Ο Στέφανος στην ψησταριά σούβλισε προβατίνα
και ο Σωκράτης παρακεί ξεφλούδαγε μια σπλήνα.
Του λέει τότε ο Στέφανος ¨φεύγω με το αμάξι
την προβατίνα πρόσεξε, Σωκράτη, μην αρπάξει¨.
¨Φεύγα, κουμπάρε ήσυχος, να μην το έχεις έγνοια
όταν γυρίσεις θα την βρεις την προβατίνα σένια¨.
Αλλά ο Σωκράτης στο Τικ Τοκ είναι πολύ εθισμένος
μα και σε πολλά, γνωριμιών σάιτ είναι γραμμένος.
Έτσι απορροφήθηκε σε διαδικτύου τσάρκα
δεν αντιλήφθηκε οσμή από καμένη σάρκα.
Μα έφτασε η μυρωδιά στο μαγαζί του Χάρη
ρωτάει ¨Σωκράτη τι έγινε;¨ αλλά αυτός χαμπάρι.
Κοιτάει μες στην ψησταριά, βλέπει έναν αράπη
φοβήθηκε ο χριστιανός και σε φυγή ετράπη.
Έφτασε το αφεντικό, σαούρα* ο Σωκράτης
ο Στέφανος αγρίεψε και έγινε σατράπης.
Καφάσια και καθίσματα φτάσαν ως την πλατεία
απ’ τα γαμοσταυρίσματα κοκκίνισε η εκκλησία.
Κατόπιν που τα πνεύματα ηρέμησαν λιγάκι
άρπαξε ο καθένας τους απ’ ένα σουγιαδάκι.
κι άρχισαν το ξεφλούδισμα, η πέτσα σαν κατράμι
μέσα, όμως το σφάγιο άθικτο ήταν, τζάμι....
Διαβάστε Περισσότερα... ximeronews



