ευκάλυπτοι φυτεύτηκαν σε δρόμους, αγροτικές περιοχές και δημόσιους χώρους και οι ψηλοί κορμοί, το χαρακτηριστικό φύλλωμα και το άρωμά τους έγιναν οικεία στοιχεία του ελληνικού τοπίου.
Μιμόζα
Η Μιμόζα (Acacia dealbata) προέρχεται από τη νοτιοανατολική Αυστραλία και την Τασμανία. Η διάδοσή της στην Ευρώπη συνδέεται με τις βοτανικές εξερευνητικές αποστολές του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Το 1804 μεταφέρθηκε στη Γαλλία και καλλιεργήθηκε στους κήπους της Μαλμεζόν, της κατοικίας της αυτοκράτειρας Ιωσηφίνας, η οποία είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εξωτικά φυτά.
Το 1864, ο φυτωριούχος G. Nabonnand συνέβαλε στη διάδοσή της σε μεγάλους κήπους γύρω από τις Κάννες. Το ήπιο μεσογειακό κλίμα ευνόησε την ανάπτυξή της και η Μιμόζα έγινε σταδιακά ένα από τα χαρακτηριστικά ανθοφόρα δέντρα της Γαλλικής Ριβιέρας. Η καλλιέργειά της επεκτάθηκε γρήγορα και σε άλλες μεσογειακές χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα, όπου με τα χαρακτηριστικά κατακίτρινα ανθάκια της εξακολουθεί να είναι από τα πιο δημοφιλή είδη χειμερινής ανθοφορίας.
Ουασιγκτόνια (είδος φοίνικα)
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες εισαγωγής καλλωπιστικών φυτών στην Ελλάδα συνδέεται με τους ψηλούς φοίνικες του Εθνικού Κήπου.
Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, το 1847 μεταφέρθηκαν φοίνικες από τη Βηρυτό, με τους οποίους δημιουργήθηκε η χαρακτηριστική δεντροστοιχία των 19 δέντρων κοντά στην είσοδο της λεωφόρου Αμαλίας. Πρόκειται για Ουασιγκτόνιες, φοίνικες με καταγωγή από τη νοτιοδυτική Βόρεια Αμερική. Η συγκεκριμένη ιστορική φύτευση συνδέεται με το είδος Washingtonia filifera.
Η επιλογή τους αντανακλούσε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κηποτεχνίας του 19ου αιώνα για εξωτικά φυτά με εντυπωσιακή μορφή, που χρησιμοποιούνταν για τη δημιουργία επιβλητικών συνθέσεων σε μεγάλους κήπους.
Αργότερα, οι Ουασιγκτόνιες διαδόθηκαν σε πολλές ελληνικές πόλεις και παραθαλάσσιες περιοχές, σε πλατείες, λεωφόρους και τουριστικές εγκαταστάσεις. Η ψηλή, χαρακτηριστική μορφή τους έγινε γνώριμη σε πολλές περιοχές της χώρας, παρότι δεν ανήκουν στη φυσική μεσογειακή χλωρίδα.
Φραγκοσυκιά
Η Φραγκοσυκιά (Opuntia ficus-indica) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εισαγόμενου φυτού που ενσωματώθηκε πλήρως στο μεσογειακό τοπίο. Κατάγεται από το Μεξικό και έφτασε στην Ευρώπη μετά τις υπερπόντιες εξερευνήσεις του τέλους του 15ου και του 16ου αιώνα.
Η εξάπλωσή της συνδέθηκε με την ισπανική παρουσία στη Μεσόγειο και τη μεταφορά αμερικανικών φυτών στον ευρωπαϊκό χώρο. Καλλιεργήθηκε για τους εδώδιμους καρπούς της, αλλά και για τη δημιουργία φυσικών φραχτών, καθώς οι αγκαθωτοί βλαστοί της σχηματίζουν πυκνά και δύσκολα προσπελάσιμα εμπόδια.
Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, οι πυκνές συστάδες Φραγκοσυκιάς αξιοποιήθηκαν και κοντά σε οχυρώσεις, καθώς τα αγκάθια αποτελούσαν πρόσθετο φυσικό εμπόδιο.
Στην Ελλάδα εξαπλώθηκε σε θερμές, ξηρές περιοχές, γύρω από αγροτικές ιδιοκτησίες, πέτρινους τοίχους και παλιούς οικισμούς. Από φυτό της αμερικανικής ηπείρου έγινε μέρος του αγροτικού και νησιωτικού τοπίου, λόγω και της επεκτακτική της φύσης και του εύκολου πολλαπλασιασμού.
Γιούκα
Η Γιούκα ανήκει σε ένα γένος φυτών με καταγωγή από την Αμερική. Διαφορετικά είδη διαδόθηκαν στην ευρωπαϊκή κηποτεχνία χάρη στη χαρακτηριστική μορφή τους, με τους ξυλώδεις κορμούς και τις πυκνές συστάδες από μακριά, σκληρά φύλλα.
Στην Ελλάδα η παρουσία της συνδέθηκε με την καλλιέργεια εξωτικών ειδών σε οργανωμένους κήπους και ιδιωτικές κατοικίες. Παλιά δείγματα Γιούκας αναφέρονται και στο φυτικό απόθεμα του Εθνικού Κήπου.
Ροβίνια (Ψευδοακακία)
Η Ροβίνια (Robinia pseudoacacia) προέρχεται από τη Βόρεια Αμερική και ανήκει στα πρώτα αμερικανικά δέντρα που διαδόθηκαν στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η πρώτη παρουσία της στην Ευρώπη και συγκεκριμένα στη Γαλλία καταγράφεται από τις αρχές του 17ου αιώνα και συνδέεται με τον βοτανολόγο Ζαν Ρομπέν, από τον οποίο προήλθε και η επιστημονική ονομασία του γένους. Αρχικά καλλιεργήθηκε ως εξωτικό δέντρο σε κήπους, αλλά στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ευρύτερα χάρη στη γρήγορη ανάπτυξη, την ανθεκτικότητα και την αξία της ξυλείας της.
Στην Ελλάδα η εισαγωγή της τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα, κατά την περίοδο της βασιλείας του Όθωνα, όταν η Αθήνα άρχισε να αποκτά οργανωμένες δεντροστοιχίες και δημόσιους χώρους πρασίνου.
Η Ροβίνια χρησιμοποιήθηκε σε δρόμους και πάρκα, καθώς αναπτύσσεται γρήγορα και αντέχει σε διαφορετικές εδαφικές συνθήκες. Τα λευκά, αρωματικά άνθη της συνέβαλαν στη δημοτικότητά της, ενώ σταδιακά εξαπλώθηκε και πέρα από τους χώρους αρχικής καλλιέργειας, σε αγροτικές και ημιαστικές περιοχές.
Στα φυτά ξένης προέλευσης που έχουν επίσης συνδεθεί με την εικόνα του ελληνικού τοπίου περιλαμβάνονται η Αγαύη (Αθάνατος), η Ψευδοπιπεριά, η Σοφόρα, ο Αΐλανθος, η Καζουαρίνα, η Κυανόφυλλη Ακακία και πολλά ακόμη είδη καλλωπιστικών και δέντρων λιγότερο δημοφιλή. Η εξάπλωση ορισμένων έξω από τους χώρους καλλιέργειάς τους έχει, ωστόσο, δημιουργήσει σε κάποιες περιπτώσεις προβλήματα σε τοπικά οικοσυστήματα, καθώς πρόκειται για ξενικά είδη με επεκτατική συμπεριφορά.
Επιμέλεια & κείμενο: soulouposeto.grΠΗΓΕΣ ΕΚΠΑ · Royal Botanic Gardens, Kew
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ pinterest.com/soulouposeto



